Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Διάλογος για το χρέος


Τα τρία κείμενα του "διαλόγου" Καζάκη-Μπινιάρη συγκεντρωμένα εδώ για να μην τα ψάχνω δεξιά κι αριστερά... Είναι:

  • από το Ποντίκι (7/7/10), άρθρο του Δημήτρη Καζάκη: Άρχισε η σταδιακή παύση πληρωμών
  • από το Άρδην (10/7/10), άρθρο-κριτική του Τάκη Μπινιάρη στο παραπάνω: Στάση πληρωμών ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους
  • από την Αποικία Ορεινών Μανιταριών (15/7/10) άρθρο-απάντηση του Δημήτρη Καζάκη στη κριτική Μπινιάρη: Απόκρουση κριτικής για την μη αναγνώριση του επαχθούς χρέους


Άρχισε η σταδιακή παύση πληρωμών
Του Δημήτρη Καζάκη  
από το Ποντίκι

Όλα δείχνουν ότι η αναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης περί του αντιθέτου. Αυτή η αναδιαπραγμάτευση γίνεται υπό την άμεση εποπτεία του ΔΝΤ και κυρίως της ΕΚΤ, η οποία αγωνίζεται να απεξαρτήσει τις βασικές ευρωπαϊκές τράπεζες (κυρίως τις γαλλικές) από το ελληνικό χρέος, ώστε μια επιμήκυνση του χρόνου εξυπηρέτησης των ομολογιακών δανείων της Ελλάδας να μην επηρεάσει την ήδη εύθραυστη κατάστασή τους.

Η αναδιαπραγμάτευση συνοδεύεται ήδη από μια σταδιακή παύση πληρωμών του Ελληνικού Δημοσίου προς προμηθευτές και εργαζόμενους. Με ανακοίνωσή του το Δημόσιο δήλωσε ότι αδυνατεί να εξοφλήσει μετρητοίς τις υποχρεώσεις του προς τους προμηθευτές των νοσοκομείων και προτείνει μια ρύθμιση των χρεών, ύψους 5,36 δισ. ευρώ, με εκδόσεις ομολόγων zero coupon (χωρίς κουπόνι), διάρκειας δύο έως τεσσάρων ετών, ανάλογα με την παλαιότητα των οφειλών (τα χρέη του 2007 θα εξοφληθούν με ομόλογα διετούς διάρκειας, του 2008 με τίτλους τριετούς διάρκειας και του 2009 με ομόλογα τετραετούς διάρκειας).

Σύμφωνα με πληροφορίες, με ομόλογα χωρίς κουπόνι, τριετούς ή τετραετούς διάρκειας, προσανατολίζεται να εξοφλήσει το Δημόσιο και τις τρέχουσες υποχρεώσεις του προς στις κατασκευαστικές εταιρείες, που έχουν ήδη εκτελέσει δημόσια έργα. Ανάλογες σκέψεις έχουν γίνει και για τις οφειλές προς μελετητές και εργολάβους δημοσίων έργων, οι οποίοι κατέχουν ανεξόφλητους λογαριασμούς από το 2007.

Η τακτική αυτή της «εξόφλησης» με ομόλογα αντί ρευστού έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση και με τα ασφαλιστικά ταμεία με τραγικά έως σήμερα αποτελέσματα. Ενώ η προσπάθεια να χρηματοδοτηθεί το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τα οποία δόθηκαν στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για να βρεθούν τα 900 εκατ. ευρώ και να δοθεί το εφάπαξ σε 20.000 συνταξιούχους του δημοσίου, εγκαινιάζει μια πολύ επικίνδυνη πρακτική.

Δεν βρισκόμαστε μακριά από την στιγμή που οι οφειλές του κράτους προς εργαζόμενους και συνταξιούχους θα υπολογίζονται ή και θα καταβάλλονται σε ομόλογα. Ενώ ο υπουργός Εργασίας Α. Λοβέρδος άφησε να εννοηθεί ότι από το 2011 θα δίνουν επικουρικές συντάξεις μόνο τα ταμεία που έχουν χρήματα. Δηλαδή δεν θα δίνουν επικουρικές συντάξεις τα περισσότερα ταμεία, που έχουν ήδη λεηλατηθεί από κυβερνήσεις, διοικήσεις και αετονύχηδες της αγοράς.

Ταυτόχρονα το φαινόμενο των απλήρωτων εργαζομένων της ΕΘΕΛ και του ΟΣΕ δεν είναι τυχαίο ούτε παροδικό. Η καταβολή των δεδουλευμένων του Ιουνίου αυτών των εργαζομένων μέσα στον Ιούλιο δεν έχει να κάνει μόνο με τις λογιστικές αλχημείες του υπουργείου Οικονομικών, που θέλησε να εμφανίσει μια πλασματική δημοσιονομική εικόνα του πρώτου εξαμήνου μεταθέτοντας πολλές πληρωμές μετά τον Ιούνιο, αλλά και για να δηλώσει ο υπουργός Οικονομικών ότι το Δημόσιο δεν θα εγγυάται πλέον το δανεισμό των δημόσιων επιχειρήσεων.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι οι ελλειμματικές δημόσιες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ρευστότητα στο ταμείο τους για να πληρώσουν μισθούς δεν θα μπορούν να την αντλήσουν από τις τράπεζες. Κάτι που έκαναν μέχρι σήμερα με την εγγύηση του Δημοσίου. Έτσι πολύ σύντομα οι εργαζόμενοι στην ΕΘΕΛ, στον ΟΣΕ και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις θα βρεθούν μπροστά στο δυσάρεστο ενδεχόμενο να μην μπορούν να πληρωθούν.

Όλα αυτά, μαζί με την τραγική κατάσταση των μεγάλων τραπεζών, όπου οι λαϊκές αποταμιεύσεις – όσες έχουν απομείνει στα ταμεία των τραπεζών – έχουν γίνει «προίκα» για τους πολυπόθητους γάμους ανάμεσα στους τραπεζικούς κολοσσούς, υποδηλώνουν μια κλιμακούμενη παύση πληρωμών «τριτοκοσμικού» τύπου.

Τόσο η τρόικα όσο και η κυβέρνηση ελπίζουν να γενικεύσουν αυτή την παύση πληρωμών προς το τέλος του έτους, όταν η εκρηκτική αύξηση της ανεργίας (η οποία υπολογίζεται στο τέλος του έτους να έχει ξεπεράσει τους 1,2 εκατ. ανέργους) και η εφαρμογή των νέων εργασιακών ρυθμίσεων στον ιδιωτικό τομέα θα έχουν καταβάλει τις όποιες αντιδράσεις των εργαζόμενων και θα έχουν φέρει την απόγνωση στην κοινωνία.

Πιστεύουν ότι το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», που θεωρούν ότι θα κυριαρχήσει στα εργαζόμενα νοικοκυριά από τον Σεπτέμβριο, θα τους δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε μερική ή ολική δέσμευση των τραπεζικών καταθέσεων και σε γενίκευση της παύσης πληρωμών προς δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους για κάποιο χρονικό διάστημα.

Με τον τρόπο αυτόν ελπίζουν ότι θα εμφανίσουν ως «μάννα εξ ουρανού» την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μέσα από τη διεξαγόμενη αναδιαπραγμάτευση. Η αναδιάρθρωση αυτή θα αφορά την επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους κατά 10 με 20 χρόνια. Έτσι θα ανακοινωθεί επίσημα ότι η Ελλάδα γλίτωσε τη χρεοκοπία και το ελληνικό χρέος θα μεταβληθεί σε «χρέος στο διηνεκές» (perpetual debt). 

Δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρξει τελικά «κούρεμα» ή όχι, δηλαδή μείωση της τρέχουσας αξίας του χρέους. Αυτό εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την κατάσταση των ευρωπαϊκών τραπεζών και της ευρωζώνης. Το σίγουρο είναι ότι η επιμήκυνση θα δώσει μια «περίοδο χάριτος» στην Ελλάδα έως ότου ξεκινήσει πάλι να εξυπηρετεί τα χρέη της. 

Τα δεδομένα αυτά θα επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση – όποια κι αν είναι αυτή – να ισχυριστεί ότι η χημειοθεραπεία πέτυχε και να εμφανίσει την τυπική λήξη της παύσης των πληρωμών και τη διάσωση των τραπεζών, έστω κι αν κάποιες από τις καταθέσεις έχουν γίνει καπνός, ως απαρχή μιας νέας περιόδου ευημερίας της χώρας.


Κίνδυνος για τις δημοκρατικές ελευθερίες

Φυσικά τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί δεν θα παρθούν πίσω ούτε θα λήξει η περίοδος άγριας λιτότητας που έχει εγκαινιαστεί. Αντίθετα η εξυπηρέτηση του αναδιαρθρωμένου χρέους θα μεταβληθεί σε τέτοιο άβατο της πολιτικής, ώστε θα πρέπει να θυσιαστούν τα πάντα προκειμένου δήθεν να μην επανέλθει η χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας. Ακόμη και οι δημοκρατικές ελευθερίες.

Κάθε τι που διαταράσσει την εξυπηρέτηση του χρέους θα καταδικαστεί και θα διωχθεί βάναυσα. Άλλωστε οι δηλώσεις του κ. Παπανδρέου, του κ. Πάγκαλου και λοιπών αξιωματούχων εναντίον του ΚΚΕ, ότι επιχειρεί δήθεν με τη βία να ανατρέψει το σύνταγμα της χώρας (αυτό δηλαδή που οι ίδιοι ποδοπάτησαν υιοθετώντας το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση), ότι επιδιώκει νεκρούς, κ.ο.κ., προετοιμάζει το έδαφος για την επιβολή απαγορεύσεων στην ελεύθερη πολιτική και συνδικαλιστική δράση.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αναγκαστικός Νόμος 509, που έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ και κάθε άλλη «συνοδοιπορούσα» οργάνωση, έφερε τον τίτλο «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Όποιος νομίζει ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις εποχές αυτές θα βρεθεί προ εκπλήξεως. Όπου επιβλήθηκε καθεστώς κηδεμονίας του ΔΝΤ, οι δημοκρατικές ελευθερίες μπήκαν στο «γύψο».


Το κόστος της αναδιάρθρωσης

Βέβαια το κόστος αυτής της αναδιαπραγμάτευσης και αναδιάρθρωσης του χρέους θα είναι πολλαπλάσιο από το σημερινό. Βλέπετε δεν μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους προς όφελος του οφειλέτη. Γίνεται πάντα προς όφελος του δανειστή. Αυτός είναι που φεύγει από τη διαπραγμάτευση με τα περισσότερα, με μεγαλύτερες αποζημιώσεις, μεγαλύτερα επιτόκια, περισσότερες εγγυήσεις.

Πολύ περισσότερο όταν απέναντι στον οφειλέτη δεν βρίσκεται ένα πλήθος επενδυτών - κατόχων ομολόγων της διεθνούς αγοράς, τους οποίους ένα κράτος θα μπορούσε να χειριστεί, αλλά κυρίως μεγάλα ισχυρά υπερκρατικά τραπεζικά συγκροτήματα της Ε.Ε., που έχουν με το μέρος τους την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ, τις ίδιες τις διαδικασίες της Ευρωζώνης, καθώς και το δικό τους νόμισμα, το ευρώ. Πρόκειται για μια κατάσταση εντελώς αδιέξοδη για τον οφειλέτη.

Με αυτή την έννοια η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση που έχει βρεθεί ποτέ κράτος σε διαδικασία διαπραγμάτευσης δημόσιου χρέους. Δεν έχει κανένα περιθώριο ελιγμών, καμιά ελευθερία κινήσεων, διότι βρίσκεται υπό καθεστώς υποτέλειας σε έναν υπερκρατικό μηχανισμό, αυτόν της ευρωζώνης, ο οποίος όχι μόνο δεν αναγνωρίζει κανενός είδους εθνική κυριαρχία, αλλά έχει δημιουργηθεί για να διευκολύνει και να προστατεύει τις μεγάλες τράπεζες. Δηλαδή τους δανειστές του Ελληνικού Δημοσίου.

Τι τύχη μπορεί να έχει το ελληνικό κράτος σε μια αναδιαπραγμάτευση του χρέους του μέσα στα πλαίσια της Ευρωζώνης, δηλαδή υπό την απόλυτη επικυριαρχία των δανειστών του; Ακόμη κι αν συνέβαινε να μην βρισκόταν υπό καθεστώς κηδεμονίας του ΔΝΤ, της Ε.Ε. και της ΕΚΤ.

Όσοι τάσσονται υπέρ της αναδιαπραγμάτευσης του ελληνικού χρέους με ή χωρίς παύση πληρωμών θα πρέπει να εξηγήσουν σε τι διαφέρει η πρότασή τους απ' αυτό που προετοιμάζεται από την τρόικα και την κυβέρνηση. Όχι σε επίπεδο προθέσεων, αλλά σε επίπεδο στυγνής πραγματικότητας.

Κι αυτό διότι σε όλους μπορεί να αρέσει η ιδέα να τα βρούμε με τους δανειστές μας, ήσυχα και ωραία, να πετύχουμε μια καλή συμφωνία με χαμηλότερα επιτόκια και βάρη εξυπηρέτησης για την Ελλάδα, αλλά είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Ή πρόκειται για μια φαντασίωση, κατά το γνωστό «αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν... θα ήταν πατίνι».

Πώς είναι δυνατόν να πετύχει μια τέτοια συμφωνία η χώρα όταν βρίσκεται αιχμάλωτη του ευρώ, της Ευρωζώνης, της Ε.Ε. και του ΔΝΤ; Όταν δεν διαθέτει ούτε ένα διαπραγματευτικό όπλο για να αποσπάσει παραχωρήσεις από τους δανειστές της.


Φαντασιοπληξίες

Ορισμένοι πιστεύουν ότι αρκεί η απειλή ότι θα χάσουν οι δανειστές τα λεφτά τους για να τους καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν οι δανειστές του ελληνικού κράτους ήταν ένα πλήθος μικρών και μεσαίων ομολογιούχων της διεθνούς αγοράς, αυτή η απειλή ίσως – λέμε ίσως – να έπιανε. Όμως έχουμε να κάνουμε κυρίως με τραπεζικούς κολοσσούς της Ευρωζώνης και διαχειριστές κεφαλαίων από τα πιο ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια παγκοσμίως.

Κι όχι μόνο αυτό. Έχουν τα μέσα να εξαφανίσουν την ελληνική οικονομία μέσα σε λίγες ώρες. Δεν έχουν π.χ. παρά να βάλουν την ΕΚΤ να στερήσει την ελληνική οικονομία από το αναγκαίο κυκλοφορούν χρήμα σε ευρώ που έχει ανάγκη για τις συναλλαγές της. Σε μια τέτοια περίπτωση η ελληνική οικονομία είναι ζήτημα αν μπορεί να αντέξει ένα 24ωρο.

Αλλά, κι αυτό να μην γίνει, μόνο η διακοπή των ενέσεων ρευστότητας από την ΕΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες αρκεί για να βουλιάξει την ελληνική οικονομία μέσα σε λίγες ώρες. Γιατί οι δανειστές μας να συμφωνήσουν σε μια ευνοϊκή για τη χώρα ρύθμιση όταν έχουν όλα τα ατού;

Μήπως επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν τα λεφτά τους; Μα η Ελλάδα έχει τεθεί υπό την κηδεμονία του ΔΝΤ και της Ε.Ε. μόνο και μόνο για να μην φτάσει στο σημείο να δηλώσει αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών της. Δεν της επιτρέπουν να πτωχεύσει, εκτός αν τους συμφέρει. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε.

Αν ήθελε κανείς να είναι συνεπής όταν προτείνει αναδιαπραγμάτευση του χρέους, θα έπρεπε να ξεκινά με την έξοδο όχι μόνο από την Ευρωζώνη, αλλά και από την Ε.Ε., προκειμένου να ανακτήσει η Ελλάδα την εθνική της κυριαρχία και να έχει τουλάχιστον ελευθερία κινήσεων στη διαπραγμάτευση.

Όμως, αν προσέξει κανείς τις προτάσεις αναδιαπραγμάτευσης που κυκλοφορούν, όχι μόνο δεν θέτουν τέτοιο ζήτημα, αλλά το αγνοούν παντελώς μιλώντας με φανταστικά σενάρια για «το κρυφό διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας» και ότι δήθεν η «ελληνική κρίση χρέους είναι ιδιάζουσα με έναν τρόπο που δίνει στην Ελλάδα ορισμένα εξαιρετικά και σπάνια νομικά πλεονεκτήματα». Λες και η Ελλάδα δεν είναι χώρα του ευρώ και της Ε.Ε., λες και δεν έχει υπογράψει τη περίφημη δανειακή σύμβαση, με την οποία παραιτείται από κάθε ασυλία και αναγνωρίζει ως δίκαιο διακανονισμού το αγγλικό.

Όλες αυτές οι φαντασιοπληξίες, αν δεν προέρχονται από άσχετους που επενδύουν στην άγνοια του αναγνωστικού τους κοινού, πηγάζουν σίγουρα από κύκλους που έχουν σκοπό την προετοιμασία του εδάφους, την εξοικείωση του κοινού με την ιδέα της αναδιαπραγμάτευσης, με ό,τι συνεπάγεται για τον λαό και τη χώρα.

Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το κυρίαρχο δίλημμα που θα διατρέχει τις αντιπαραθέσεις γύρω από το χρέος θα είναι «αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους;». Κι αυτό διότι, όταν σήμερα μιλάμε για απάντηση στο δημόσιο χρέος και κάποιοι προτάσσουν ως μετριοπαθές μέτρο την αναδιαπραγμάτευση του χρέους με ή χωρίς παύση πληρωμών, έναντι της πιο ριζοσπαστικής υποτίθεται λύσης της μη αναγνώρισης και της άρνησης της πληρωμής του χρέους, όπως προτείνει ο γράφων, στην καλύτερη περίπτωση δεν ξέρουν για τι μιλάνε.


Μόνη λύση η άρνηση του χρέους

Τα λέμε όλα αυτά επειδή το χρέος της Ελλάδας δεν αντιμετωπίζεται με αναδιαπραγμάτευση, όπως κι αν την εννοεί κανείς. Είναι τέτοιο το χρέος και βρίσκεται σε τέτοια χέρια ώστε δεν ξεμπερδεύει εύκολα κανείς με απειλές και διαπραγματεύσεις, ακόμη κι αν δεχτεί ότι αυτοί που το προτείνουν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων.

Κάθε προσπάθεια, απ' όπου κι αν προέρχεται, να θολώσει το ζήτημα, να προτάξει ως μετριοπαθές μέτρο την αναδιαπραγμάτευση έναντι της άρνησης του χρέους, είναι πραγματικά εγκληματική. Ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία διεξάγεται ήδη η αναδιαπραγμάτευση του χρέους από τους επικυρίαρχους.

Μόνο η μη αναγνώριση και η άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα, η άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές, ώστε να σταματήσει ο φόρος αίματος, τον οποίο καταβάλλουν η χώρα και ο λαός στους διεθνείς τοκογλύφους και κερδοσκόπους, μπορεί να δώσει την ευκαιρία στον λαό και τη χώρα να ορθοποδήσουν.

Αυτή είναι η μόνη λύση για να σωθεί η χώρα από την καταστροφή και να διασώσουν οι εργαζόμενοι τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει προοπτική για τους νέους, τους αγρότες, τους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους. Είναι ο μόνος τρόπος για να γλιτώσει η χώρα από την πτώχευση και την καταστροφή που οργανώνουν ήδη η κυβέρνηση, η Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Άρνηση αυτός πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα σημαίνει άμεση παύση πληρωμών προς τους δανειστές.

Σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε κανενός είδους απαίτηση που θα επιτρέψει στους δανειστές της χώρας να τη δημεύσουν, να την κατασχέσουν, να τη λεηλατήσουν.

Σημαίνει ότι σταματάμε να πληρώνουμε δάνεια που έχουμε πληρώσει διπλά και τρίδιπλα.

Σημαίνει ότι διαγράφουμε μονομερώς τις οφειλές που υπήρξαν προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας εις βάρος της χώρας και του λαού της.

Σημαίνει ότι αρνούμαστε επιτέλους να ματώνουμε για δάνεια που έρχονται από το 1880, αλλά οι αγορές και οι μεγάλοι «εταίροι» μας έχουν επιβάλει να τα πληρώνουμε έως σήμερα.

Σημαίνει πολύ απλά ότι σταματάμε να πληρώνουμε τα κερατιάτικα στους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους.

Ο ελληνικός λαός οφείλει να προχωρήσει σε άρνηση αυτός πληρωμής του χρέους όχι επειδή θέλει να βλάψει κανέναν ή να «φάει» τα λεφτά των δανειστών του. Οφείλει να το κάνει διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να σταθεί στα πόδια του, για να διεκδικήσει τη χώρα του από τις αγορές και τα αρπακτικά τους, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, για να λυτρωθεί επιτέλους από το διεφθαρμένο σύστημα που τον κυβερνά.

Γι' αυτό και αιτήματα που αφορούν δάνεια τα οποία συνήφθησαν καλή τη πίστει και συνέβαλαν αποδεδειγμένα στην ανάπτυξη της χώρας ο λαός δεν πρέπει να αρνηθεί να συζητήσει την ικανοποίησή τους. Ιδίως αν συνδέονται με χρήματα μικροκαταθετών και ασφαλιστικών ταμείων, που έτσι κι αλλιώς δεν υπερβαίνουν το 15% του σημερινού δημόσιου χρέους.

Αρκεί να γίνει στη βάση του αμοιβαίου οφέλους και όχι του δανειστή - οφειλέτη. Πάντα με βασική προϋπόθεση ότι καμιά απαίτηση δεν θα υπονομεύσει την πορεία της χώρας, δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον της και ούτε θα θέσει τη χώρα υπό καθεστώς ομηρείας. Αν είναι να χάσει κάποιος, αυτός σίγουρα δεν πρέπει να είναι ο λαός και η χώρα. 



.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.


 Στάση πληρωμών ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους;
του Τάκη Μπινιάρη
από ΑΡΔΗΝ


Διαβάσαμε ένα κείμενο από το ΠΟΝΤΙΚΙ της 7/7/10 του κυρίου Δημήτρη Καζάκη με θέμα την «άρνηση του χρέους». Θα ήθελα να προσφέρω στη συζήτηση μια κριτική ανάλυση του άρθρου. Επίσης, θα ήθελα να σημειώσω ότι το θέμα είναι άκρως τεχνικό, αν κανείς παραμείνει στο οικονομικό μέρος της συζήτησης.

Υπάρχει μια πλευρά όσων βλέπουν ως εφικτή λύση για την οικονομική ανάταξη της χώρας την αναδιάρθρωση ή την αναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδος (ΑΕΧΕ). Αυτή η πλευρά εκπροσωπείται από δύο βραβεία νόμπελ οικονομίας, δεκάδες καθηγητές και δεκάδες αναλυτές και τραπεζίτες. Σε αυτήν την πλευρά βρίσκεται και ο υποφαινόμενος από την αρχή αυτής της θλιβερής ιστορίας, δηλαδή από τον Δεκέμβριο του 2009.

Υπάρχει και η πλευρά της κυβέρνησης, της ΕΚΤ, άλλων τραπεζιτών, της Επιτροπής, και του ΔΝΤ η οποία διατείνεται ότι δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο.

Τέλος υπάρχει και η πρόταση του κυρίου Καζάκη περί αρνήσεως του χρέους. Αυτήν την πρόταση δεν γνωρίζω να την έχει προτείνει κάποιος άλλος. αλλά μπορεί να υπάρχουν και έτεροι οι οποίοι την ασπάζονται.

Η επιχειρηματολογία υπέρ ή κατά της κάθε πρότασης δεν εξαρτάται από των αριθμό των υποστηρικτών της, αλλά από τα επιχειρήματα το οποία η κάθε μία επικαλείται.

Το μέλημα μου είναι να καταλάβω τι σημαίνει και τι συνεπάγεται η πρόταση του κυρίου Καζάκη.

Ο οικονομολόγος Καζάκης προτείνει λοιπόν, να αρνηθεί ο λαός την αναγνώριση του χρέους προς τους ξένους πιστωτές.

Πρώτον ερώτημα: Ποιος θα αρνηθεί το χρέος;

Προφανώς ο οικονομολόγος μετατρέπεται σε πολιτικό και υποθέτει ότι θα γίνει μια πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, δηλαδή, θα υπάρξει μια νέα κυβέρνηση, η οποία θα αρνηθεί, ως εκπρόσωπος του λαού, να αναγνωρίσει το χρέος και να το πληρώσει. Θα δεχθεί μόνο ένα 15% το οποίον ανήκει σε μικροαποταμιευτές και ασφαλιστικά ταμεία και θα αρνηθεί το υπόλοιπο διότι έχει φαγωθεί από απατεώνες και εκμεταλλευτές του λαού. Το χρέος, λέει αυτή η θέση, δεν αντιστοιχεί με δαπάνες υπέρ του λαού αλλά σε υπερκέρδη του πολιτικού και οικονομικού καπιταλιστικού συστήματος το οποίο οικειοποιήθηκε τα δάνεια αυτά.

Σε αυτό το σημείο ερωτώ. Πως ξέρει ο οικονομολόγος Καζάκης ότι το 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες των τοκογλύφων, των απατεώνων; Βεβαίως, ένα μέρος του χρέους αποτελείται από τόκους, αλλά δεν γνωρίζουμε από τα κεφάλαια τα οποία δανειστήκαμε, πόσα πήγαν σε τσέπες απατεώνων, πόσα σε έργα και πόσα για την εξυπηρέτηση του κομματικού κράτους, δηλαδή, σε μισθούς φανταστικών υπηρεσιών και συντάξεις φανταστικής εργασίας. Αν θέλουμε να κάνουμε έναν ουσιαστικό απολογισμό πρέπει να βρούμε πόσα πήγαν και πού πήγαν. Δεν μπορούμε να λέμε τυχαία νούμερα γιατί έτσι δίνουμε άφεση αμαρτιών και στους συνένοχους της ληστείας την οποίαν καταγγέλλει ο οικονομολόγος Καζάκης, πολλοί από τους οποίους είναι ανάμεσα μας και ωφελήθηκαν από τη δική μας ηθική έκπτωση, την ηθική έκπτωση του ίδιου του λαού.

Συνεχίζω πάνω στην πολιτική πρόταση του κυρίου Καζάκη. Θέτει λοιπόν ο πολιτικός Καζάκης τις προϋποθέσεις για το σχέδιο της οικονομικής ανάταξης της χώρας και οι προϋποθέσεις κατ’ αρχάς είναι πολιτικές. Οι προϋποθέσεις βασίζονται ή σε μια επαναστατική διαδικασία ή σε μια αστικού τύπου δημοκρατική διαδικασία. Το αποτέλεσμα θα είναι η επικράτηση του λαού ο οποίος με την κυβέρνηση του θα πάρει την πολιτική απόφαση η οποία, βέβαια, θα μετουσιωθεί σε οικονομική πρακτική: άρνηση του χρέους, δηλαδή στάση πληρωμών, προ ή μετά από μία πτώχευση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια θα το δηλώσουμε ως μη αποδοχή του χρέους και θα πορευτούμε μόνοι μας.

Βασική επίσης προϋπόθεση για αυτό είναι η φυγή μας από την ΕΕ και το ευρώ όπως προτείνεται στο άρθρο.

Ο κύριος Καζάκης γράφει σε ένα σημείο: «Όμως έχουμε να κάνουμε με τραπεζικούς κολοσσούς… έχουν τα μέσα να εξαφανίσουν την ελληνική οικονομία σε λίγες ώρες..». Αυτήν την ισχύ οι τραπεζικοί κολοσσοί την έχουν εάν βρισκόμαστε στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη: «.. η διακοπή ενέσεων ρευστότητος από την ΕΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες αρκεί να βουλιάξει την ελληνική οικονομία σε λίγες ώρες».

Θα φύγουμε λοιπόν από την ΕΕ και το ευρώ και θα επαναφέρουμε την δραχμή. Ερωτώ ευθέως τον κύριο Καζάκη: Οι τραπεζικοί κολοσσοί, έστω και με την δραχμή δεν θα μας εξαφανίσουν οικονομικά σε λίγες ώρες; Ποιος θα δεχθεί την δραχμή και με ποια ισοτιμία θα την δεχθούν; Και τι συνεπάγεται αυτό για τον πληθωρισμό;

Ερωτώ ευθέως τον κύριο Καζάκη: Τι θα γίνουν οι καταθέσεις των Ελλήνων καταθετών λόγω υποτίμησης και πληθωρισμού; Ποιος θα πει στα εκατομμύρια αυτά ότι έχασαν μεγάλο μέρος των χρήματων τους; Ο οικονομολόγος-δημοσιογράφος Κόλμερ απήντησε σε αυτό το ερώτημα λέγοντας ότι κάποιοι θα χάσουν, αυτό είναι αναπόφευκτο. Ποιος θα το πει αυτό στους μικροκαταθέτες; Οι μεγάλοι έχουν ήδη αποσύρει μέρος των κεφαλαίων τους. Τουλάχιστον η ΕΕ από το 2011 θα εγγυάται τις καταθέσεις έως 100.000 εάν μία τράπεζα πτωχεύσει.

Ερωτώ ευθέως τον κύριο Καζάκη: Τι θα πουλήσει η Ελληνική οικονομία για να εισαγάγει από πετρέλαιο μέχρι ανταλλακτικά για κινητά, υπολογιστές φάρμακα, μηχανήματα, τρόφιμα πολεμικό υλικό;

Έχει κάνει ο κύριος Καζάκης καμία μελέτη για την οικονομία με δραχμές εκτός ΕΕ και με όλες τις ξένες τράπεζες να μας έχουν κλείσει κάθε πίστωση; Γιατί δεν φαντάζεται βέβαια κανείς ότι αυτοί οι κολοσσοί θα καθίσουν με σταυρωμένα χέρια να δεχτούν την άρνηση χρέους της ελληνικής κυβέρνησης του λαού.

Έχει υπολογίσει ο οικονομολόγος Καζάκης τι θα συμβεί στους εργάτες, τους αγρότες και μικρομεσαίους; Καταστροφή. Ξέρει ποια θα είναι η πολιτική αντίδραση των διαφόρων ομάδων, των διαφόρων συμφερόντων, των διαφόρων επαγγελμάτων; Προς το αριστερά ή προς τα δεξιά;

Φαντάζεται ο οικονομολόγος ή ο πολιτικός Καζάκης ότι η Ελλάδα αποτελείται από προλετάριους και λίγους γαιοκτήμονες ή υπέρ-καπιταλιστές, ώστε αν απαλλαγεί από αυτούς, ο λαός θα πετύχει την οικονομική του απελευθέρωση;

Για να είμαι απόλυτα δίκαιος με την πρόταση Καζάκη, αρκετοί οικονομολόγοι έχουν προτείνει την έξοδο μας από το ευρώ και την επαναφορά της δραχμής. Μάλιστα μερικοί το προτείνουν για ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Νότο. Χτες μάλιστα Άγγλος αναλυτής πρότεινε την επαναφορά όλων των εθνικών νομισμάτων και την ακύρωση του ευρώ. Η δραχμή θα λειτουργήσει ως αντισταθμιστικός μηχανισμός ως προς την χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Υποτιμώντας την δραχμή θα έχουμε την ευκαιρία να εξάγουμε αγαθά και υπηρεσίες φτηνότερα. Αυτό όμως χρειάζεται ένα πραγματικά λεπτομερές οικονομικό σχέδιο για το πώς θα γίνει όπως και το νομικό πλαίσιο σε συνεργασία με την ΕΕ και την Επιτροπή.

Μιλάμε ότι υπάρχει γύρω μας ένα καπιταλιστικό σύστημα. Έστω και αν αυτό έχει σοβαρά προβλήματα, έστω και αν κάποιοι νομίζουν ότι ήρθε η ώρα να καταρρεύσει. Ο πολιτικός αλλά και ο οικονομολόγος Καζάκης είναι προφανώς αυτής της γνώμης. Ο ύστερος καπιταλισμός έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο. Ίσως να υπάρχει προοπτική να φύγει από το προσκήνιο της ιστορίας. Αν το πιστεύει αυτό, ας το δηλώσει και ας μας περιγράψει τι θα επακολουθήσει από την κίνηση να υλοποιήσουμε, εμείς πρώτοι, αυτήν την αναίρεση του καπιταλισμού. Για να σταθμίσουμε το πρακτέον πρέπει να γνωρίζουμε τις συνέπειες της κάθε απόφασης και δράσης μας. Κανείς δεν επιτρέπεται να παρασύρει ανθρώπους σε αποφάσεις οι οποίες μπορεί να είναι καταστροφικές για αυτούς αν δεν τους εκθέσει κάθε συνέπεια των πράξεων τους.

Ο κύριος Καζάκης ως οικονομολόγος οφείλει να μιλήσει τεκμηριωμένα και επιστημονικά. Ως πολιτικός δεν με βρίσκει σύμφωνο για πολλούς λόγους αλλά κυρίως γιατί δεν μου δίνει ούτε ένα στοιχείο για την πολιτική του θέση. Αναφέρεται μόνο στην κριτική η οποία γίνεται στο ΚΚΕ. Δεν το λαμβάνω ως πολιτική θέση, αλλά περιμένω να ακούσω την δική του. Και χωρίς αυτήν η ετυμηγορία μου είναι αρνητική.

Το δίλλημα το οποίο θέτει ο οικονομολόγος Καζάκης είναι ψευδοδίλλημα. Δεν τίθεται θέμα μεταξύ δύο λύσεων. Η λύση Καζάκη δεν υφίσταται νομικά, πολιτικά, οικονομικά. Και δεν υφίσταται νομικά γιατί δεν υπάρχει νομικός τρόπος να φύγουμε από το ευρώ ή την ΕΕ δίχως την συναίνεσή και των δεκαέξι. Θα ήταν χρήσιμο να διαβάσει, όποιος θέλει, την νομική μελέτη του Φοίβου Αθανασίου για το θέμα. Έχει δημοσιοποιηθεί στις 10/12/2009. Μόνον οι αγωγές των όσων θα θιγούν από αυτήν την κίνηση χωρίς νομικό έρεισμα Ελλήνων, ξένων, επιχειρήσεων, και τραπεζών δεν θα έφταναν δεκάδες χρόνια για να πληρωθούν. Δεν υφίσταται πολιτικά διότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για ένα νέο και άγνωστο πολιτικό μοντέλο το οποίο οφείλει να προστατεύσει και τις ελευθερίες αλλά και το μέλλον της πατρίδας. Δεν υφίσταται οικονομικά γιατί δίχως την συνεργασία του ΔΝΤ, της Επιτροπής και των τραπεζών η ελληνική οικονομία της δραχμής θα γίνει παρόμοια με του Κογκό. Σήμερα δεν είναι το 1920. Οικονομία σημαίνει υψηλή τεχνολογία αυτή καθαυτή, καθώς και η εφαρμογή της σε όλους τους τομείς και υπηρεσίες της οικονομίας. Μια χώρα με άγνωστο πολιτικό σύστημα, με ασήμαντη παραγωγή, και παρίας του διεθνούς οικονομικού συστήματος δεν έχει καμία ελπίδα επιβίωσης.

Εάν η χώρα είχε πλουτοπαραγωγικές πηγές, παραγωγή σε μεγάλες ποσότητες χρηματιστηριακών προϊόντων, τότε ίσως συζητούσαμε μια τέτοια λύση.

Ο αντίλογος είναι αναδιαπραγμάτευση του χρέους με «κούρεμα» 50-70% εφόσον έχουμε κάνει όλες τις ουσιαστικές αλλαγές ώστε να μπορούμε να παράγουμε κάποια αγαθά και να μην είμαστε κράτος συνταξιούχων. Ήδη με το stress test στο οποίο υποβάλλονται 91 ευρωπαϊκές τράπεζες έχει ληφθεί υπ’ όψιν μία έκπτωση 17% για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα τα οποία βρίσκονται στα χέρια των τραπεζών. Μερικοί αναλυτές θεωρούν ότι αυτό το νούμερο πρέπει να γίνει 25-30%. Τα αποτελέσματα θα γίνουν γνωστά στις 23 Ιουλίου. Για μερικούς αναλυτές τα τεστ αυτά δεν είναι ικανοποιητικά για να γίνει γνωστή η πραγματική κατάσταση των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Πως προχωρήσουμε σε μια τέτοια λύση; Με στάση πληρωμών εφόσον οι αγορές μας χρεώνουν επιτόκιο 1% πάνω από το Γερμανικό. Οι πιστωτές μας γνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να πληρώνουμε περισσότερο. Το επιτόκιο έχει άμεση σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης (πάνω από 4% ετησίως είναι δύσκολο να πετύχουμε) έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα για την ομαλή αποπληρωμή του χρέους.. Το δύσκολο είναι εάν η επαναδιαπραγμάτευση θα γίνει πριν η μετά την στάση πληρωμών. Αυτό είναι ένα δύσκολο νομικό θέμα και όντως χρειάζεται επεξεργασία.

Διερωτάται ο οικονομολόγος Καζάκης γιατί να το δεχτούν οι πιστωτές μας; Μα γιατί δεν θα έχουν άλλη επιλογή. Τα δάνεια του ΔΝΤ και της ΕΕ θα τελειώσουν και όταν θα βγούμε στις αγορές τα επιτόκια θα είναι απαγορευτικά. Αν πάλι τα επιτόκια είναι στο επίπεδο του 4%, τότε και πάλι μπορούμε να ζητήσουμε αναδιαπραγμάτευση γιατί με την παραμικρή μείωση του ρυθμού του ΑΕΠ και πάλι θα έχουμε πρόβλημα αποπληρωμής του χρέους.

Θα συμφωνήσω σε τρία σημεία με την ανάλυση Καζάκη.

Α) Ήδη έχουμε αρχίσει να κηρύσσουμε εσωτερική πτώχευση. Το κράτος δεν έχει να πληρώσει τις υποχρεώσεις του στο εσωτερικό. Και δεν έχει γιατί οι εισπράξεις είναι χαμηλές. Αυτό είναι προοίμιο κακών εξελίξεων. Ίσως αναγκαστούμε να προχωρήσουμε σε αναδιαπραγμάτευση έως το Δεκέμβριο, αν και καλύτερα θα ήταν να γίνει αυτό μετά το 2011.

Β) Η πτώχευση της χώρας θα δημιουργούσε πράγματι μεγάλο πρόβλημα στις ευρωπαϊκές τράπεζες. Αν ο οικονομολόγος Καζάκης προτείνει να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την απειλή για να αναδιαπραγματευτούμε το χρέος τώρα, τότε έχει ένα δίκιο το οποίο οφείλω να του το αναγνωρίσω. Αλλά αυτό ισχύει σαν πρόταση μέσα στην ΕΕ και το ευρώ, όχι έξω και με δραχμή.

Γ) Η πολιτική σκηνή, αριστερά, δεξιά, σοσιαλιστική, φιλελεύθερη, θέλει ξεκαθάρισμα και επανασύνδεση με τους πολίτες ως πολιτικά υποκείμενα και όχι ως αντικείμενα οικονομικής συναλλαγής με το κράτος. Θέλει όμως αληθινή αποτύπωση της πραγματικότητας και όχι συμπεράσματα τα οποία έχουν προκύψει με τη λήψη τη ζητουμένου. Τα ευχολόγια προερχόμενα από προσωπικές ιδεοληψίες τέλος. Αλλιώς οδηγούμεθα στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Τελειώνοντας: η παρουσίαση της πλευράς ΑΕΧΕ χρειάζεται μεγαλύτερη ανάλυση. Θα προσπαθήσω να την κάνω σε μια άλλη συνέχεια.

Η τρίτη πλευρά είναι η αισιόδοξη πλευρά. Υπάρχουν κάποιες πιθανότητες: 1) εάν η παγκόσμια οικονομία ανακάμψει ταχύτερα, κυρίως η Ευρωπαϊκή, 2) εάν η κυβέρνηση προχωρήσει σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια στον τομέα των επενδύσεων με κατάργηση του κράτους δυνάστη της παραγωγικής διαδικασίας, 3) εάν σταματήσει τις βλακώδεις πολιτικές της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και φορολογήσει την απόδοση και αξία των ακινήτων, έτσι ώστε να μειωθούν οι αξίες και να κινηθούν τα χρήματα προς παραγωγικές επενδύσεις με δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, 4) εάν η κυβέρνηση σταματήσει τη ληστρική φορολογία των επιχειρήσεων και φορολογήσει το μεγάλο ατομικό εισόδημα και τα εισοδήματα από πάσης φύσεως αεριτζίδικες δουλειές, 5) εάν τα πολιτικά κόμματα προχωρήσουν σε μια ουσιαστική αντιπαράθεση με την διαφθορά η οποία τα κατατρύχει. Δεν βλέπω να γίνονται ειλικρινείς προσπάθειες. Η θέση του ΚΚΕ πως αν καταργηθεί το καπιταλιστικό σύστημα, τότε θα εκλείψει η διαφθορά, δεν αξίζει ούτε καν σε αντίκρουση.

Νικόλαος Α. Μπινιάρης  
10/7/2010

Υ.Γ. Στην προχθεσινή της έκδοση η εφημερίδα Χουριέτ είχε άρθρο για την ελληνική ναυτιλία!! Για το πόσο ισχυρή είναι και ποιες επενδύσεις κάνει. Ο νοών νοείτω. Η Τουρκία αρχίζει να κλείνει το μάτι στο πιο σημαντικό και εύρωστο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Ήδη οι Έλληνες είναι οι τρίτοι μεγαλύτεροι επενδυτές σε ακίνητα στην Τουρκία μετά τους Άγγλους, και τους Γερμανούς.


.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.


σημείωμα από Αποικία Ορεινών Μανιταριών
Ο κ. Νικόλαος Α. Μπινιάρης έστειλε στις 10/7/2010 άρθρο - κριτική για  «... ένα κείμενο από το ΠΟΝΤΙΚΙ της 7/7/10 του κυρίου Δημήτρη Καζάκη με θέμα την «άρνηση του χρέους»...» σε μία λίστα συζητήσεων. Η κριτική μάλιστα αυτή αναρτήθηκε σήμερα με τίτλο «Στάση πληρωμών ή αναδιαπραγμάτευση του χρέους;» στο διαδίκτυο: 
Την κριτική αυτή απέστειλα (εν γνώσει και του κ. Μπινιάρη) στο συνεργάτη και φίλο μας Δημήτρη Καζάκη και ο οποίος έδωσε μια πλήρη απάντηση στις απόψεις του κ. Μπινιάρη στέλνοντάς την σε μένα. Η απάντηση αυτή βεβαίως θα βρεθεί στα «υπόψιν» του κ. Μπινιάρη.


.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.  


Απόκρουση κριτικής για την μη αναγνώριση του επαχθούς χρέους   
του Δημήτρη Καζάκη 

Αγαπητέ φίλε Παναγιώτη,
Η κριτική του κ. Μπινιάρη είναι παντελώς άστοχη γιατί ξεκινά από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία. Για μένα η πολιτική που ακολουθείται από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την κυβέρνηση και η οποία σιγοντάρεται από ποικίλους «ειδικούς» και μη, σαν τις «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπινιάρης  δεν είναι μονόδρομος όπου το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στους θεούς της αγοράς και στην ευγενική κατανόηση των αρπαχτικών της. Με εξέπληξε επίσης η άγνοια επί του θέματος που επιδεικνύει ο κ. Μπινιάρης, αν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα και περισσότερα. Ας είναι όμως.  

Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό ο κ. Μπινιάρης. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.
 
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω την παιδεία του κ. Μπινιάρη και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά τον πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.
 
Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.
 
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, τον οποίο φαντάζομαι να έχει ακουστά ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που ο κ. Μπινιάρης θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.
 
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.
 
Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης πολιτική διαφορά με τον κ. Μπινιάρη. Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα με τον κ. Μπινιάρη, εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ' αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό. Αν αυτό θεωρείται από τον κ. Μπινιάρη και τους ομοϊδεάτες του ανήκουστο, τρελό, καταστροφικό, τότε δεν έχουν πάρα να με στήσουν στον τοίχο.
 
Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ' αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου», δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. 

Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.
 
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ' αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».
 
Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ. Αν ο κ. Μπινιάρης τα αγνοεί, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα. Ας μου επιτρέψει ο κ. Μπινιάρης να μην τα επαναλαμβάνω κάθε φορά που γράφω ένα άρθρο.
 
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ' ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» όπως, εν τη αγνοία του, νομίζει ο κ. Μπινιάρης. Εκτός κι αν ο εν λόγω κύριος τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.
 
Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά - τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία - στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ' όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;
 
Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς - ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων - ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
 
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί - ως όφειλε - αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι' αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:
 
1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.
 
2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.
 
Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει - τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας - είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.  

Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.
 
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.
 
Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.
 
Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν άνθρωποι σαν τον κ. Μπινιάρη; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» του κ. Μπινιάρη σ' αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ' αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;
 
Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ' αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.
 
Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.
 
Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.
 
Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ' ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
 
Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συνέβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.
 
Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. 

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι' αυτό κ. Μπινιάρη θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.
 
Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ' όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.
 
Τώρα, επειδή βλέπω ότι ο κ. Μπινιάρης έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.
 
Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ' αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα; Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ' αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;
 
Δεν με ξαφνιάζει που ο κ. Μπινιάρης αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι' αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.
 
Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.
 
Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.
 
Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι' αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους», δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.
 
Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω κατά τον κ. Μπινιάρη, απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ' ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί ο κ. Μπινιάρης, να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.
 
Τέλος, ενώ ο κ. Μπινιάρης αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση του κ. Μπινιάρη ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.
 
Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει ο κ. Μπινιάρης, τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί ο κ. Μπινιάρης είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.
 
Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό του κ. Μπινιάρη ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.
 
Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι' αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι' αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι' αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι' αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι' αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο Μπινιάρης πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;
 
Τέλος, αγαπητέ φίλε Παναγιώτη, να μου επιτρέψεις να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ' ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο κ. Μπινιάρης έχει τα προσόντα να συζητήσει μαζί μου για τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.

Με ειλικρινείς χαιρετισμούς

Δημήτρης Καζάκης

15/7/2010

1 σχόλιο:

  1. Χρειάζεστε επειγόντως ένα αξιόπιστο δάνειο; Επικοινωνήστε μαζί μου για βοήθεια μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: g.marius95@hotmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή