Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Περί τυφλότητος

(πηγή)
του Ρούσσου Βρανά
από ΤΑ ΝΕΑ

Στη χάση του φεγγαριού καιροφυλακτούν οι πονηροί. Για να ξαφνιάσουν τους αγαθούς µέσα στα σκοτάδια. 
Στην πόλη που ο Ζοζέ Σαραµάγκου δεν ονοµατίζει, µια ανεξήγητη µαζική επιδηµία τύφλωσης πλήττει όλους τους κατοίκους της. Θα µπορούσε να ήταν οποιαδήποτε πόλη, σε οποιαδήποτε χώρα. Το ξαφνικό κακό και η αξεδιάλυτη προέλευσή του προκαλεί γενικό πανικό και διασάλευση της κοινωνικής τάξης. Η κυβέρνηση επιχειρεί να την αποκαταστήσει µε κατασταλτικά µέτρα. Παράξενη ιστορία. Έξω από τον φανταστικό κόσµο του συγγραφέα, ποια πραγµατική κυβέρνηση δεν θα προτιµούσε να οδηγεί µια χώρα µε πολίτες τυφλούς; 

Όταν ένας άλλος συγγραφέας, ο Πολ Λαφάρζ, ανέλαβε να γράψει ένα άρθρο για τα χρώµατα στο περιοδικό «Κάµπινετ», αποφάσισε να κατέβει στα έγκατα µιας σπηλιάς. Στα µισά της κατάβασής του στο βάραθρο, έσβησε τον φακό του και κάθησε να ξαποστάσει. Και τότε το σκοτάδι που τον τύλιξε ήταν τόσο µαύρο και πηχτό, που όµοιό του δεν είχε ξαναδεί. Έτσι αποφάσισε να γράψει για το µαύρο. «Δεν µπορούσα να ξεχωρίσω ούτε την παλάµη µου µπροστά στα µάτια µου», γράφει. «Δεν µπορούσα να πιστέψω πως το χέρι µου βρισκόταν εκεί. Όταν σκέφτοµαι το µαύρο, ένα τέτοιο σκοτάδι έρχεται στον νου µου. Θα έγραφα 'µαύρο χρώµα', αλλά ακόµη κι ένα παιδί ξέρει πως το µαύρο δεν είναι χρώµα. Το µαύρο είναι η απουσία χρώµατος. Μάλιστα, τώρα που το σκέφτοµαι, απορώ πώς µπορούµε και το βλέπουµε. Κανονικά δεν θα έπρεπε να µπορούµε να βλέπουµε ένα χρώµα που δεν υπάρχει, όπως ακριβώς δεν µπορούµε να γευτούµε κάτι όταν το στόµα µας είναι άδειο». 

Ο Αριστοτέλης είχε όµως δώσει προκαταβολικά την απάντηση σε αυτή την απορία. Είχε γράψει πως, αντίθετα µε την αφή ή τη γεύση, η όραση εξακολουθεί να λειτουργεί ακόµη κι όταν δεν υπάρχει τίποτα ορατό: «Ακόµη κι όταν δεν βλέπουµε, µε την όραση ξεχωρίζουµε το σκοτάδι από το φως, έστω και µε έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν µε τον οποίο ξεχωρίζουµε το ένα χρώµα από το άλλο. Γι’ αυτό, ακόµη και όταν τα αισθητά αντικείµενα απουσιάζουν, τα αισθήµατα και οι εικόνες εξακολουθούν να υπάρχουν στα αισθητήρια όργανα» (Αριστοτέλους, «Περί ψυχής»). Με δυο λόγια, αυτό που λέει ο Αριστοτέλης είναι πως «βλέπουµε» ακόµη και µέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Στα χνάρια του Αριστοτέλη, ο φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάµπεν παρατηρεί πως το γεγονός ότι «βλέπουµε» το σκοτάδι σηµαίνει πως ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα όχι µονάχα να βλέπει, αλλά και να µη βλέπει. Αυτός αποφασίζει πότε και πώς. Κι όποτε αναγκάστηκε να κάνει τα στραβά µάτια, όσες φορές επιχείρησαν να τον βυθίσουν στα αιώνια σκοτάδια, στο τέλος πάντα ανέβλεπε στο φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου