Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Η διάσπαση είναι διάσπαση

του Νίκου Θεοτοκά 
καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
από την ΑΥΓΗ (18/7/2010)

Ακούω και διαβάζω συντρόφους, τόσο από το κόμμα μου, τον ΣΥΝ, όσο και από το νέο κόμμα που προέκυψε από την πρόσφατη διάσπαση, τη Δημοκρατική Αριστερά, να εκτοξεύουν απίθανα λόγια ενάντια στο χθεσινό ακόμη «εμείς» που συμμερίζονταν και που, θεωρητικά τουλάχιστον, υπερασπίζονταν.

Υπάρχει εδώ ένα παράδοξο. Η διάσπαση του ΣΥΝ έγινε, υποτίθεται, επειδή προέκυψαν ή οξύνθηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον δρόμο και τα πολιτικά υποκείμενα της ενότητας της Αριστεράς. Αν χωράνε, δηλαδή, οι μετεξελίξεις του παραδοσιακού μαοϊσμού, οι αναβαθμίσεις του τροτσκισμού, αν χωράει το κόμμα των πρασίνων, αν χωράει το ΔΗΚΚΙ, αν χωράει η αριστερά του ΠΑΣΟΚ ως ρεύμα που κάποτε θα ελευθερωθεί από το μαντρί. Κι ακόμη, η διάσπαση του ΣΥΝ έγινε την ώρα που όλες και όλοι συμφωνούσαν ότι το συμβόλαιο των εταίρων του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξαναμπεί από την αρχή στο τραπέζι.


Χρειάζεται να κατανοήσουμε τη διάσπαση για να πάμε παρακάτω. Εδώ, δυστυχώς, η ανανέωση πάει περίπατο και επιστρατεύονται τα παλιά καλά εργαλεία που εξηγούν τα πράγματα απ’ τα αποτελέσματά τους. Τα γνωρίζουμε καλά όλα αυτά στην Αριστερά. Μετά τις διασπάσεις ή τις διαγραφές, οι «κακοί» αποδεικνύεται ότι ήταν πάντα οπουρτουνιστές, χαφιέδες, δηλωσίες, πράκτορες και όλα τα κακά της μοίρας. Δεν λέω, αυτός ο τρόπος έχει ευκολίες. Διότι όλα, εν τέλει, ανάγονται σε καταγωγικές ασυμβατότητες ή προπατορικά αμαρτήματα κι έτσι δεν μένει τίποτε προς ερμηνεία. Κατά βάθος, δηλαδή, ο Κουβέλης «πάντα ήθελε να πάει με το ΠΑΣΟΚ για να γίνει υπουργός», ο Αλαβάνος «πάντα ήθελε να επιστρέψει ως Καίσαρ στο ΚΚΕ», ο Τσίπρας «πάντα ήθελε να διαλύσει το κόμμα στον κινηματισμό». Κι αν πειστούμε ότι είναι έτσι, τότε επιστρέφουμε δίχως τύψεις στις εποχές της καθαρότητας και των διανοητικών φυλακών που σκοτώνουν την κριτική και δηλητηριάζουν τη σκέψη της Αριστεράς και των αριστερών. Κι οι πρώην σύντροφοί μας γίνονται οι μεγαλύτεροι εχθροί.

Ο ΣΥΝ διασπάστηκε. Αυτό είναι το νέο δεδομένο κι ας αφήσουμε τις μεμψιμοιρίες περί υφαρπαγής των βουλευτικών θέσεων και άλλα αντίστοιχα. Όσο κι αν δεν μας αρέσει, όσο κι αν υπάρχουν ζητήματα που παραμένουν αδιευκρίνιστα, έτσι γίνεται πάντα στις διασπάσεις. Αυτό άλλωστε σημαίνει διάσπαση. Ας τη δεχτούμε κι ας τη βαθύνουμε. Όχι, όμως, για να βρούμε την καθαρότητα. Να βαθύνουμε τις αντιθέσεις, για να ερμηνεύσουμε τη ρήξη και να ξαναβρούμε τους όρους της ενότητας. Γίναμε πια δυο διακριτά κόμματα που, όμως, οφείλουν να αναζητήσουν δίχως καμία καθυστέρηση τους όρους μιας, ελάχιστης έστω, προγραμματικής σύγκλισης.

Η διάσπαση δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Οι λόγοι, όμως, που οδήγησαν σ’ αυτήν κρύβονταν πάντα επιμελώς κάτω από το χαλί. Λειτουργούσαν σαν αφιόνι των φραξιών που δρούσαν ως κόμματα μέσα στο ενιαίο κόμμα. Δίχως να τεθούν ποτέ πάνω στο τραπέζι, οι διαφορετικές γραμμές κι οι διαφορετικές πολιτικές ράβονταν στους διαδρόμους παράγοντας την κοινή μας κουρελού κι απονευρώνοντας τις συνεδριάσεις των Πολιτικών Κινήσεων ή της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής. Καιρός είναι όλα αυτά να βγουν στον αέρα. Να σκύψουμε στις αντιθέσεις και στους λόγους που οδήγησαν στη διάσπαση για να βρούμε ξανά τη νέα φυσιoγνωμία του δικού μας κόμματος και να ανασυντάξουμε την πολιτική μας για κοινή δράση στα κινήματα, για διεύρυνση του διαλόγου και των συμμαχιών, για συστηματική προγραμματική αντιπολίτευση της ριζοσπαστικής ανανεωτικής Αριστεράς. Κατά το τεκμήριο της μακράς συνύπαρξης στο ίδιο κόμμα, οι εγγύτεροι σύμμαχοί μας είναι οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι της Δημοκρατικής Αριστεράς.

Η διάσπαση, όμως, είναι διάσπαση, δεν είναι κοζερί. Να τη βαθύνουμε λοιπόν, όχι να την εξωραΐσουμε. Να αντικρίσουμε δια γυμνού οφθαλμού τις πραγματικότητες, τον κατακερματισμό των δυνάμεών μας, τις αναλυτικές αδυναμίες μας, την προγραμματική αμηχανία και τις πολιτικές μας ανεπάρκειες. Ξέροντας πια καλά ότι η παράδοση της κομμουνιστικής ανανέωσης, ο δημοκρατικός δρόμος και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, η επίκληση στον ριζοσπαστισμό, ο αριστερός ευρωπαϊσμός, όλα αυτά ούτε μοιράζονται σαν τα ιμάτια του Κυρίου ούτε έχουν ιστορικούς ιδιοκτήτες. Καταχτιούνται πολιτικά και ιδεολογικά. Χρειάζονται νέες προσεγγίσεις και νέα επιχειρήματα. Ας ανοίξουμε, λοιπόν, την κουβέντα ξεδιπλώνοντας στο φως της κριτικής τις πολιτικές στοχεύσεις, τις θέσεις και τα επιχειρήματά μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου