Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

«Ή βαδίζουμε μαζί, ή χανόμαστε!»

Συνέντευξη του Διονύση Τσακνή
στον Παναγιώτη Φραντζή
από το "ΠΡΙΝ"

Την Παρασκευή 21 Ιανουαρίου, ο Διονύσης Τσακνής υποδέχεται τους φίλους του Πριν στην «Αρχιτεκτονική» (Ελασιδών | Πειραιώς 116). Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή αυτή την επικείμενη συνάντηση για τον Σκαρίμπα, την Αριστερά, τη δισκογραφία.

– Έγραψες ένα τραγούδι που χαρακτήρισε όλη την προηγούμενη περίοδο, το «Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον». Η ερώτηση είναι τώρα πώς σου φαίνεται το τραγούδι και το μέλλον.

– Δυστυχώς το τραγούδι αυτό είναι επίκαιρο. Μάλλον ξεπεράστηκε από αυτό το μέλλον που μας ετοίμασαν. Ήταν πολύ πιο επώδυνο απ’ ό,τι ενδεχομένως το περίμενα. Όσο προφητικός κι αν θες να είσαι μέσα απ’ τους στίχους των τραγουδιών σου, είναι η ζωή και όχι η τέχνη που σε ξεπερνάει. Βέβαια αυτή η συγκυρία ανοίγει δρόμους για επανατοποθετήσεις, για σκέψη ξανά, για επανεξέταση του ρόλου όλων μας όλα αυτά τα χρόνια, για την ανάληψη των ευθυνών μας όσο κι αν αυτές μας πονάνε. Και πρέπει να δούμε ότι ή βαδίζουμε μαζί ή χανόμαστε. Αυτό νιώθω. Γι’ αυτό και η παρουσία μου στις πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος είναι πιο συνειδητή από ποτέ.

– Το πρόβλημα της Αριστεράς είναι, πιστεύεις, πρόβλημα συλλογικότητας;

– Το να εκδώσουμε πιστοποιητικά θανάτου κομμάτων δεν μου ταιριάζει. Όλα τα κομμάτια που απαρτίζουν μια κοινωνία υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης. Και η αριστερά βρίσκεται σε μια κρίση. Η οποία θα ’θελα να είναι το κρίσιμο σημείο υπέρβασης. Διότι η Αριστερά δεν ευθύνεται γι’ αυτό που συμβαίνει όσο και αν της πετάνε πέτρες από παντού. Όσο και αν κάποιοι επιμένουν να μεμψιμοιρούν, έλεος, η Αριστερά δεν είναι αυτή που οδήγησε τα πράγματα εδώ. Από κει και πέρα οι όποιες ευθύνες εντοπίζονται σε αυτήν έχουν να κάνουν με τον τρόπο που πρέπει πλέον να αντιδράσει. Και η αντίδραση δεν είναι μόνο άρνηση, είναι και θέση. Θέση που θα εμπνεύσει. Θέση που δεν θα αποκλείει διαφορετικές απόψεις. Θέση που πρέπει να συγκινήσει. Γιατί ο κόσμος –είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό– όσες ελπίδες μπορεί να έχει εκεί τις εναποθέτει. Η ευθύνη είναι πάρα πολύ μεγάλη.

– Θέλεις να μας πεις για την τελευταία σου δουλειά πάνω στον Σκαρίμπα;

– Καταρχήν αγαπούσα πάντα τον συγγραφέα, τον αιρετικό ιστορικό, τον υπερβατικό ποιητή. Πάντα φλερτάριζα με την ιδέα ότι κάποια στιγμή θα ασχοληθώ με το έργο του. Περνώντας τα χρόνια και διαπιστώνοντας έλλειψη των έργων του Σκαρίμπα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, «απείλησα» κάποιους εκδότες ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Σκαρίμπα, θα το κάνω μόνος μου. Είμαι περήφανος για αυτή τη δουλειά που κυκλοφόρησε τελικά από τις εκδόσεις «Νεφέλη» μετά από τη φιλική υπόδειξη του Χατζόπουλου από τον «Κάκτο», γιατί μετά από σαράντα χρόνια βγήκε ξανά ο Σκαρίμπας με την έννοια ότι ξαναβγαίνει ο πολιτισμός μας, ο πολιτισμός της Αριστεράς. Ο Σκαρίμπας είναι κομμάτι της Αριστεράς, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Ήταν αυτός που τέλειωνε τις συνεντεύξεις που έδινε λέγοντας «Έξω οι Αμερικάνοι, ζήτω το ΚΚΕ». Και εμείς στην παρούσα φάση πρέπει να κάνουμε χρήσιμες δουλειές. Όταν κάνεις μια αντικειμενικά χρήσιμη για την κοινωνία δουλειά δεν μπορεί να απέχει από ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από την τέχνη, να είναι δίπλα του, να του θυμίζει πράγματα, να βγάζει από μέσα του πράγματα. Και είμαι χαρούμενος γιατί μια σειρά άνθρωποι συγκινήθηκαν και συμμετείχαν ενεργά σε αυτή τη δουλειά. Από τις εκδόσεις «Νεφέλη» και την Κατερίνα Κωστίου που επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου, μέχρι τον Αλέκο Φασιανό που φιλοτέχνησε το εικαστικό του εξωφύλλου, τον οποίο δεν έχω λόγια για να ευχαριστήσω.

Και, για να το φέρω το πράγμα σ’ εμένα, δεν ξέρω πλέον αν με ενδιαφέρει να κάνω τραγούδια. Χωρίς να το υποτιμάω… Αλλά το να κάνω έτσι μερικά σκόρπια τραγούδια, δεν με αφορά τόσο πολύ μετά από τόσα χρόνια. Θέλω να κάνω δουλειές πια, ολοκληρωμένες. Είναι γνωστή η ενασχόλησή μου με το θέατρο.

– Η οποία, να θυμίσουμε, ξεκινά με τη μουσική για το «Αλή Ρέτζο», στο ανέβασμά του από το Θεσσαλικό θέατρο.

– Το 1984, ήταν ναι, η πρώτη μου δουλειά η οποία βραβεύτηκε μάλιστα. Και σήμερα πάλι είμαι πολύ χαρούμενος γιατί νιώθω ότι κάνω κάτι χρήσιμο με τη μουσική για το έργο του Μπρεχτ που ανεβάζει ο Κώστας Καζάκος στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι». Δεν θα έμπαινα σε μια λογική να μιλήσω για στρατευμένη τέχνη. Αυτό που με εξιτάρει είναι το να κάνω πλέον δουλειές, δεν θα κουραστώ να το λέω, που να είναι χρήσιμες.

– Η δισκογραφία από τι πέθανε; Από το Διαδίκτυο, ή την κακή ποιότητα των κυκλοφοριών;

Η δισκογραφία αυτοκτόνησε. Φρόντισε η ίδια να απαξιώσει τα προϊόντα της. Φρόντισε η ίδια να αποξενώσει τον κόσμο από τα προϊόντα της. Το 2003 κατήγγειλα το συμβόλαιό μου και προχώρησα σε μια ανεξάρτητη παραγωγή ορίζοντας ανώτατη τιμή πώλησης του δίσκου τα 12 ευρώ. Και έφτασα στις πύλες των δικαστηρίων με μια απαίτηση από την πλευρά της δισκογραφικής εταιρίας που ως τότε εξέδιδε τις δουλειές μου ύψους 300.000 ευρώ. Δεν προχώρησαν τελικά, πάρθηκαν πίσω οι αγωγές εκ μέρους τους γιατί μπορεί να άνοιγε ο ασκός του Αιόλου. Έκτοτε συνεργάζομαι με δισκογραφικές εταιρίες μόνο με τους όρους μου. Δεν έχω τα χρήματα να πληρώνω τις παραγωγές μου, αλλά δεν θα δεχτώ ποτέ να παίξω στο παιχνίδι που θέλουν. Όταν πρότεινα στη δισκογραφική μου την έκδοση των ποιημάτων του Σκαρίμπα και μου την αρνήθηκε είπα χαίρω πολύ, γεια σας, θα βρω άλλον εκδότη.

– Δώσε μας ένα παράδειγμα, τι όρους μπορεί να επιβάλει μια δισκογραφική σε έναν νέο καλλιτέχνη;

– Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Υπάρχουν συμβόλαια με όρους που σε δένουν χειροπόδαρα. Είναι τόσο δεσμευτικά, δουλοκτητικά θα έλεγα, ώστε να απορρίπτονται ακόμα και από αυτά τα αστικά δικαστήρια ως καταχρηστικά. Λυπάμαι τα νέα παιδιά που από την επιθυμία τους να κάνουν μια δισκογραφική δουλειά αναγκάζονται να υπογράψουν με κλειστά μάτια. Τραγουδούσε κάποτε ο Νικόλας ο Παπάζογλου «Κυρ-διευθυντά των δίσκων / κάν’ το δίσκο ν’ ακουστεί». Ήταν εντελώς προφητικό. Χαίρομαι τα παιδιά που βρίσκουν άλλους τρόπους, θες το Διαδίκτυο, θέλεις κάποιες άλλες μικρές ανεξάρτητες εταιρίες… Αλλά αυτό που συνέβη με τις πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρίες ήταν απίστευτο. Είμαι περισσότερο από βέβαιος ότι λειτούργησαν με στόχο να τσακίσουν το ελληνικό ρεπερτόριο.

– Εσύ πότε τοποθετείς την υποχώρηση της εγχώριας μουσικής παραγωγής;

Αρχίζει να υποχωρεί από τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Σε μια εποχή μιας επίπλαστης ευδαιμονίας. Εκεί οι μεγάλες δισκογραφικές προχωρούν σε μαζικές παραγωγές που καλύπτουν τις ανάγκες των νεόπλουτων για τα πρώτα τραπέζια πίστα, για τα πούρα, για την ευδαιμονία του χρηματιστηρίου. Τα κέρδη είναι εύκολα και γρήγορα, και βοηθάν στη διαπραγμάτευση. Στον τελευταίο καβγά που είχα με τον εκπρόσωπο της εταιρίας από την οποία τελικά έφυγα είχα την εξής ομολογία: «Το ξέρω ότι ο δίσκος σου αυτός θα πουλάει και μετά από δέκα χρόνια, εγώ όμως δεν θα ’μαι στην εταιρία.» Η ανάγκη για γρήγορο κέρδος υπαγόρευε άλλου είδους παραγωγές, ώστε να δουν τα νούμερα οι ξένοι και να πουν «Είναι καλός μάνατζερ, του ανανεώνουμε το συμβόλαιο». Τα γκόλντεν μπόις δεν υπήρχαν μόνο στα χρηματιστήρια… και δεν είμαι και τόσο αγαπητός από αυτούς.

– Όπως λέγεται, είναι σημαντικό να διαλέγεις τους εχθρούς σου.

– Το έχω πει, είναι οι εχθροί μου παράσημά μου, τα φοράω όταν κατεβαίνω στις διαδηλώσεις.

– Σε εκείνο το τραγούδι για την εξουσία, λες πως αλλάζει πολλά γυναικεία ονόματα.

– Ελευθερία, Δημοκρατία, Δικαιοσύνη, Ισότητα, όταν τα βρίσκει σκούρα διαρκώς αλλάζει πρόσωπα προσπαθώντας να ξεγελάσει, αλλά η ουσία της παραμένει ίδια. Και όλα αυτά τα θηλυκά προετοιμάζουν τον πόλεμο, που είναι γένους αρσενικού. «Θερίζει πτώματα μόνο», όπως λέω σε μια άλλη αποστροφή.

– Τι απαιτήσεις πρέπει να έχουμε από έναν αριστερό καλλιτέχνη ή διανοούμενο; Να μιλήσουμε για συνέπεια; Έπειτα είναι και αυτό το απόλυτο, το άπιαστο παράδειγμα της Μαρίας Δημητριάδη, που έφυγε σαν σήμερα (σ.σ. 7 Γενάρη).

– Δεν είναι εύκολο να είσαι Δημητριάδη, αλλά δεν είναι καλύτερο ο μπούσουλάς σου να είναι μια τέτοια συμπεριφορά; Μπορεί να μην τα καταφέρνεις πάντα, αλλά δεν είναι καλό το παράδειγμά της να υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σου; Από την άλλη μεριά, η συνέπεια. Δεν αρκεί, πιστεύω, να είσαι συνεπής στο έργο που κάνεις. Δεν μπορεί η κοινωνία να τραβάει τα πάνδεινα και κάποιος να ενδιαφέρεται μόνο για την τεχνική αρτιότητα των πραγμάτων, να μην ενδιαφέρεται να συναντηθεί με την αγωνία του κόσμου. Ο καθένας θέλει με τη δουλειά του να ξεχωρίσει. Αυτό είναι θεμιτό, όμως δεν σημαίνει ότι είναι κάτι ξέχωρο από τον κόσμο. Παίζω με τις λέξεις, εννοώ δεν μπορεί να θέλει να ξεχωρίσει μακριά από τον κόσμο. Με ενδιαφέρουν οι καλλιτέχνες που είναι παρόντες στα πράγματα και δίπλα στην κοινωνία. Είναι ενδιαφέροντες οι καιροί όσο και αν είναι δύσκολοι, πέρα από τους δρόμους που ανοίγονται, στα κινήματα, και για έναν επιπλέον λόγο: διότι ξεκαθαρίζει η ήρα απ’ το στάρι. Και όποιος καταλαβαίνει, καταλαβαίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου