Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Ασκήσεις επί αριστερού χάρτου

του Ανδρέα Γεωργοπάλη
του Βασίλη Πεσμαζόγλου 
από ΑΥΓΗ (25/07/2010)

Η βαθύτατη κρίση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα δύο διακριτών διαδικασιών που συναντώνται «χωροχρονικά» το 2009-2010, με εκρηκτικό αποτέλεσμα.

Πρώτον, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε ανεξέλεγκτη γιγάντωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που αντιπροσωπεύει πλέον πολλαπλάσιο του παραγόμενου πλούτου. Λόγω εξελίξεων όπως η κατάρρευση της Λέμαν και του Ντουμπάι, οι κινήσεις αυτών των κεφαλαίων έχουν γίνει ιδιαίτερα «νευρικές». Μάλιστα, χάρη στα νέα σύνθετα προϊόντα, επιδίδονται σε μια αποσταθεροποιητική κερδοσκοπία, με τη βοήθεια και των περίφημων οίκων αξιολόγησης.

Δεύτερον, συγχρόνως παρατηρούνται ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη. Εκεί μπορούμε να διαχωρίσουμε δύο συνιστώσες: 

α) Τη συστηματική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, πρωτίστως της Γερμανίας (κυρίως μέσω καθήλωσης αποδοχών), που οδήγησε σε συσσώρευση πλεονασμάτων στο εξωτερικό της ισοζύγιο. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος είναι ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών στις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία), αλλά και στη Γαλλία. 
β) Την αλόγιστη διατήρηση και διόγκωση του ελληνικού ιδιότυπου ελληνικού κρατισμού, που διευκολύνθηκε από την πρωτόγνωρη πρόσβαση του δημοσίου σε φθηνό δανεισμό ελέω ευρώ.
Πολλές προσεγγίσεις στο ζήτημα είναι επιλεκτικές και μονόχνοτες: ορισμένοι περιορίζονται στο να κατηγορήσουν την όντως κραυγαλέα ελληνική κακοδιαχείριση, που συνδυάστηκε και με λαθροχειρίες-αποκρύψεις ως προς τα στατιστικά στοιχεία. Άλλοι εστιάζονται αποκλειστικά στον εξωτερικό παράγοντα -- είτε πρόκειται για τη διεθνή κερδοσκοπία είτε πρόκειται για τις αντινομίες της ΟΝΕ.

Στην τελευταία κατηγορία ανήκει μεγάλο μέρος των αναλύσεων που προέρχονται από τον χώρο της Αριστεράς -- στον οποίον, άλλωστε, και απευθύνονται. Στο πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο, πρόκειται για ανακύκλωση, με νέα ενδυμασία, της παλιάς ρητορείας ότι «καλό είναι να ξεκόψουμε». Στο παρελθόν, η επιχειρηματολογία αυτή αντλούσε από μια προστατευτική λογική: πρέσβευε αναχαίτιση των εισαγωγών και «αυτοδύναμη» ανάπτυξη, μακριά από «ιμπεριαλιστικά κέντρα». Και προέβλεπε καταστροφή: είτε με τη σύνδεση της Ελλάδας με την τότε ΕΟΚ-«λάλκο των λεόντων» (1961) είτε, αργότερα, με την ένταξη (1981). Ανάλογο απομονωτισμό αποπνέουν πολλά από όσα λέγονται–γράφονται στις μέρες μας.

Η αρθρογραφία του Κ. Λαπαβίτσα

Χαρακτηριστικό δείγμα, δύο άρθρα του Λαπαβίτσα στην Αυγή, 11 και 13.7.2010 (απάντηση στον Κ. Καλλωνιάτη). Κατατείνουν στην πρόταση: αναδιάρθρωση χρέους-έξοδος από την ΟΝΕ-υποτίμηση. Συμπληρώνουν ότι αυτά θα συνοδεύονται από κρατικό έλεγχο μεγάλου τμήματος της οικονομίας, αρχής γενομένης από τον τραπεζικό τομέα. Τα πλέον κραυγαλέα προβλήματα αυτής της επιχειρηματολογίας είναι τα εξής:

1. Ο συγγραφέας υποτιμά το σκέλος «ελληνικό κράτος-κρατισμός». Ως εάν η ελληνική κρίση ήταν ανεξάρτητη των πολιτικών της τελευταίας δεκαετίας (ή μάλλον δεκαετιών). Η αποσιώπηση αυτή είναι ίσως προτιμότερη από τον όρο «νεοφιλελεύθερη» με τον οποίο χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτεία τέσσερις αριστεροί οικονομολόγοι. Νεοφιλελεύθερο ένα δημόσιο του οποίου τα ελλείμματα καλπάζουν από έναν συνδυασμό σπατάλης, πελατειακής λογικής, φοροδιαφυγής-φοροασυλιών; Ο Λαπαβίτσας αποφεύγει τον σκόπελο διά της σιωπής.

2. Πουθενά δεν αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο σοβαρό ενδεχόμενο --για να μην πω βεβαιότητα-- εξόδου και από αυτήν, ιδίως εάν ετσιθελικά «φεσώσουμε» τους πιστωτές μας και καταστρατηγήσουμε βασικές αρχές της ενιαίας αγοράς. Αυτό σημαίνει τέρμα στα κοινοτικά κονδύλια στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής, ίσως δε και δυσχέρειες στις εξαγωγές μας στις οποίες δίνει τόση έμφαση ο συγγραφέας. Σε αυτό το ουδόλως ευκαταφρόνητο κόστος, ας προστεθεί και η πολιτική απομόνωση που θα επηρεάσει αρνητικά τις ισορροπίες της Ελλάδας στην περιοχή και θα τροφοδοτήσει τον ελληνικό εθνικισμό. Όλα αυτά τα εντελώς προφανή διαφεύγουν της προσοχής του συγγραφέα.

3. Συναφές με το προηγούμενο είναι η εύκολη, απλουστευτική συνταύτιση της ΟΝΕ με το τραπεζικό κεφάλαιο. «Παραγραφή εντός της ΟΝΕ, αν γίνει, θα συμβεί υπό την αιγίδα των τραπεζών». Η σύνθετη διάσταση της νομισματικής ένωσης, με τις αντιφάσεις της, τα συμφέροντα και άλλων κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, τις τάσεις ομοσπονδοποίησης, τις θεσμικές διαφοροποιήσεις, την αέναη διαπραγμάτευση που αυτή συνεπάγεται μοιάζει να του διαφεύγει παντελώς. Και άρα δεν αποτελεί πεδίον δράσης, αλλά εύκολης απόδρασης -- το κόστος της οποίας επιχειρεί να ελαχιστοποιήσει, μέσω μιας «οικονομίστικης» προσέγγισης.

4. Οικονομίστικης και, ας μου επιτραπεί, ανιστόρητης. Είναι απλοϊκή και εξωραϊστική η περιγραφή του είδους: πίσω στη δραχμή, κάποια πρόσκαιρη αναστάτωση στις τιμές, υποτίμηση, πληθωρισμός-άρα έλεγχος τιμών, κλονισμός του τραπεζικού συστήματος-άρα κρατικοποίησή του κλπ. Ως εάν η Ελλάδα, στις δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση, να μην ακολούθησε ανάλογο αναπτυξιακό δρόμο του φαύλου κύκλου πληθωρισμός-υποτίμηση-πληθωρισμός. Το κόστος της διατήρησης-υπεράσπισης εθνικού νομίσματος, και μάλιστα σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες όπως οι σημερινές, δεν μοιάζει να απασχολεί τον συγγραφέα. Το παρακάμπτει με την πρόταση για έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων, πηγαίνοντάς μας πίσω μερικές δεκαετίες (ίσως και σε διπλανή χώρα…)

5. Η αντίληψη ότι η πολιτική λιτότητας είναι καταστροφική, διότι ανατροφοδοτεί το χρέος, αφοριστικά διατυπωμένη από τον συγγραφέα (και όχι μόνον) παραπέμπει σε έναν παραπλανητικό κευνσιανισμό: η μείωση δαπανών και αύξηση φόρων εντείνει την ύφεση, αυξάνοντας το καίριο κλάσμα Χρέος/ΑΕΠ. Όντως. Αλλά μπορεί κάλλιστα να γεννά προϋποθέσεις εξυγίανσης και αναπτυξιακής προοπτικής, που μεσοπρόθεσμα να οδηγήσουν στη σταδιακή μείωση της αναλογίας (και αύξηση της αξιοπιστίας). Αυτό είναι άλλωστε το στοίχημα -- δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.

6. Τέλος, τυχόν αναδιάρθρωση χρέους στις παρούσες συνθήκες θα σήμαινε αναγκαστικά και αυτομάτως τεράστια μείωση των δημοσίων δαπανών- άρα δραστικότερη περικοπή μισθών απ’ ό,τι τώρα. Θα μας δανείζουν άραγε ακόμα ή το νομισματοκοπείο θα δώσει λύση;

7. Ο Κ. Λαπαβίτσας λέει ότι «εδώ και δύο δεκαετίες η ελληνική Αριστερά αρκείται σε ασκήσεις επί χάρτου, ενώ περισσεύει η επαναστατική κενολογία». Ορθώς. Φοβούμαι ότι και ο ίδιος δεν απέχει πολύ από αυτό που καυτηριάζει. Και μάλιστα όταν αναφέρεται σε μια νεφελώδη «ανάληψη της πρωτοβουλίας από τα κάτω».

Μερικά συμπεράσματα

1. Η πρόταση αναδιάρθρωσης χρέους-εξόδου από την ΟΝΕ έχει μια τυχοδιωκτική χροιά και παραγνωρίζει σημαντικές παραμέτρους. Επιπλέον, όντας μη ρεαλιστική, με τους παρόντες όρους, γίνεται εκ του ασφαλούς. Το γεγονός ότι «θα θιγούν ξένοι δανειστές» δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αριστεροσύνης και δικαιότερης ανακατανομής, που συγκαλύπτει ότι οι Έλληνες συνολικά θα βγουν ζημιωμένοι.

2. Η υπογραφή του Μνημονίου και η συνέχιση της δανειοδότησης του ελληνικού δημοσίου αποτέλεσε, στη συγκυρία όπου βρεθήκαμε, λύση επώδυνη αλλά το μη χείρον. Η καταπολέμηση του ιδιότυπου ελληνικού κρατισμού μέσω της τήρησης των συμφωνημένων όρων μπορεί να αποβεί ευεργετική και εξυγιαντική ενός σπάταλου, διεφθαρμένου, αναποτελεσματικού δημοσίου τομέα. Ας μη δαιμονοποιούμε την τρόικα και τις προτάσεις της προς την κατεύθυνση αυτή.

3. Η καταπολέμηση άδικων και ατελέσφορων πτυχών αυτού του έξωθεν επιβεβλημένου εκσυγχρονισμού είναι αποτελεσματικότερη αν η συνολική πολιτική πλεύση τοποθετείται εντός των ορίων του Μνημονίου. Ας έχουμε άλλωστε κατά νου ότι, στην πράξη, βρισκόμαστε σε μια ρητή ή άρρητη διαπραγμάτευση, όπου όλες οι πλευρές κινδυνεύουν να χάσουν από τυχόν ναυάγιο της προσπάθειας. Μετά από δυο-τρία χρόνια, έχοντας νοικοκυρέψει τα δημοσιονομικά μας και αποκαταστήσει την αξιοπιστία μας, μπορούμε να διαπραγματευθούμε συντεταγμένα παρατάσεις που να βοηθούν σε διαχρονικά ομαλότερη αποπληρωμή του χρέους.

4. Τα παραπάνω αφορούν τη διεθνή οικονομία, όσο και την ΟΝΕ με τους ρευστούς κανόνες της. (Το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει στην πράξη ακυρωθεί, γίνεται λόγος για σύσταση Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου). Πληθαίνουν οι τάσεις ρύθμισης του ανεξέλεγκτου διεθνούς χρηματοπιστωτικού τοπίου (βλ. ΗΠΑ). Στην δε ΟΝΕ γίνεται φανερή η ανάγκη επεκτατικής πολιτικής της Γερμανίας και η αναίρεση του νεομερκαντιλισμού της, που την καθιστά «Κίνα» της Ευρώπης. Η ΕΚΤ, παίζοντας το δικό της θεσμικό παιχνίδι, μοιάζει εν μέρει να έχει συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλάζοντας άρδην πορεία και αγοράζοντας πλέον ελληνικά ομόλογα, ασχέτως της βαθμολόγησής τους.

5. Η διαπραγματευτική δύναμη της Ελλάδας προτιμότερο είναι να πηγάζει από βελτιωμένη αξιοπιστία, παρά από μια «τρομοκρατική απειλή» πτώχευσης-αποχώρησης από την ΟΝΕ. Το τελευταίο ισοδυναμεί με το «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων», με κόστος στους εταίρους μας, αλλά πολλαπλάσιο κόστος για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.


*Ο Βασίλης Πεσμαζόγλου διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου