Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Από την καθοδήγηση του Ρήγα στην καθοδήγηση των ελίτ

του Ευκλείδη Τσακαλώτου 
από τα Ενθέματα

Δεν είναι εύκολος ο διάλογος με διανοούμενους που ανήκαν κάποτε στην Aριστερά και που τώρα αισθάνεσαι ότι ασκούν δριμεία, συχνά άδικη, κριτική στις θέσεις των αριστερών. Ειδικά όταν αυτή ασκείται από τις σελίδες μιας εφημερίδας που διεκδικεί την υψηλή καθοδήγηση του συστήματος εξουσίας. Ο εύκολος δρόμος είναι η ανάδειξη αποκλίσεων μεταξύ παλαιότερων και νεότερων απόψεων. Αλλά μια και οι συνθήκες αλλάζουν και τα άτομα δικαιούνται να αλλάξουν απόψεις, μια τέτοια προσέγγιση σπανίως αναδεικνύει με γόνιμο τρόπο τη φύση των τωρινών διαφωνιών. Επιπλέον, παραβλέπει ότι μπορεί να υπάρχει μια σημαντική συνέχεια στις τωρινές απόψεις σε σχέση με τις παλαιότερες. Κάτι τέτοιο νομίζω ισχύει και στην περίπτωση του Γιάννη Βούλγαρη. Οι απόψεις που έχει διατυπώσει στα Νέα1 όλη την προηγούμενη περίοδο για μια εθνική στρατηγική εξόδου από την κρίση εμπεριέχουν στοιχεία συνέχειας καθώς και ρήξης με παλαιότερες δικές του προσεγγίσεις, αλλά και με αυτές του τμήματος της ανανεωτικής Αριστεράς που συνεχίζει να αντιπροσωπεύει.

Εθνική εγρήγορση

Οι παρεμβάσεις του Βούλγαρη δεν έχουν σημείο εκκίνησης την παγκόσμια κρίση του 2008. Ούτε είναι εύκολο να καταλάβει κανείς αν αυτή η κρίση έχει οδηγήσει σε κάποιες θεωρητικές αναθεωρήσεις για την περίοδο πριν από την κρίση: για τη βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, για την παγκοσμιοποίηση και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες, για το ρόλο του κράτους και των χρηματαγορών.

Σε μια πρώτη ανάγνωση ξαφνιάζει η έμφαση στο «εθνικό» στοιχείο που διαπερνάει τα άρθρα του σε σχέση με την κρίση. Ασκώντας (ήπια) κριτική στην ιδέα ότι η Δημοκρατική Αριστερά μπορεί να καλύψει ένα χώρο μεταξύ του νεοφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ και της «νεο-κομμουνιστικής» ριζοσπαστικής Αριστεράς, ισχυρίζεται ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν διεκπεραιώνει νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά μια πολιτική ειδικών συνθηκών, μια πολιτική Εθνικής αναγκαιότητας, από την οποία εξαρτάται η τύχη της Ελλάδας για δυο-τρεις γενιές» (12.6.2010). Αλλού μιλά για εθνική κρίση που χρειάζεται εθνική εγρήγορση, εθνικές στρατηγικές και εθνικούς αναπτυξιακούς στόχους. Από ό,τι φαίνεται μόνο μια εθνική στοχοπροσήλωση είναι ικανή να διασώσει την αξιοπρέπεια της Ελλάδας (27.2.2010).

Παραδοσιακά, η ανανεωτική Αριστερά διεκδικεί τον κυρίαρχο φιλοευρωπαϊκό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή. Ο προοδευτικός ευρωπαϊσμός αποτελεί το μόνο αντίδοτο στην εσωστρέφεια του λαϊκισμού. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που προσφέρεται είναι μια εθνική στρατηγική εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν απουσιάζουν εντελώς κριτικές σκέψεις για τη σημερινή οικονομική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της Ε.Ε., αλλά μια αλλαγή σε αυτό το επίπεδο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας άλλης στρατηγικής εξόδου από την κρίση. Αντιθέτως, ο ρεαλισμός επιτάσσει να βλέπουμε αυτή την αρχιτεκτονική ως μια δεδομένη παράμετρο, ακόμα και ως μια ευκαιρία.

Στη μεταπολιτευτική περίοδο, ολόκληρη η ελληνική Αριστερά είχε στόχο την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Απλουστεύοντας λίγο, η διαφορά ήταν ότι το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ (αρχικά) θεωρούσαν ότι μια τέτοια ανασυγκρότηση μπορούσε καλύτερα να επιτευχθεί εκτός ΕΟΚ, ενώ το ΚΚΕ εσωτερικού επιχειρηματολογούσε ότι μια εθνική στρατηγική εντός ΕΟΚ ήταν πιο βιώσιμη.2 Έλειπε, δηλαδή, από αυτή τη σύγκρουση, που έχει ξαναεμφανισθεί πολλές φορές αν και σε διαφορετική μορφή κάθε φορά, μια στρατηγική αναζήτηση που θα βασιζόταν, εν μέρει τουλάχιστον, σε υπερεθνικές λύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Βούλγαρης δεν συζητά αν η δική του προσέγγιση είναι εφικτή με την υπάρχουσα αρχιτεκτονική ή πώς είναι δυνατόν οι χρηματαγορές και οι πολυεθνικές να αντιμετωπιστούν χωρίς μια νέα αρχιτεκτονική (αναγκαία συνθήκη για οποιαδήποτε στρατηγική που θέλει να διασώσει κάτι από το κοινωνικό κράτος). Το παράδοξο είναι ότι οι κριτικές για τον αντιευρωπαϊσμό της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν οξυνθεί σε μια περίοδο που τα υπερεθνικά στοιχεία της πολιτικής της έχουν ενισχυθεί, και σε σχέση με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και με τη θέση για τη ριζική επανίδρυση της Ε.Ε., αλλά και με τις υπερεθνικές συμμαχίες στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Οι εντός και εκτός των τειχών

Ποιες είναι οι δυνάμεις, κατά τον Βούλγαρη, που εμποδίζουν μια εθνική διέξοδο από την κρίση και «ωθούν σχεδόν νομοτελειακά στην απραξία, στη δημοσιονομική κρίση και στην καταλήστευση του δημοσίου χώρου» (24.7.2010); Πρόκειται για «ένα πολιτικοκοινωνικό σύμπλεγμα […] για μια αρνητική συνέργεια πολιτικού συστήματος, κομματικού συστήματος, συνδικαλιστικής αντιπροσώπευσης και ομάδων ειδικών συμφερόντων» (30.4.2010). Σε αυτό το σύμπλεγμα είναι απολύτως συνένοχοι η Αριστερά και το (μη σημιτικό) ΠΑΣΟΚ (5/12.2010), για τους οποίους «Οι ανάγκες και η κουλτούρα της παραγωγής, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας και της υγιούς θεσμικής υποστήριξης των επιχειρηματικών δυνάμεων ήρθαν σε δεύτερη μοίρα για να το πούμε μετριοπαθώς» (24.7.2010).

Ο Βούλγαρης δεν επιδιώκει θεωρητικές καινοτομίες στην προσπάθειά του να κατανοήσει τη σημερινή συγκυρία. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την υιοθέτηση του πιο σκληρού πυρήνα της κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, αυτή της «δημόσιας επιλογής», μιας θεωρίας που άνθησε τη δεκαετία του 1970 ως (η πλέον δεξιά) ερμηνεία της τότε κρίσης, και που έδωσε ιδεολογική κάλυψη στη μετέπειτα νεοφιλελεύθερη στροφή. Σε αυτή την παράδοση, οι αναδιανεμητικοί συνασπισμοί έχουν κάθε συμφέρον μέσω του κράτους να μεγιστοποιούν το μέγεθος της πίτας που παίρνουν οι ίδιοι, περιθωριοποιώντας τους παραγωγικούς συνασπισμούς που τους έχουμε ανάγκη για την αύξηση της πίτας. Συγχρόνως, ιδιοτελείς πολιτικοί και γραφειοκράτες έχουν κάθε λόγο να ενδώσουν στις απαιτήσεις των συμφερόντων. Ο Βούλγαρης μπορεί να ασκεί κριτική σε αυτές τις επιχειρήσεις που επιβιώνουν μέσω αδιαφανών σχέσεων με το κράτος, αλλά είναι σαφές ότι ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί τη δύναμη αυτή που καλείται να αντιμετωπίσει την αναπτυξιακή πρόκληση της χώρας. Έτσι, για το πρόβλημα του χρέους, οι μειώσεις στη φορολογία του κέρδους, ή το γεγονός ότι το κράτος, μέσω εγγυήσεων, έχει αναλάβει ιδιωτικά χρέη, ή οι στρατιωτικές δαπάνες, ή οι διευκολύνσεις στο τραπεζικό σύστημα έχουν δευτερεύουσα σημασία.

Από αυτό το πρίσμα δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από τους προνομιούχους του δημοσίου που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των αναδιανεμητικών συνασπισμών. Φαντάζομαι ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να περάσουν μια περίοδο αναστοχασμού, διαβάζοντας τη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων του Άνταμ Σμιθ ή τον Μεγάλο μετασχηματισμό του Καρλ Πολάνυι, για να αποκτήσουν την αίσθηση του δημόσιου συμφέροντος, την αξία της συνεργασίας, την έλξη της δημόσιας προσφοράς. Συγχρόνως, οι δυνάμεις της επιχειρηματικότητας θα συνεχίσουν να εμπνέονται από τον Πλούτο των εθνών (πάλι Σμιθ), ή το Δρόμο προς την Δουλεία του Χάγιεκ, για το πώς το ιδιωτικό συμφέρον οδηγεί στην ικανοποίηση του συνολικού συμφέροντος. Παραδοσιακά η στάση της Αριστεράς περιγράφεται συνοπτικά από ένα παλαιό σύνθημα του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας «ο πλούσιος έχει το χρήμα του, ο φτωχός την πολιτική». Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα, ούτε στο επίπεδο της ηθικής θεωρίας ούτε της πολιτικής οικονομίας, που επιτάσσει στους εργαζόμενους και εργαζόμενες να δεχτούν τα αποτελέσματα της αγοράς, και άρα να απαρνηθούν μονομερώς το όπλο της πολιτικής. Μόνο στις ΗΠΑ κυριαρχεί το ιδεολόγημα ότι ο μισθός και η διανομή του εισοδήματος κατά κάποιο τρόπο αντικαθρεφτίζουν δίκαια την αξία και κόπο των εργαζόμενων.

Πώς μπορεί ο Γιάννης Βούλγαρης να παραβλέψει ένα τόσο συστατικό στοιχείο της πολιτικής οικονομίας της αριστερής παράδοσης; Η απάντηση είναι ότι στη σκέψη του, όπως στην εκσυγχρονιστική συλλογική γενικότερα, έχει περιθωριοποιηθεί η σύλληψη ότι η ίδια η αγορά δημιουργεί ανισότητες, διακρίσεις και ανασφάλεια. Αν για την Αριστερά οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υπάρχουν επειδή η αγοραία οικονομία έχει τόσες δυσλειτουργίες, στην κυρίαρχη σκέψη μια εν δυνάμει παραγωγική καπιταλιστική οικονομία εκτροχιάζεται από αυτές τις οργανωμένες ομάδες (και άρα η «ωμή ισχύς» των μεγάλων και μικρών συμφερόντων πρέπει να πολεμηθεί (5.12.2009)). Είναι αλήθεια ότι δεν έχουν όλες οι δυνάμεις της εργασίας την ίδια διαπραγματευτική ισχύ, και αυτό επίσης δημιουργεί ανισότητες στο εσωτερικό της τάξης, που συχνά η Αριστερά δεν τις έχει αντιμετωπίσει με ζήλο και αποτελεσματικότητα. Αλλά η ανάλυση του Βούλγαρη τείνει να προϋποθέτει αυτό που είναι προς απόδειξη, ότι, δηλαδή, ένας πιο απελευθερωμένος ιδιωτικός τομέας θα παράγει τέτοιο πλούτο, και θα επιτρέψει αρκετή αναδιανομή αυτού του πλούτου, ώστε τα οργανωμένα συμφέροντα δεν θα χρειάζονται να ασχολούνται τόσο με το μοίρασμα της πίτας. Αν δεν το πάρουμε αυτό ως δεδομένο, τότε είναι πιο εύκολο να κατανοήσουμε ότι το πελατειακό κράτος αποτέλεσε στοιχείο της στρατηγικής του κεφαλαίου στην Ελλάδα επειδή το οικονομικό μοντέλο, που προωθήθηκε μετά το 1996, αδυνατούσε να εξασφαλίσει τις αναγκαίες συναινέσεις εκ του αποτελέσματος, δηλαδή, μέσω μιας δυναμικής οικονομίας που θα παρήγαγε θέσεις εργασίας, καλούς μισθούς και ένα αξιοπρεπές κοινωνικό κράτος. Συνοψίζοντας, η ελληνική οικονομία δεν αντιμετωπίζει μια δημοσιονομική κρίση επειδή δεν αντιμετωπίστηκε το πελατειακό κράτος. Αντιθέτως, το πελατειακό κράτος αποτελεί ένα μέσο για να καλύψει τις αδυναμίες συναίνεσης του οικονομικού μοντέλου.

Κατά τον Βούλγαρη, το σύμπλεγμα που ευθύνεται για την κρίση έχει ως πρώτο θύμα τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αυτούς που έχουν πενιχρές συντάξεις, και τους επισφαλείς εργαζόμενους. Άρα, εκτός από την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, το ζητούμενο είναι μια μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πιο ευάλωτων στρωμάτων (24.7.2010). Κάτι που κάνει αναγκαία τη διαφάνεια του κράτους «να καταστήσει την κοινωνική εισοδηματική ιεραρχία της χώρας, έτσι ώστε να γίνει δημοσιονομικά διαχειρίσιμη και κοινωνικά δικαιότερη» (27.2.2010). Εδώ έχουμε πάλι μια συνέχεια: η παραδοσιακή μεροληψία της Αριστεράς υπέρ των πιο αδύναμων. Αλλά από πού προκύπτει ότι υπάρχουν οι συνθήκες για μια συμμαχία ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς και τους «εκτός των τειχών»; Στις πιο φιλελεύθερες οικονομίες, η αρχική επίθεση στους εντός δεν οδήγησε σε κάποιο όφελος για τους εκτός. Αντιθέτως, θα έλεγε κανείς. Καθώς το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα έχασε μέρος της ισχύος του, αυτό οδήγησε σε δυσμενείς συνέπειες για τους εκτός, και όχι μόνο στην αγορά εργασίας: καθώς τα μεσαία στρώματα κερδίζουν όλο και λιγότερο από το κοινωνικό κράτος, και πληρώνουν περισσότερα για την παιδεία, την υγεία και τις συντάξεις τους, αποδεικνύουν σημαντική απροθυμία να χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος. Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου, ακόμα και στις ΗΠΑ, η πίεση για λιγότερους φόρους και δημόσιες υπηρεσίες δεν έχει τελειωμό.

Μια στρατηγική για τις ελίτ

Ενώ οι «εκτός των τειχών» αποτελούν το αντικείμενο της συνολικής στρατηγικής, δεν φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο ως υποκείμενο. Καμία δική τους κινητοποίηση δεν προωθείται, ούτε διαβάζουμε προτάσεις που θα ενίσχυαν θεσμικά τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Το πρόβλημα μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας «είναι ότι μπορεί να στηριχτεί σε όλους και σε κανένα […]. Είναι η κλασική περίπτωση όπου η πολιτική εξουσία χρειάζεται να δείξει τη στρατηγική και την πυγμή που θα μετατρέψει την “πλατωνική” ομοφωνία σε πλειοψηφική συναίνεση στήριξης ενός σχεδίου για το μέλλον» (27.2.2010). Ενώ η βασική στήριξη αναμένεται να έρθει «από τον ευρύτερο αστερισμό της κεντροαριστεράς, της δημοκρατικής αριστεράς, της οικολογίας, του προοδευτικού Ευρωπαϊσμού» (24.7.2010), δεν είναι ξεκάθαρο γιατί δεν θα μπορούσε να στηριχτεί και από τις εκσυγχρονιστικές δυνάμεις της Δεξιάς, ιδιαίτερα όταν ο Βούλγαρης τονίζει ότι η συνθήκη έκτακτης ανάγκης δεν περιγράφεται με όρους Αριστεράς-Δεξιάς (12.6.2010). Και ιδιαίτερα όταν αναλογιστεί κανείς ότι απευθύνεται στις ελίτ. Ο κόσμος, μας λέει, θα εμπιστευτεί λιγότερο τα πολιτικά κόμματα, και περισσότερο πολιτικά πρόσωπα με «πολιτικό λόγο εθνικής υπευθυνότητας», με ηγετική ικανότητα (27.2.2010).

Ευτυχώς, αυτές οι ελίτ δεν είναι μόνες τους, ενισχύονται όταν υπάρχουν εξωτερικοί περιορισμοί, όπως έγινε την περίοδο ένταξης στην ΟΝΕ, όπως και τώρα που η κρίση παρουσιάζεται ως ευκαιρία (5.12.2009). Αυτό που παραβλέπεται είναι ότι η πολιτική κρίση είναι πρωτίστως μια κρίση αντιπροσώπευσης, και όχι ζήτημα ικανοτήτων και αφηγήσεων των ελίτ. Από τότε που οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς άρχισαν να συγκλίνουν σε θέματα οικονομικής πολιτικής με την κεντροδεξιά, σημαντικά κοινωνικά στρώματα αντιπροσωπεύονται ελλιπώς στο πολιτικό πεδίο. Αυτή η νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη δεν φαίνεται να απασχολεί τον Γ. Βούλγαρη, που συχνά τον νεοφιλελευθερισμό τον βάζει εντός εισαγωγικών. Ούτε τον απασχολούν οι θεωρήσεις περί κομμάτων καρτέλ, άλλο χαρακτηριστικό φαινόμενο της νεοφιλελεύθερης περιόδου. Κόμματα, δηλαδή, που απομακρύνονται, θεσμικά και οργανωτικά, από το πρότυπο του μαζικού κόμματος, που σταδιακά αποστειρώνονται από κοινωνικές επιδράσεις. Αυτά τα κόμματα στηρίχθηκαν στην προσδοκία ότι ο κοινωνικός ιστός θα είχε τάσεις ομογενοποίησης, ότι οι ταξικές και πολιτισμικές αντιφάσεις θα αμβλύνονταν. Αλλά οι εξελίξεις μετά το 2008 δεν επιβεβαιώνουν αυτές τις προσδοκίες. Η επίθεση του κεφαλαίου απλώνεται σε όλο τον κόσμο της εργασίας που φαίνεται ότι, για μια ακόμη φορά, χρειάζεται μια κοινή στάση.

Όπως ισχύει και στην εκσυγχρονιστική σκέψη γενικότερα, ο Βούλγαρης δεν μπορεί να πάει πέρα από μια επιφανειακή κριτική του λαϊκισμού, και δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί από την επιστημονική συζήτηση του φαινομένου. Δεν κατανοεί ότι πίσω από τις λαϊκίστικες νοοτροπίες και πρακτικές υπάρχουν σοβαρές ανάγκες για ασφάλεια και για μορφές συλλογικότητας. Έτσι δεν μπορεί να συνδέσει τις αρνητικές συνέπειες του λαϊκισμού με την κρίση αντιπροσώπευσης, αλλά ούτε με τη σταδιακή απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, με την αίσθηση ότι η πολιτική δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Και βεβαίως όταν απευθύνεσαι στους ελίτ δεν μπορεί παρά να ενισχύσεις αυτή την αίσθηση. Η ιδέα ότι τα συμφέροντα των εκτός των τειχών θα αντιμετωπιστούν χωρίς μια τεράστια δική τους κινητοποίηση αποτελεί ίσως την πιο εντυπωσιακή καινοτομία στην ύστερη σκέψη του Βούλγαρη.

Η έμφαση στο εθνικό πεδίο βραχυκυκλώνει την όποια συζήτηση για κυρίαρχες τάξεις, για ιστορικά μπλοκ, για ηγεμονία, ακόμα για ιδεολογία. Το κεφάλαιο δεν αποτελεί μια ισχυρή κοινωνική οντότητα που ψάχνει συμμαχίες, που παρεμβαίνει στο ιδεολογικό επίπεδο, που αποδιοργανώνει τους αντιπάλους. Με τον ίδιο τρόπο δεν υπάρχει χώρος για να εξεταστεί κάποιο εναλλακτικό μπλοκ δυνάμεων. Οι ελίτ παραμένουν ως το τελευταίο χαρτί για να μας σώσουν από ξεπερασμένες ιδέες και από την ανικανότητά μας να συντονιστούμε ενάντια στους αναδιανεμητικούς συνασπισμούς. Δεν είναι σίγουρο κατά πόσο οι ελίτ χρειάζονται παραπέρα καθοδήγηση, αλλά σίγουρα θα συνεχίσουν να χρειάζονται μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση για τις επιλογές τους. Και σε αυτό έχουν βρει έναν αξιοσημείωτο σύμμαχο.




- Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

1 Όλες οι ημερομηνίες στις παρενθέσεις αναφέρονται σε άρθρα του Γ. Βούλγαρη στα Νέα.

2 Σε αυτό το σκέλος έχω ωφεληθεί από συζητήσεις, καθώς και μια παλαιότερη αλλά δυστυχώς αναδημοσίευτη ομιλία, του Χάρη Γολέμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου