Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Προς ένα ακόμα «αίσιον και ευτυχές»...

σκίτσο του Πάνου Ζάχαρη
του Παντελή Μπουκάλα
από την Καθημερινή (31/12)

Να ανακεφαλαιώσει κανείς και να συνοψίσει τον χρόνο, τον προσωπικό και τον συλλογικό, να τον ακινητοποιήσει ανάμεσα στα συμβατικά ορόσημα που θέτουμε αυθαιρέτως για να τον φέρουμε κάπως στα μέτρα μας, δεν είναι το ευκολότερο των πραγμάτων. Οσα στην ώρα τους δείχνουν σπουδαία και σοβαρότατα, ανεξίτηλα δηλαδή και αλησμόνητα, μπορεί να λησμονηθούν πολύ γρήγορα, για να έρθουν στη θέση τους άλλα, φαινομενικώς ανεπανάληπτα και αυτά, άρα και αξέχαστα. Κι όσα πάλι μοιάζουν ήσσονα τη στιγμή που συμβαίνουν, έρχεται καιρός και αποδεικνύονται πλούσια σε νόημα, τερπνό ή πικρό, δεν έχει σημασία. 

Θυμάται άραγε κανείς, ή μάλλον θέλει να θυμάται, τις τυμπανοκρουσίες και τις βαρύγδουπες εξαγγελίες με τις οποίες υποδεχτήκαμε, και μάλιστα βιαστικά, το Μιλένιουμ; Θέλει να θυμάται με ποιες γιορτές και πανηγύρεις πλαστού ή έστω διογκωμένου ενθουσιασμού το εκμαιεύσαμε και το λατρέψαμε, θαρρείς και αρκούσε μια χρονολογία για να πλεύσει σύμπασα η ανθρωπότητα σε θάλασσες ήρεμες και πλούσιες και να απαγκιάσει σε λιμάνια ασφαλή;

Ή, για να μείνουμε στα δικά μας, τα ελληνικά, έχουμε πια σπουδαίους λόγους να θυμόμαστε τους διθυράμβους και τις τυμπανοκρουσίες που προανήγγειλαν, υποδέχτηκαν και αποχαιρέτησαν το μέγα και τρανό ορόσημο του 2004; Οι «Ολυμπιακοί του μέτρου», καταπώς έλεγαν οι ενορχηστρωτές και μεταπράτες των μυθολογημάτων, θα απέφεραν πλούσιους καρπούς, τουριστικούς πρώτα πρώτα, τους μόνους για τους οποίους κατά βάση νοιάζεται η πολιτεία και ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, εκ παραδόσεως προσανατολισμένο στη «μεγάλη βιομηχανία του τουρισμού». Τι να συγκρατήσει λοιπόν κανείς από το 2004, τι καλό να μνημονεύσει από ένα έτος που, με την «εθνικώς επιβεβλημένη» κορύφωση της σπατάλης, μας οδήγησε μια ώρα γρηγορότερα στο χείλος της χρεοκοπίας, με τα τριάκοντα δισεκατομμύρια ευρώ που φόρτωσε στους ώμους μας, χρέος εσαεί;


Και τι να θυμάται, τι να θέλει να θυμάται, από το έτος που μόλις μας αποχαιρέτησε, με τη δυσθυμία του να αδιαφορεί για το κλίμα των γιορτών; Σαν ανάποδος Αϊ-Βασίλης έφυγε το 2010, αφήνοντάς μας ένα βαρύτατο σακί γεμάτο ελλείμματα, χρέη, δάνεια, επιτηρήσεις, ελέγχους και τιμωρίες, ειρωνεία και περιφρόνηση από τους «ισχυρούς» και τους «πετυχημένους» της Ευρώπης, ανελέητα παιχνίδια από τις διαβόητες Αγορές και εκβιασμούς από τους οίκους αξιολόγησης, περικοπές μισθών και συντάξεων, ανεργία, φαλκίδευση δικαιωμάτων που έδειχναν ακλόνητα, ανασφάλεια, δυσφορία και μελαγχολία· μια μελαγχολία που για ορισμένους, ολοένα και περισσότερους όπως όλα δείχνουν, φτάνει και ξεπερνάει το κατώφλι της απόγνωσης

Τι σχέση μπορεί να έχουν άραγε όλα αυτά με την αισιόδοξη πρόβλεψη που είχε κάνει πέρυσι τέτοιον καιρό, στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, ο οποίος, ανεπαρκώς ενημερωμένος προφανώς και αυτός παρά το ύψος του αξιώματός του, είχε εκφράσει την πίστη και τη σιγουριά του ότι «φέτος τα πράγματα θα πάνε καλύτερα»; Ποιο έτος να αφορούσε άραγε εκείνο το προεδρικό «φέτος»; Τίποτα δεν δείχνει ότι πρόκειται για το το 2011, ένα ακόμα «αίσιον και ευτυχές νέον έτος» που, αδιάφορο για τις ανήμπορες ευχές μας, προστίθεται στην αρμαθιά των χρόνων. Μήπως πρόκειται για το 2013 της εξόδου μας από το Μνημόνιο, όπως τουλάχιστον την υπόσχεται ο πρωθυπουργός; Αλλά η μόνη παρηγορητική αξία που έχει η διαβεβαίωση του κ. Γ. Παπανδρέου έχει να κάνει με την υποδηλούμενη σιγουριά του ότι η ανθρωπότητα θα περάσει αλώβητη το όριο της 21ης Δεκεμβρίου του 2012, ώρα 13.13 ακριβώς, και δεν θα καταστραφεί, όπως προφήτευσαν οι αρχαίοι Κινέζοι, οι Μάγιας, ο Νοστράδαμος και οι σεναριογράφοι του Χόλιγουντ.

Α, ναι, το θυμήθηκα μόλις την τελευταία στιγμή ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Οτι δηλαδή το μετά κλάδων και άνευ βαΐων αποπεμφθέν 2010 είχε κηρυχθεί επισήμως και μάλλον αυτοσαρκαστικά, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Ευρωπαϊκό Ετος κατά της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού» (και αγγλιστί «European Year for Combating Poverty and Social Exclusion»). Δέκα χρόνια πριν, τότε με το κοσμογονικό Μιλένιουμ, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, συνελθόντες στη Λισσαβώνα, είχαν δεσμευτεί (είχαν κάνει δηλαδή τις σχετικές παραμυθητικές δηλώσεις, γεμάτες τηλεοπτική αποφασιστικότητα) ότι έως το 2010 θα έχουν εξαλείψει τη φτώχεια από την Ευρωπαϊκή Ενωση και πια, ελευθερωμένοι από το άγχος, θα συντρέξουν και τις φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου, στη φτώχεια των οποίων οφείλουν τον πλούτο τους αρκετές από τις ισχυρές χώρες του Πρώτου Κόσμου. Και, όπως θα όφειλαν να αναμένουν, δεν πέτυχαν ούτε κατά προσέγγιση τον διακηρυγμένο στόχο τους: Το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γιούροστατ, το 17% των Ευρωπαίων ζούσε στα όρια της φτώχειας (το ποσοστό της Ελλάδας, 21%, ήταν το υψηλότερο στην παλαιά Ευρώπη των «15», ενώ στη διευρυμένη των «27» υπολειπόταν μόνο του ποσοστού της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Λιθουανίας).

Αφού λοιπόν το φιλόδοξο δεκαετές πλάνο απέτυχε, οι φιλόπτωχοι Ευρωπαίοι ιθύνοντες ονομάτισαν εξορκιστικά το 2010 «Ετος κατά της Φτώχειας», ξαναείπαν τα ίδια συνθήματα, έκαναν τα σχετικά εγκαίνια στη Μαδρίτη, υπό τον τίτλο «Η φτώχεια είναι ανεπίτρεπτη» (όνειδος τη χαρακτήρισε ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ως πρόεδρος της Κομισιόν) και... Και, στο τέλος του 2010, οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι, αντί να λιγοστέψουν, μετρήθηκαν πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στην αρχή του. Επειδή αυξήθηκε η ανεργία σε όλες τις χώρες (και πρώτα πρώτα στα «τέσσερα γουρουνάκια», την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία και την Ελλάδα, οι άνεργοι της οποίας έφτασαν τις 770.000 τον Νοέμβριο). Αλλά και επειδή παντού εφαρμόζεται το ίδιο μοντέλο «μεταρρυθμίσεων», που περιθωριοποιεί ολοένα μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας: επίθεση κατά του κοινωνικού κράτους, μέχρις εξαλείψεώς του, και ολοκληρωτική επιβολή των νόμων της αγοράς, στην αγριότερη εκδοχή τους και σε όλους τους τομείς, ανάμεσά τους φυσικά και η Παιδεία και η Υγεία. Με την αύξηση των διδάκτρων στην Αγγλία, λόγου χάρη, τοποθετείται μια τεράστια ταξική κρησάρα, ώστε να απελπίζονται εκ προοιμίου και επί της ουσίας να αποκλείονται όσοι δεν αντέχουν να πληρώσουν για να σπουδάσουν· όσο για τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις θεωρητικές επιστήμες, που ούτε πολλά αποδίδουν ούτε γρήγορα, δεν τις χρειάζονται οι Αγορές.

Για να διευκολυνθούν στο εγχείρημα της ανακεφαλαίωσης των ετών που φεύγουν, εφημερίδες και περιοδικά επιλέγουν και αναδεικνύουν το πρόσωπο της χρονιάς, αφήνοντας τον αναγνώστη-θεατή να εντοπίσει και να ερμηνεύσει ό,τι βρίσκεται πίσω από τη φωτογραφία του. Φοβάμαι ότι, για πρώτη ίσως φορά, το πρόσωπο της ελληνικής χρονιάς δεν είναι Ελληνας. Στις περιστάσεις θα ταίριαζε μια φωτογραφία του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, του κ. Ολι Ρεν ή του κ. Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Χωρίς λόγια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου