του Λωτοφάγου
από τη
Άσυλο (το): τόπος απαραβίαστος λόγω του ιερού του χαρακτήρα, καταφύγιο των καταδιωκομένων. [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη]
Ικέτης (ο): στην αρχαία Ελλάδα, αυτός που ζητούσε προστασία ή εξαγνισμό, καταφεύγοντας σε ιερό τόπο. [στο ίδιο Λεξικό]
Ωραία. Τώρα που δώσαμε τους ορισμούς, ας προχωρήσουμε στην είδηση: από προχθές, 300 μετανάστες κάνουν απεργία πείνας σε αίθουσα της Νομικής Αθηνών, ζητώντας να γίνουν νόμιμοι.
Ας την κάνουμε φύλλο και φτερό:

