Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Απλά μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου

(πηγή)
του Λέανδρου Πολενάκη
από την Αυγή 

Οι απόψεις που προβάλλονται από μερίδα του Τύπου, ότι «η κοινή γνώμη έχει αρχίσει να στρέφεται εναντίον του κοινοβουλευτισμού», παραμένουν μετέωρες, χωρίς βάση για όσον καιρό οι εκφραστές τους δεν αποσαφηνίζουν τι ακριβώς εννοούν με τον αόριστο όρο κοινοβουλευτισμός που επικαλούνται γενικώς, ενώ απαιτεί, για τους μη νομικούς, ειδικότερη επεξήγηση.

Κοινοβουλευτικό πολίτευμα δεν είναι κάθε πολίτευμα στο οποίο λειτουργεί Βουλή αντιπροσώπων με την αρμοδιότητα να ψηφίζει τους νόμους. Κοινοβουλευτικό είναι το πολίτευμα στο οποίο, βάσει της Αρχής της δεδηλωμένης, «η κυβέρνηση πρέπει να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής». Αντίθετα με τις Προεδρικές Δημοκρατίες, όπου την κυβέρνηση διορίζει ο (εκλεγμένος) πρόεδρος ασχέτως πλειοψηφίας της Βουλής. Όπως ανεπανάληπτα έθεσε άπαξ διά παντός, αφοριστικά, το θέμα, ήδη από τον περασμένο αιώνα, ο πρύτανης των Ελλήνων συνταγματολόγων Ν.Ν. Σαρίπολος: «Στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα η πλειοψηφία της Βουλής παράγει την κυβέρνηση, όχι το αντίθετο, η κυβέρνηση την πλειοψηφία της Βουλής, με παροχές, εξαγορές και άλλα μέσα». (Η παραπομπή στη διάθεση των ενδιαφερομένων).

Καλώς ή κακώς το ελληνικό πολίτευμα είναι Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Βάσει του Συντάγματος, επειδή στην πράξη, όπως θέλω να δείξω, το νόμιμο πολίτευμα, στο σκέλος τουλάχιστον που αφορά την κοινοβουλευτική του βάση, έχει αλλοιωθεί και εξακολουθεί να αλλοιώνεται καθημερινά.  

Βασική αρχή του Συντάγματος είναι ότι «οι βουλευτές είναι απολύτως ελεύθεροι να ψηφίζουν και να ασκούν τα καθήκοντά τους κατά συνείδηση». Αναρωτιέται άρα κανείς, κατά πόσον στα «άλλα μέσα» με τα οποία η κυβέρνηση «παράγει» ενίοτε, κατά τον Σαρίπολο, ή διατηρεί έστω μια πλαστή και τεχνητή πλειοψηφία της Βουλής, όταν μάλιστα βρίσκεται αυτή σε προφανή δυσαρμονία με το κοινo αίσθημα, περιλαμβάνεται και η επίκληση, με τρόπο καταχρηστικό, της «κομματικής πειθαρχίας», με τη συνοδεία, πολλές φορές, της απειλής διαγραφής των «απείθαρχων».   

Αντιλαμβάνομαι ότι μπαίνω σε δύσκολα, περίπλοκα θέματα, υπό το καθεστώς μάλιστα ενός Συντάγματος, όπως το ισχύον, στο οποίο σταδιακά με αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις ο ρυθμιστής του πολιτεύματος Πρόεδρος της Δημοκρατίας απογυμνώθηκε από κάθε ρυθμιστική αρμοδιότητα για να θεσπιστεί, στην πράξη, ένα πολίτευμα πλήρους παντοδυναμίας του πρωθυπουργού. Ο αείμνηστος δάσκαλός μου Αριστόβουλος Μάνεσης, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής, είχε προλάβει να κάνει την αυστηρή αυτοκριτική του, για την όποια συμβολή του προς την εξέλιξη αυτή.

Τα Πολιτικά Κόμματα προβλέπονται από το Σύνταγμα, είναι ένας συνταγματικός θεσμός, αλλά οφείλουν, σαφώς, να λειτουργούν στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων. Δεν αποτελούν όργανα του κράτους άμεσα ή έμμεσα και, κυρίως, δεν βρίσκονται πάνω από το Σύνταγμα και τους νόμους. Από όσο τουλάχιστον είμαι σε θέση να γνωρίζω, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία συστηματική μελέτη για τη θέση και λειτουργία των κομμάτων μέσα στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος. Δεν έχω την ειδικότητα του συνταγματολόγου, ωστόσο εκείνο που ως παλαιός νομικός μπορώ να πω, είναι ότι το θέμα της «κομματικής πειθαρχίας» αφορά την εσωτερική λειτουργία των κομμάτων ως πολιτικών οργανισμών και όχι του πολιτεύματος. Δεν μπορεί, γι’ αυτό, σε καμιά περίπτωση να υπερισχύσει της αρχής εκείνης, η οποία θεσπίζει την ελευθερία των βουλευτών να ψηφίζουν και να αποφασίζουν κατά συνείδηση. Πόσο μάλλον όταν τίθεται με τη μορφή ενός εκβιαστικού διλήμματος, της διαγραφής από το κόμμα ή ακόμη και της «ρετσινιάς» του αποστάτη που έχει γίνει καραμέλα, χρησιμοποιούμενη «διά πάσαν νόσον» και στην παραμικρότερη περίπτωση διαφωνίας με τον αρχηγό.

Ανοίγω μια παρένθεση: ο χαρακτηρισμός του αποστάτη έχει εισαχθεί στην πολιτική μας ορολογία πολύ παλιότερα από όσο πιστεύουμε και δεν ανάγεται μόνο στα 1965. Ήδη από το 1843-44 χαρακτηρίστηκαν ως αποστάτες όσοι εκ των πρωταγωνιστών της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου έκαναν θεαματική, ριζική στροφή, εκατόν ογδόντα μοιρών και προσχώρησαν στη βασιλική παράταξη. (Βλ. π.χ. το θεατρικό έργο του Αλ. Σούτσου, «Το Συνταγματικόν Σχολείον», όπου συναντάμε αυτή τη λέξη, με την πιο πάνω σημασία).

Ο μέσος πολίτης, ακόμη και αν δεν γνωρίζει νομικά, με το ένστικτό του είναι σε θέση, πιστεύω, να συλλάβει την πραγματικότητα και αντιλαμβάνεται πλήρως τι συμβαίνει σήμερα. Ότι δηλαδή το Κοινοβουλευτικό πολίτευμα έχει κατά κόρον παραβιαστεί, ουσιαστικά ανατραπεί, από εκείνους ακριβώς, οι οποίοι είναι ταγμένοι για να το υπηρετούν. Όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κατά τον Σαρίπολο, διατηρείται «με άλλα μέσα», μεταξύ των οποίων η συνεχής επίκληση, εκφοβιστική, άκαιρη και καταχρηστική, της κομματικής πειθαρχίας. 

Ο μέσος πολίτης δεν στρέφεται άρα κατά του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αλλά εναντίον εκείνων οι οποίοι το φαλκίδευσαν και το φαλκιδεύουν συστηματικά. Το ακραίο «Να κλείσει η Βουλή», που ενίοτε ακούγεται, σημαίνει ετούτο: «Να κλείσει αυτή η Βουλή, όπως την έχετε καταντήσει, ένα άβουλο όργανο της εκάστοτε φαύλης κυβέρνησης. Και να γίνει, αν μπορεί, για πρώτη φορά, πραγματικός εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας».

Έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από το 1974, όταν απαλλαγήκαμε με θυσίες από τη χούντα, για να παλινορθωθεί όμως μια νεκρή από χρόνια, φαύλη πολιτική κατάσταση. Το 1975 ο ελληνικός λαός αποφάσισε σωστά με δημοψήφισμα να απαλλαγεί από το άγος της μοναρχίας. Διαπιστώνουμε όμως σήμερα με απόγνωση ότι καταργήσαμε το κληρονομικό του ανώτατου άρχοντα, για να το εισαγάγουμε σε όλες τις άλλες αρχές, μεγάλες ή μικρές. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου