Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Η ψυχική οικονομία στη συνθήκη της κρίσης

του Νικόλα Σεβαστάκη
( Το κείμενο είναι από την ομιλία του στο διήμερο που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς στις 13 & 14 Δεκεμβρίου με θέμα "Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και η Ελλάδα")
από AlterThess 

Άλλη μια συζήτηση λοιπόν για την κρίση και τις συνέπειές της στην Ελλάδα. Εδώ και μήνες γίνονται πολλές ανάλογες συναντήσεις που προσανατολίζονται, κατά κύριο λόγο, στην ανάλυση των ιδιαίτερων συνθηκών της ελληνικής περίπτωσης και στη σύνδεσή τους με το ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο.

Αυτό είναι βέβαια πράγμα χρήσιμο. Και αναγκαίο, παρά το ότι κάποιοι υποψιάζονται σε παρόμοιες εκδηλώσεις ένα είδος ‘ψυχοθεραπευτικής άσκησης’ των αριστερών σε συνθήκες αμηχανίας. Έχει γεννήσει ωστόσο την εντύπωση ότι η απάντηση στην κρίση είναι εντέλει θέμα του ευφυέστερου θεωρητικού μίγματος, θέμα εύρεσης μιας ευσύνοπτης και εμπνευσμένης φόρμουλας. Αρκετοί φαίνεται να πιστεύουν ότι η κόπωση, οι αναδιπλώσεις, οι υποδόριες δυσφορίες και η άτακτη οργή θα μετατραπούν σε κινητοποίηση, σε διανοητική και πρακτική αφύπνιση, όταν ένας κόσμος πειστεί ότι επιτέλους υπάρχει η ολοκληρωμένη ανταπάντηση λόγου χάρη στο Μνημόνιο και στο κυβερνητικό σχέδιο «αναμόρφωσης δια της λιτότητας».

Αυτός ο συλλογισμός δεν μου φαίνεται πειστικός. Όχι διότι είναι μικρό πράγμα η συμφωνία σε ένα περιεκτικό σχήμα θεωρητικής εξήγησης ή σε ένα βασικό πλαίσιο θεμελιωδών κοινωνικοπολιτικών διεκδικήσεων αλλά γιατί πιστεύω ότι δεν υπάρχει αναγκαία σχέση ανάμεσα στη θεωρητική διαύγαση μιας στιγμής και στους όρους κίνησης της κοινωνίας και των ανταγωνισμών της.

Για παράδειγμα, αυτές τις μέρες είδαμε τις πρωτοφανείς –για την πολιτική κουλτούρα της συγκεκριμένης χώρας- κινητοποιήσεις των Βρετανών φοιτητών εναντίον των μέτρων της κυβέρνησης Συντηρητικών και Φιλελεύθερων Δημοκρατών για την αύξηση των διδάκτρων και τις περικοπές στην ανώτατη εκπαίδευση. Δεν νομίζω ότι το συγκεκριμένο κίνημα περίμενε να υπάρξει η αποτύπωση της ιδεώδους εναλλακτικής ως προς τη φύση, τις παραμέτρους και το μοντέλο υπέρβασης της βρετανικής κρίσης. Το ίδιο θα έλεγα και για τη γαλλική κινητοποίηση πολλών εβδομάδων για τις συντάξεις, κινητοποίηση που μπορεί να μην κατάφερε να επιτύχει την αναστολή του σχετικού νόμου αλλά έχει δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα νομιμοποίησης για την κυβέρνηση του Νικολά Σαρκοζύ και τις ιδεολογικές συμμαχίες του εκεί μπλοκ της λιτότητας και της καπιταλιστικής απορρύθμισης.

Θα ήθελα να συνεισφέρω σε τούτη συνάντηση καταθέτοντας κάποιες σκέψεις που έχω αναπτύξει σε άρθρα και άλλες παρεμβάσεις του τελευταίου καιρού.

Η αιχμή των περισσότερων από αυτές τις παρεμβάσεις δεν υπήρξε η περιγραφή ή η εξήγηση της λειτουργίας και των μηχανισμών της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης ή της ελληνικής κρισιακής συνθήκης. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια προσέγγισης σε πλευρές της «ψυχικής οικονομίας» των υποκειμένων στις συνθήκες περιδίνησης που επιφέρει η κρίση και βεβαίως η εφαρμογή της μνημονιακής τάξης. Είναι κυρίως μια μελέτη των δημόσιων στάσεων και των μη στάσεων ή των σιωπών και των «αόρατων συμπράξεων» που εμφανίζονται στη δική μας κοινότητα κοινότητα των διανοουμένων/ αναλυτών που αρθρώνουν δημόσιο λόγο.

Ο όρος ψυχική οικονομία δεν είναι δικός μου αλλά ανήκει σε έναν σημαντικό Γάλλο ψυχαναλυτή και κοινωνικό κριτικό, τον Robert-DanyDufour ο οποίος μελετάει το ψυχικό αποτύπωμα της νεοφιλελεύθερης «λογικής», τις ανθρωπολογικές της συνέπειες και τις διαθλάσεις της σε όλα τα συμβολικά συστήματα τα οποία οργανώνουν την ανθρώπινη συμβίωση (εκπαίδευση, εργασία, πολιτικούς θεσμούς).

Το ερώτημα είναι διπλό: αφορά πρώτον το γενικό, υπερεθνικό ή διεθνικό ψυχικό αποτύπωμα και εν συνεχεία τo εγχώριο αποτύπωμα. Και είναι ένα ερώτημα που «συναντά» εύλογα την γνωστή απορία πολλών από εμάς: γιατί ένας τέτοιας έκτασης και βάθους κλυδωνισμός στις αρθρώσεις της κοινωνικοοικονομικής ζωής δεν παράγει μια αντίστοιχου ύψους αμφισβήτηση της κυρίαρχης λογικής. Γιατί δηλαδή αυτές οι αξιοσημείωτες μεταβολές δεν εξοικειώνουν την κοινωνική συνείδηση με έναν αριστερό κώδικα αμφισβήτησης των κατεστημένων λόγων;

Δίνεται συνήθως η απάντηση ότι τούτο συμβαίνει επειδή δεν έχει διαμορφωθεί ο κατάλληλος υποδοχέας/ ενσαρκωτής μιας τέτοιας αμφισβήτησης, ότι οι «ανεπάρκειες» και οι οικείες παθογένειες των φορέων της πολιτικής Αριστεράς αποτρέπουν ή ματαιώνουν μια αντίστοιχη δυναμική συγκόλλησης της θερμής ύλης των λαϊκών συναισθημάτων με συγκεκριμένα πολιτικά περιεχόμενα. Προτείνεται ακόμα η υπόθεση ότι η εξαιρετική πυκνότητα μαζί με την εξαιρετική δραματοποίηση των εξελίξεων, η καθημερινή «δόση» σοκ και αιφνιδιασμών του αδιανόητου, δεν επιτρέπουν στα υποκείμενα, στα άτομα αλλά και στις κοινωνικές δυνάμεις να συγκροτήσουν μια στάση, να βάλουν μια τάξη το χάος και να συνδέσουν τις επιμέρους γωνίες με μια γενική εικόνα, τις αποσπασματικές και διαφοροποιημένες εμπειρίες τους με έναν ορίζοντα προσδοκιών για το τι θα μπορούσε να υπάρξει στη θέση αυτού που επέρχεται.

Όλα αυτά μετρούν και πιστεύω ότι διατηρούν τη σημασία τους στην περίσταση που βρισκόμαστε. Νομίζω όμως ότι πρέπει να σκεφτούμε την ποιοτική ιδιαιτερότητα, την ιστορική μοναδικότητα των σημερινών σοκ. Αυτά κατά τη γνώμη μου οδηγούν σε μια νέα κοινωνική ενδοχώρα και συγχρόνως επιταχύνουν μετασχηματισμούς νοήματος για τους οποίους και η πλέον πειστική και «άρτια» (λογικά, πολιτικά, ιδεολογικά) απόκριση δεν είναι προετοιμασμένη. Για παράδειγμα, πολλές συνταγές ή θεσμικές αποκρυσταλλώσεις των λεγόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών έχουν ένα εικοσαετές πλέον παρελθόν εφαρμογής. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω γνωστά δεδομένα από την περίοδο 1989-1993 αλλά και από την περίοδο του σημιτικού εκσυγχρονισμού και της καραμανλικής πενταετίας. Ωστόσο η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από κάτι ριζικά διαφορετικό: έχουμε μια απότομη και πυκνή μετάβαση από το γράμμα στο πνεύμα, από τη μερικότητα των «νεοφιλελεύθερων» μεταρρυθμίσεων στην επιβολή, για άγνωστο χρόνο, μιας αλλαγής φιλοσοφίας, μιας ριζικής «θεραπείας» (για να χρησιμοποιήσω τον όρο των θεραπόντων ιατρών DominiqueStrauss-Kahnκαι Γιώργου Παπανδρέου) η οποία αναδιοργανώνει/ αποδιοργανώνει όλα τα θεσμικά υποσυστήματα. Ας συγκρίνουμε, για παράδειγμα, τη «μερική» λογική της μεταρρύθμισης Γιαννάκου από την ολιστική και ακραία φιλοσοφία της «δέσμης προτάσεων» Πανάρετου/ Διαμαντοπούλου για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Πρόκειται για μια ποιοτική τομή, μια αλλαγή στο παράδειγμα της διακυβέρνησης η οποία καθίσταται «μνημονιακή» όχι διότι υπάρχει το Μνημόνιο αλλά διότι δεν διαθέτει άλλες κατευθυντήριες ιδέες από αυτές που αποτυπώνονται στη κεντρική φιλοσοφία του Μνημονίου.

Το επίδικο της τωρινής στιγμής δεν είναι πλέον η ονομαστική [ εξωτερική] προσαρμογή ατόμων και κοινωνικών θεσμών στο παράδειγμα ενός καπιταλισμού της ευελιξίας και της αποθεσμοποίησης. Είναι η «ψυχική» και ει δυνατόν χαρακτηρολογική στοίχιση των ανθρώπων, η εκ βάθους εναρμόνιση της κοινωνίας με το παράδειγμα αυτό. Είναι διαφορετικό πράγμα η τυπική μορφή και ισχύς του νεοφιλελεύθερου κώδικα και διαφορετικό η «εμπέδωσή» του, η «ένωση της έννοιας με τη ζωή», του μοντέλου με την πραγματικότητα.

Αυτή η υπερπίεση, διαχεόμενη σε επιμέρους «σχέδια αναμόρφωσης», ενθαρρύνει μέχρις στιγμής δυο βασικές κοινωνικές-πολιτισμικές τάσεις. Τον αναχωρητισμό και τον πραγματισμό. 
  • Η πρώτη θα έλεγα ότι αντιστοιχεί σε άμορφες και συχνά συλλήβδην αντιπολιτικές διαθέσεις για έξοδο πολλών ανθρώπων από το συνολικό πλέγμα της καταθλιπτικής πολιτικής και από τις θεσμικές τελετουργίες της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Λόγου χάρη η αλματώδης αύξηση της εκλογικής αποχής είναι ένα εμφανές σύμπτωμα αυτής της τάσης. Αλλά ο εν εξελίξει αναχωρητισμός είναι πολυσύνθετος και δεν ταυτίζεται αναγκαστικά ούτε με την πολιτική αδιαφορία ούτε με το πιο στενό φαινόμενο της εκλογικής αποχής. Συσχετίζεται κυρίως με την μετατόπιση της αμφισβήτησης και της διαμαρτυρίας προς το πεδίο των επιλογών ζωής, προς τις «επιδιορθώσεις» της καθημερινότητας και την ανίχνευση περιθωρίων για κάποια θετική ζωή στις χαραμάδες, στα διάκενα της εκάστοτε «σκληρής/άδικης» πολιτικής. Με αυτό τον τρόπο οι μετριοπαθείς εκδοχές αναχωρητισμού [όσες δηλαδή δεν εκφράζουν μια ριζική αντισυστημική διάθεση αλλά εκφράζονται ως μια αντισυστημική συστημικότητα ως μια διάχυτη ατμόσφαιρα απέχθειας] καταλήγουν στην άλλη μεγάλη τάση, στον πραγματισμό. 
  • Ο πραγματισμός αρχίζει να κερδίζει έδαφος όταν επικρατεί η αίσθηση ότι εφόσον δεν μπορεί να αναστραφούν ή να ηττηθούν πολιτικά κάποιες έστω από τις επιχειρούμενες αναδιαρθρώσεις, μοναδική διέξοδος είναι η διαπραγμάτευση επιμέρους σημείων, μια a la carte αντιμετώπιση της μιας ή της άλλης κατάστασης δίχως «μεγάλους στόχους». Ο πραγματισμός εμφανίζεται με το πνεύμα της υποχωρητικής διαπραγμάτευσης και της απλής αυτοσυντήρησης μέσα σε ένα καθεστώς «έκτακτης ανάγκης». Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούμε μια στροφή από το ριζοσπαστικό/ συγκρουσιακό πεδίο που σηματοδοτούσε ο όρος κοινωνικό κίνημα στον πραγματιστικό γαλαξία της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών και των παραδειγμάτων «χρήσιμης δράσης» (ιδιαίτερα σε σχέση με τον δημόσιο χώρο, την πόλη, την υιοθέτηση μιας πιο απλής ζωής, τις ομάδες των ποδηλατών, τις πρωτοβουλίες αυτομόρφωσης και πολιτιστικής εμψύχωσης).
Το ερώτημα είναι αν αυτές οι δυο τάσεις, ο πλουραλιστικός αναχωρητισμός, ακόμα και απορριπτικός ή ο πραγματισμός που είναι κατά τεκμήριο μετριοπαθής/ συμβιβαστικός θα είναι σε θέση να απορροφήσουν τις μεγάλες εντάσεις που παράγονται καθώς ο νεοφιλελευθερισμός περνά από το επίπεδο της τάσης σε αυτό της πραγματικότητας, από την νόθα στην «πραγματική» του εκδίπλωση.
Από μια άποψη το μέλλον προβλέπεται λαμπρό –όσο ζοφερή και αν φαίνεται η συγκυρία- για τις κατακερματισμένες υποκειμενικότητες και για τους πολύχρωμους υποκειμενισμούς. Η άνοδος των υποκειμενισμών, των «αυτοβεβαιώσεων» οι οποίες λειτουργούν ως μορφές αυτοπροστασίας για κάθε λογής κοινότητες πεποιθήσεων και συμφερόντων φαίνεται να ανταποκρίνεται στη λογική εξέλιξης προς έναν βαθύτερο εξαμερικανισμό όπως θα έλεγαν κάποιοι. Ιδίως μάλιστα εκεί όπου η κρίση αντιπροσώπευσης των υποτελών τάξεων συνδυάζεται με την αδυναμία της κυβερνώσας ελίτ να υφάνει μια θετική κοινωνική συναίνεση.

Είναι προφανές από την άλλη πως καμιά ελίτ δεν μπορεί να κυβερνήσει εις το διηνεκές συμμαχώντας με τον εαυτό της ή με άλλες ολιγαρχικές κάστες, αγοράζοντας σταθερότητα μέσω της πολιτικής χρήσης του φόβου ή στήνοντας, όπως κάνει το σοσιαλφιλεύθερο Πασόκ, διαύλους συνεννόησης με τμήματα της διανόησης και του ακαδημαϊκού κόσμου που έχουν συνταχτεί, για τους δικούς τους λόγους, με τους «φιλελεύθερους» εκσυγχρονισμούς.

Τούτο όμως δεν πρέπει να δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Η μέχρι στιγμής ανυπαρξία ενός μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων υπέρ του Μνημονίου μπορεί και αναπληρώνεται –για κάποιο χρόνο- από τη συνθήκη αδυναμίας όσων, δυνητικά, θα μπορούσαν να συνταχτούν σε ένα αντίπαλο μπλοκ. H απουσία θετικής συσπείρωσης στο σχέδιο του Μνημονίου αναπληρώνεται, και τούτο μειώνει το κόστος των κυβερνώντων, από την άνοδο των κερματισμών και των άπειρων ρηγμάτων στη συνολική κοινωνική ενδοχώρα, πράγμα που εμποδίζει τους πάντες να ανασυγκροτηθούν πολιτικά αλλά όχι όσους «παίρνουν τις αποφάσεις» να συνεχίσουν να αποφασίζουν σε ένα είδος συνεχούς ροής πραξικοπηματικού fasttruck. Με αυτή την έννοια μπορεί να εικάσει κανείς ότι η νεοπασοκική διακυβέρνηση μπορεί εντέλει να κάνει και δίχως κόμμα, δίχως το Πασόκ ως κομματικό οργανισμό ή συνδικαλιστική γραφειοκρατία.

Από τη μια έχουμε «αυτούς που αποφασίζουν» σε ένα κενό –εννοώ: την έλλειψη θετικών προσδοκιών για ευρύτερα στρώματα και όχι απλώς για μερίδες των ελίτ - και από την άλλη μια ενδοχώρα η οποία βυθίζεται στην αίσθηση ότι μάλλον δεν μπορεί να υπάρξουν άλλες αποφάσεις, ένας άλλος τρόπος διεύθυνσης της κοινωνίας και της οικονομίας. Από αυτή την αίσθηση πηγάζει ένας ορισμένος αναχωρητικός πειρασμός ή ένας «πειραματικός» πραγματισμός ως χλιαρό υποκατάστατο της πολιτικής αμφισβήτησης. 
  • Ο πρώτος πόλος –της απόφασης- υιοθετεί τον ρητορικό πατριωτισμό της έκτακτης ανάγκης και της εθνικής ευθύνης ως βάση για την περαιτέρω αυταρχική επιτάχυνση των σοκ. Είναι ωστόσο ο πόλος των αποφάσεων, ο πόλος της εκτελεστικής εξουσίας. 
  • Ενώ ο δεύτερος πόλος στον οποίο έχουν μπλεχτεί και οι δικοί μας υποκειμενισμοί, οι άπειρες υποκειμενικές αποχρώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς καθηλώνεται στη συζήτηση, γίνεται αυτό που ο Carl Schmitt αποκαλούσε «μια συζητώσα τάξη» (εκείνος βέβαια αναφερόταν στους φιλελεύθερους αστούς).
Θα αναρωτηθεί κανείς: ποιες δυνατότητες υπάρχουν, αν υπάρχουν, για αυτό που ο Μπαλιμπάρ έχει αποκαλέσει αλλαγή στην αλλαγή, για παρέμβαση στις βαριές συνέπειες της κρίσης που αφορούν κατεξοχήν την ιδεολογία, τους χάρτες του κοινωνικού νοήματος, την πολιτική κίνηση των υποκειμένων; Νομίζω ότι υπάρχουν περιθώρια. Και τούτο για δυο λόγους: 
  • πρώτον, το πρότυπο της νεοφιλελεύθερης χειρουργικής σε συνθήκες όπου υπερισχύουν αρνητικές ως πολύ χαμηλές προσδοκίες, δεν είναι ελκυστικό για μεγάλα τμήματα των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων. 
  • Και για έναν δεύτερο λόγο: η δυνατότητα των δυνάμεων του Μνημονίου να δημιουργήσουν θετικά γεγονότα κερδίζοντας το χαμένο έδαφος είναι περιορισμένη από την ίδια την ολοκληρωτική λογική του εγχειρήματος. 
Όπως είπα, τα προηγούμενα κύματα μεμονωμένων «μεταρρυθμίσεων» δεν έθιγαν όλα τα υποσυστήματα της συλλογικής ζωής αλλά εντοπισμένες περιοχές και κλάδους. Τώρα αρχίζει να γίνεται συνείδηση, παρά την ιδεολογική κατάχρηση του θέματος των διαιρέσεων μέσα στον κόσμο της εργασίας και την συνήθη αντισυντεχνιακή κατήχηση, ότι επιμέρους τομείς, διαφορετικά πεδία, κλάδοι και κοινωνικά status αλληλεξαρτώνται. Γίνεται δηλαδή περισσότερο ορατή η «ενσωμάτωση» ή αν θέλετε ο εγκλωβισμός των επιμέρους στιγμών στο όλον, στο γενικό κάδρο και στην μοίρα του. Και είναι αυτό το κάδρο το οποίο, μέχρι στιγμής, δεν διαθέτει πολλά αποθέματα θετικής νομιμοποίησης. Η κρίση κατακερματίζει αλλά συγχρόνως ομογενοποιεί ή εξομοιώνει.

Πρόσφατο παράδειγμα: όταν η αναδιάθρωση/κούρεμα αγγίζει και τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα βλέπουμε ότι ακόμα και τμήματα του κατεστημένου «αντιλαϊκιστικού τόξου της σύνεσης» εγείρουν ερωτήματα και υψώνουν τους τόνους διαμαρτυρίας. Και κάτι ανάλογο συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Πανεπιστήμιο: πολλοί από τους συναδέλφους που δηλώνουν φανατικοί της «έλλογης τάξης» την οποία επιβάλει η τρόικα εμφανίζονται… ενοχλημένοι αν όχι εξεγερμένοι από την «μηχανιστική» και «ακραία» - όπως οι ίδιοι ομολογούν- εφαρμογή των αρχών της Μπολόνια που βεβαίως συσχετίζονται οργανικά με την φιλοσοφία του Μνημονίου. Αρνούνται φυσικά να αναγνωρίσουν αντίφαση στη θέση τους και συρρικνώνουν τα ζητήματα σε θέματα συγκεκριμένων προσώπων και των «κακών τους χειρισμών» – αλλά αυτό είναι ως ένα βαθμό ευεξήγητο.

Όλα αυτά δείχνουν ωστόσο την περίφημη αντικειμενική συνθήκη της δυνατότητας. Συνιστούν μια διαπίστωση για τα πιθανά αντικειμενικά όρια κάποιων «ανοχών» απέναντι στην ολιγαρχική εκτροπή της κυβέρνησης. Η αντικειμενική συνθήκη συναντά ωστόσο τις συνέπειες μιας μεταβολής κοινωνικού τοπίου που «μολύνει» το πεδίο της πολιτικής βούλησης και αποσταθεροποιεί κάθε δυνατό κοινωνικοπολιτικό σχέδιο.

Τι κάνουμε λοιπόν; Για να μην καταχραστώ περισσότερο χρόνο αρκούμαι να διατυπώσω κάποιες υποθέσεις στη συνέχεια των παραπάνω σκέψεων.

Η πρώτη υπόθεση περιλαμβάνει την ανάγκη για επιθετική ανάδειξη και αποσαφήνιση του θεμελιώδους κοινωνικού μετώπου με αιχμή το ζήτημα της εργασίας, των κοινωνικών δικαιωμάτων, της υπεράσπισης του μη εμπορευματικού, μη αγοραίου χαρακτήρα δραστηριοτήτων, θεσμών, μορφών συνεργασίας και κοινωνικής δημιουργίας. Ένα τέτοιο κοινωνικό μέτωπο επιτρέπει να συνδέσουμε τους βραχίονες της «αναδιάρθρωσης» στα διαφορετικά της πεδία εφαρμογής όπως οι εργασιακές σχέσεις, η δομή και οι σκοποί της ανώτατης εκπαίδευσης, η αρχιτεκτονική του δημόσιου τομέα και των κοινωνικών υπηρεσιών.

Η δεύτερη υπόθεση είναι αυτό που έχω ονομάσει παρέμβαση στο επίπεδο των αξιών. Περιλαμβάνει την ανάγκη για μια αξιακή (ηθικοπολιτισμική) διαμάχη με τις κυρίαρχες λογικές σε σχέση με τις διαφορετικές μορφές και τα ανταγωνιστικά περιεχόμενα που έχει ο κοινωνικός εξορθολογισμός, η ιδιότητα του πολίτη και του εργαζόμενου υποκειμένου, τα χαρακτηριστικά και οι στόχοι της κοινωνικής ανάπτυξης και της συλλογικής ευημερίας. Η κρίση αναδεικνύει την επείγουσα προτεραιότητα της πρώτης υπόθεσης αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δεύτερη υπόθεση είναι κάποια πολυτέλεια που την αφήνουμε για αργότερα. Αν ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλά μετωνυμία κάθε σκληρής ταξικής πολιτικής ή ένα απλό τεχνικό-οικονομικό πρόγραμμα, αν είναι επίσης και μια κοινωνική κουλτούρα και μια ηθική ή ακόμα και μια «μεταπολιτική» αισθητική, πρέπει να αναπτυχθεί ένα ευρύ κριτικό πρόγραμμα για την απονομιμοποίηση των αξιώσεών του, για την ανασκευή της δικής του «φυσικής θεολογίας». Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομία αλλά και στην κουλτούρα, στις αξίες της καθημερινότητας, στα πολιτιστικά εγχειρήματα.

Προσωπικά σε αυτό προσπαθώ να συνεισφέρω ελέγχοντας τις νεοεκσυγχρονιστικές αφηγήσεις που αναπτύσσονται στον ελληνικό δημόσιο χώρο και επιχειρούν να διαβάσουν την κρίση ως παρεπόμενο κάποιας καταραμένης «εθνικής μοίρας», κάποιας ανερμάτιστης «συλλογικής νοοτροπίας» ή διαφόρων οργανωτικών και θεσμικών ανορθολογισμών της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Κατά τη γνώμη μου είναι απαραίτητη η επίμονη κριτική στη ρηχή ηθικολογία και στη μόδα της ανώδυνης «εθνικής αυτοκριτικής», μια μόδα ιδιαιτέρως ελκυστική τόσο για τις νεοσυντηρητικές φωνές όσο και για κάποιες κεντροαριστερές ερμηνείες των ελληνικών δεινών. Είναι άλλωστε παράδοξο που σε αυτή τη μόδα συγκλίνουν οι ιερεμιάδες του Χρήστου Γιανναρά για τις εγκληματικές «συντεχνίες της Αριστεράς» και οι κατ’ επίφαση ψύχραιμες αναλύσεις πολλών «υπερνεωτερικών» της προόδου που υπερασπίζονται τον ορθολογικό πυρήνα των σχεδίων κυβέρνησης, ΔΝΤ και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Τέλος μια τρίτη υπόθεση έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση από όλους μας ότι το αποτύπωμα αυτής της κρίσης απειλεί πραγματικά το όλο οικοσύστημα της Αριστεράς. Για τον εξής λόγο: πλήττει κάθε έννοια συλλογικής οργάνωσης, ενισχύει τις στρατηγικές ατομικής αυτοσυντήρησης και ενθαρρύνει ποικίλες οριζόντιες μνησικακίες ανάμεσα σε αυτούς που χάνουν -διότι άλλοι αισθάνονται ότι χάνουν πολλά ή ότι οι διπλανοί τους «δεν χάνουν το ίδιο». Θα έλεγα μάλιστα ότι η έκρηξη των μικρών υποκειμενισμών ακόμα και στο επίπεδο διεκδίκησης μιας ιδεολογικής-θεωρητικής «ορθότητας», βαίνει παράλληλα με την αδυναμία υπέρβασης των άγονων κατακερματισμών σε συνθήκες διακινδύνευσης των «προγραμματισμών ζωής» για μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Και είναι κρίσιμο το ζήτημα το οποίο τίθεται από τη διακινδύνευση των προγραμματισμών ζωής, των σχεδίων ζωής. Το ότι, για παράδειγμα, όλες οι έρευνες δείχνουν μια επέκταση των φαινομένων φτώχειας ή υλικής υποβάθμισης προς την περιοχή των νεότερων και παραγωγικών ηλικιών, πέρα δηλαδή από τις λεγόμενες ευπαθείς ομάδες, είναι ενδεικτικό.

Το καίριο ζητούμενο είναι λοιπόν η αναστροφή ή έστω η υπονόμευση του κυρίαρχου αδρανο-καταθλιπτικού ψυχικού αποτυπώματος της κρίσης: η αποτροπή της δημιουργίας μιας κατάστασης των αμοιβαίων φθόνων και των διασταυρούμενων φόβων, των διαμελισμένων «σωμάτων» που εμποδίζουν την ανασυγκρότηση αποτελεσματικών αντιστάσεων. Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου κάθε απόχρωση γνώμης, κάθε υποκειμενική πρόσληψη της ταυτότητας του αριστερού να επιδιώκει την μετατροπή της σε πολιτική στάση αν όχι σε αυτόνομη τάση.

Στην ουσία βρισκόμαστε μπροστά σε μια μορφή ακραίου ηθικοπολιτικού εκβιασμού. Και υπάρχει μια πλούσια παράδοση στη διαχείριση των ατομικών και συλλογικών φόβων από την πλευρά της κρατικής εξουσίας και των συμμάχων της στη δημοσιότητα. Όποιος γνωρίζει έστω τα βασικά από την ιστορία των πολιτικών ιδεών και πρακτικών δεν πρέπει να έχει αμφιβολίες ότι η ηγεμονική διαχείριση του φόβου απειλείται μόνο από μια «αντι-ηγεμονική» διαχείριση της ελπίδας. Η απαξίωση ή η αυτοαπαξίωση της Αριστεράς – και τα δυο συμβαίνουν εναλλάξ- έχει συμβάλει μέχρι στιγμής στην αυτονόμηση των φόβων, στην επικυριαρχία της δυσθυμίας και των ενοχικών συνδρόμων τα οποία λειτουργούν υπέρ του ολιγαρχικού και αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού, υπέρ των «ιατρικών» του γνωματεύσεων για την κρίση.

Δεν ξέρω αν η δυναμική των κοινωνικών γεγονότων θα δώσει μια κάποια λύση σε αυτή την κατάσταση άνισης ανάπτυξης των φόβων και των ελπίδων. Το ελπίζω παραμένοντας, ασυγχώρητα ίσως, σκεπτικιστής…



- Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου