Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Το λάιφστάιλ θρηνεί στο Μεταγωγών



του Νίκου Γ. Ξυδάκη
από το Βλέμμα


Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λάιφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.


Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ, εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κοθώνια, θύματα, γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή, και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.

Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντουτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.

Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πενυματικού σκουπιδιού με την σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές ααναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστωράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.

Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτημόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.

Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο Βαρελάδικο ― όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.

[edit: O K. Σημίτης την τελευταία του ουσιαστική συνέντευξη πριν τις εκλογές 2000 και την πρώτη μετεκλογική την παραχώρησε στο Nitro. Στο ίδιο έδωσε συνέντευξη και ο Κώστας Μητσοτάκης]

Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα über alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λάιφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μια βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.

Πολλοί βιοτέχνες του λάιφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μήντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Καμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπίτια.Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

Ο μεταλλαγμένος τζίτζικας

(πηγή)
του ΚΙΜΠΙ  

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. Παλιά προτιμούσα τον χειμώνα. Το καλοκαίρι υπέφερα. Κάτι συνέβαινε με τους ιδρωτοποιούς μου αδένες. Μόλις η θερμοκρασία έπιανε πάνω από 30 βαθμούς, άρχιζα να στάζω από κάθε πόρο του δέρματος. Περίμενα πώς και πώς το φθινόπωρο για να ησυχάσω. Τώρα η βιοχημεία του σώματος έχει αλλάξει – δεν ξέρω γιατί. Ου γαρ μόνον; – ιδρώνω λιγότερο, αντέχω περισσότερο σε υψηλές θερμοκρασίες. Ίσως, όμως, έχει αλλάξει μόνο η κοινωνιολογία των εποχών και του καλοκαιριού. Τώρα περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας σε κλιματιζόμενους χώρους. Ακόμη και τα λεωφορεία είναι σαν ψυγεία. Και αυτοκίνητο χωρίς κλιματισμό δεν νοείται – έστω κι αν τον ανοίγουμε με μέτρο, λόγω ακριβής βενζίνης. 

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ μ’ αρέσει και για έναν άλλο λόγο. Γιατί ξυπνάει ο τζίτζικας μέσα μου. Πέρα από την παράδοξη αλλαγή στο σωματικό κλιματιστικό μου σύστημα, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει κάπως το θορυβώδες σύστημα εξαερισμού του τζίτζικα, γίνεται πιο έντονη η ροπή μου προς τη ραστώνη. Όπως σ’ όλους, υποθέτω. Είναι μια ροπή που ξεπερνά τη θεσμοθετημένη ποσόστωση δικαιώματος στην τεμπελιά, αυτό που αποκαλείται άδεια μετ’ επιδόματος – για όσο ακόμη είναι δεδομένη.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

"Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν"

Το τελευταίο τριαντάφυλλο (φωτ. Josef Sudek, πηγή)
της Βασιλικής Α. Δραγάτση
από την Αυγή

Εδώ και πολύ καιρό νιώθω ένα πάγωμα, μια περίεργη αδιαφορία. Σαν να μην με αφορά το περίεργο αλισβερίσι των ημερών: το τζογαδόρικο «στοίχημα» που πρέπει να κερδίσει η Ελλάδα, οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, οι «αγορές»... Αποδέχομαι την όποια κατηγορία για νηπιακή πολιτική σκέψη, ανωριμότητα, αφέλεια, ακόμα και για υφέρποντα λαϊκισμό... και συνεχίζω...

Αδιαφορώ ακόμα και για το πώς φτάσαμε ώς εδώ... Σε όλα τα χρόνια της συνειδητής ζωής μου, θυμάμαι τους νυν να τα φορτώνουν όλα στους πρώην, τα ίδια ονόματα να ανακυκλώνονται και οι ίδιοι άνθρωποι που δημιούργησαν τα προβλήματα να παριστάνουν τις «μωρές παρθένες» και να υπόσχονται λύσεις... Τόσες «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες» ξεπερνάν τα όρια της αντοχής μου!... Απαξιώνω τον πολιτικό κόσμο της χώρας, μήπως; Δεν περίμενε εμένα για να απαξιωθεί, τα καταφέρνει μια χαρά κι από μόνος του... Δεκαετίες τώρα...!

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Θα κυματίζεις

του Κώστα Καναβούρη
από την Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 

Θα ήθελα πολύ να γράψω για όλη αυτή την καταστροφή που μας συμβαίνει. Για όλους αυτούς τους χυδαίους (και τις χυδαίες) που βρίσκονται στα πράγματα, μέρος των οποίων πραγμάτων είναι και το κυβερνάν. Θα ήθελα πολύ να γράψω για την κατάντια ενός λαού που ψηφίζει για να έχει Πρωτόπαπες και Πάγκαλους και Δρούτσες και Γερουλάνους και Παπανδρέου και όλη αυτή την αλητήρια παρέα της πολυτέλειας των "καλών σπουδών" από τη μια και τη γουρουνίσια λαϊκότητα από την άλλη. Επίσης θα ήθελα να γράψω για τα ανδράρια και τα γύναια που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο πριν από τη σημερινή κυβέρνηση... Κι ακόμα πιο πριν... Κι ακόμα πιο πριν και έκαναν τον τόπο κόπρο.