Ο τελευταίος αγαπητικός, μήνες τώρα την έσερνε στα παζάρια της Δύσης προσπαθώντας να την ξεφορτωθεί. Να την πουλήσει όσο -όσο. Λέγαν πως βαστούσε από γενιά αρχοντική, στα νιάτα της ήταν πεντάμορφη, την κυνηγούσαν καν και καν: πρίγκιπες, στρατηγοί και βασιλιάδες.
Όμως εκείνη άμυαλη, νέα, ευκολόπιστη ακολουθούσε την καρδιά κι όχι το μυαλό. Θύμα του κάθε λιμοκοντόρου, αγαπητικού με τα ωραία λόγια, που της έταζε λαγούς με πετραχήλια. Τόσοι και τόσοι τρύγησαν το κορμί και τα νιάτα της βάζοντας την να κοιμάται με τον ένα και τον άλλο, πουλώντας την στον κάθε αλήτη. Τάζοντας της γάμο, παιδιά, σπιτικό. Λόγια, λόγια, λόγια…
Αφού της άρπαξαν και την τελευταία δεκάρα, την παράτησαν άφραγκη και μόνη.
Όμως να, η γυναίκα αναθάρρησε τελευταία, σκέφτηκε πως μπορεί να της γύρισε η τύχη στα στερνά-στερνά. Ο τελευταίος αγαπητικός, ο πιο νέος, που ‘χε ακουστά για κάτι λίρες που ‘κρυβε τάχα στο σεντούκι, της πούλησε πάλι το ίδιο παραμύθι: «Θα σε κάνω κυρία, θα σε σέβονται όλοι, έχεις ωριμότητα και σοφία, αξίζεις και δεν το ξέρεις» κι άλλα τέτοια σορόπια, που ρίχνανε παλιά τα κοριτσάκια.