του Θανάση Καρτερού
Κάθε φορά που ο Θόδωρος Πάγκαλος σέρνει τα εξ αμάξης σε οποιονδήποτε, η μισή Ελλάδα διασκεδάζει στα καφενεία με την αθυροστομία του (χα-χα-χα, είδες τι είπε πάλι ο μπαγάσας) και η άλλη μισή γίνεται έξω φρενών με τα ζορμπαλίκια του (σα δεν ντρέπεται ο μαθητής του Μανιαδάκη!). Έτσι ο υπουργός που αποκάλεσε κάποτε δημοσίως συκιά κάποιον άτυχο σύντροφό του έχει πέραν πάσης αμφιβολίας κερδίσει ένα αξιοζήλευτο πολιτικό εύρος. Κινείται με χαρακτηριστική ευελιξία και άνεση ανάμεσα στον εθνικό γελωτοποιό και τον εθνικό προβοκάτορα, ανάμεσα στον εθνικό διασκεδαστή και στον εθνικό εξοργιστή. Λίγο το 'χετε;
Και πως, παρακαλώ, τα καταφέρνει όλα αυτά ο Πάγκαλος; Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη: με τη σωστή χρήση της γλώσσας του. Με τη θαυματουργή γλώσσα του κερδίζει την προσοχή των ΜΜΕ (άλλο που δεν ήθελε), την τζάμπα διαφήμιση όσων τον καταγγέλλουν (άλλο που δεν ήθελε), τη μετατροπή της πολιτικής αντιπαράθεσης σε σούμο (άλλο που δεν ήθελε), ακόμα και τις συμπάθειες εθνικώς σκεπτόμενων δυνάμεων, όπως το ΛΑΟΣ (άλλο που δεν ήθελε). Για να μη συνυπολογίσουμε την υπηρεσία που προσφέρει στον πρωθυπουργό του, αποσπώντας έστω και προσωρινά, έστω και κατά ένα μέρος, το ενδιαφέρον από τα θύματα της πολιτικής τους στα θύματα της γλώσσας του.