Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο αγαπημένος άνθρωπος, ο αγαπημένος ηθοποιός...

"Δεν είχα ποτέ φιλοδοξία να γίνω καλός ηθοποιός.Κάτι είχε η φάτσα μου που έφερνε τον άλλον κοντά μου. Ισως, όταν έπεφτε η ματιά τους επάνω μου, ήξεραν ότι είμαι ένας πολύ εντάξει άνθρωπος. Υπήρξαν και άνθρωποι που επέμεναν να με αποκαλούν «κύριε Βέγγο». Ε, εκεί γινόμουν έξω φρενών! Μα, Θανάση με λένε! Είναι δυνατόν να με φωνάζετε κύριε Βέγγο; Ενας λαϊκός άνθρωπος ήμουν"
- Ήταν ο άνθρωπος που τον χειροκροτούσαν και δάκρυζε! (σκίτσο και λεζάντα του Soter)

του Θανάση Παναγόπουλου
από την Αυγή 

Ο Θανάσης Βέγγος, "ο καλύτερος άνθρωπος της Ελλάδας", ήταν ένας από τους τελευταίους επαναστάτες αυτής της χώρας. Εθεωρείτο ώς χθες το πρωί που «έφυγε» στα 84 ο σημαντικότερος εν ζωή Έλληνας ηθοποιός και ένας από τους τελευταίους «μεγάλους» του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου. Στην ηλικία που έφτασε, ήταν και από τους τελευταίους της γενιάς που πρόλαβε βιώματα όπως ήταν η Μεταξική δικτατορία ή η εξορία στη Μακρόνησο, όπου βρέθηκε από το 1948 έως το 1950.

Ο Βέγγος έκανε εξορία, ο πατέρας του το ίδιο ως παλαιός ΕΑΜίτης, όμως η επανάσταση του Βέγγου ήλθε στο κινηματογραφικό πανί, με τη μορφή του Θανάση. Του Θανάση που δεν ήταν -και δεν είναι, ανεξαρτήτως αν έφυγε ο Βέγγος- ένας συγκεκριμένος τύπος. Που δεν αποτελεί χαρακτήρα ηθογραφικό. Που σπάνια είναι προβλέψιμος. Του Θανάση που είναι εκτός συστήματος, που πασχίζει να μπει εντός («απόψε, σήμερα και χτες, όλες οι πόρτες ειν' κλειστές και 'γω είμαι απ' όξω! Και μέσ' στο θάμπος το θαμπό, παίρνω αμπάριζα να μπω, μα μου φωνάζουν, όξω...!» απήγγειλε ο Βέγγος το 1963 στο «Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο»), αλλά μένει εκτός του συστήματος, που το πολεμά, όχι πάντα ευθέως, αλλά αποδομώντας το ή απλώς με το να παραμένει σε αυτό μη λειτουργικός και όχι από φόβο ή ανικανότητα, αλλά για να το ξεφτιλίσει. Και είναι πάνω απ' όλα ο Θανάσης που δικαιούται να βγει και να το φωνάξει: «δεν τα φάγαμε μαζί, αντίχριστοι!».

Από το 1955, οπότε πρωτόπαιξε στο σινεμά και στη «Μαγική Πόλη» του πρώην συγκρατούμενού του στη Μακρόνησο Νίκου Κούνδουρου, ήταν η διαρκής «επανάσταση» ενός νεοέλληνα αντιεξουσιαστή, πότε λούμπεν και πότε μικροαστού, ένα ασταμάτητο σαμποτάζ κατά των δομών του συστήματος. «Ποια» είναι όμως αυτή η επανάσταση του Βέγγου; Μάλλον «πόσες» και «ποιες» επαναστάσεις, θα έπρεπε να είναι η ερώτηση. Και ιδού μερικές -ενδεικτικά- μόνο από αυτές: 

Ανάθεμα στον αμερικάνικο τρόπο 

Η «Μαγική Πόλη», ταινία του 1955, είναι μια αλληγορία: Με το όνομά της και μόνο, υπονοεί «the american way of life», ο οποίος έχει αρχίσει τότε να εισάγεται στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, είναι και ένα σφαιριστήριο, το «Magic City», κακέκτυπο αυτών που βλέπαμε τότε στις αμερικανικές ταινίες, στέκι για μικροκακοποιούς, λαχαναγορίτες, φορτηγατζήδες, παιδιά προσφύγων, για κοινωνικά «απόκληρους» που συνθέτουν τον περιβάλλοντα χώρο, καθιστώντας σαφώς ειρωνική την ονομασία «Μαγική πόλη». Μια σύγχρονη Φυλής, Βάθης, Μενάνδρου... Στην ταινία του Κούνδουρου, στον πρώτο του κιόλας ρόλο, στην ηλικία των 29 χρόνων, ο Θανάσης Βέγγος ονομάζεται απλώς «Θανάσης». Ο βιοπαλαιστής ο οποίος καταδιώκει αγανακτισμένος τους απατεώνες που επιζητούσαν από τότε την «αρπαχτή», τον αθέμιτο εύκολο πλουτισμό, δεκαετίες προτού μπει στο λεξιλόγιό μας ο όρος «λαμόγιο», ο όρος «διαπλοκή». Θα είναι έκτοτε, για μισό αιώνα, η καταγγέλλουσα φωνή: των επίορκων κρατικών λειτουργών, των ασυνείδητων γιατρών, των εξωνημένων πολιτικών, της διαφθαρμένης αστυνομίας, του συναλλασσόμενου εφοριακού, του απατεώνα επιχειρηματία, όμως μια τραγική «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» που θα αδυνατεί να αναστρέψει μια ήδη προδιαγεγραμμένη πορεία...

Στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, ο Θανάσης απαντά με τα ίδια «αμερικάνικα» όπλα. Όσο ταχύς είναι αυτός ο τρόπος, ανατρέποντας την ελληνική αίσθηση του χρόνου που περνά αργά, σε ρυθμούς ανάλογους της ομιλίας του Μίμη Φωτόπουλου, άλλο τόσο πιο γρήγορος είναι ο «δεν προλαβαίνω! δεν προλαβαίνω!» Θανάσης που δεν σταματά να τρέχει. Γίνεται έτσι το 1966 ο Πολύδωρος - «Παπατρέχας», ο «ΘΟΥ-ΒΟΥ» ο οποίος δεν ξεκουράζεται ποτέ («των πρακτόρων η σχολή είναι χρήσιμη πολύ κι οι καλοί της μαθητές, δεν ξεκουρά... κουρά- κουράααα- ζονται ποτές» θα τραγουδά ως αεικίνητος υποψήφιος ντετέκτιβ) ο Κανέλλος ως «Καταφερτζής» το 1964 που μονολογεί «Τρέχω, αλλά άκρη δε βρίσκω». Εννέα χρόνια αργότερα, στην ταινία «Ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ» είναι ένας πλασιέ ρολογιών, επάγγελμα συμβολικό, καθώς πραγματικός διώκτης του είναι μονάχα ο χρόνος και έτσι προχωρά -τρέχει ορθότερα- χωρώντας πρόγραμμα μιας εβδομάδας σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο. 

Όχι στον συμβατικό θεσμό του γάμου 

Εκτός από «φωνή της συνείδησης» των Νεοελλήνων, ο Θανάσης είναι και ο επαναστάτης κατά της τυπολατρίας των θεσμών. Και κατ' εξοχήν του γάμου.

Στη 2η ταινία που παίζει, επίσης του 1955 («Καταδικασμένη και από το παιδί της»), είναι ο «πρόεδρος» μιας παρέας «ορκισμένων εργένηδων». Στους περισσότερους ρόλους του άλλωστε, τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, παρουσιάζεται ως τυπικός εργένης. Η οικογένεια είναι σταθερά απούσα, παρ' ότι είναι ο κατεξοχήν περίγυρος που απεικονίζεται στο ελληνικό κινηματογράφο της εποχής. Το 1958, στο «Διακοπές στην Αίγινα», σε ρόλο αυτοσχέδιου ντετέκτιβ, θα ξεσκεπάζει μοιχούς και μοιχαλίδες, δείχνοντας κωμικά και μεγεθυμένα την άλλη όψη του θεσμού. Αργότερα, ο Βέγγος θα ερωτεύεται γυναίκες που «αξιωματικά» αποκλείεται να τις παντρευτεί για διάφορους λόγους, π.χ. διότι αυτές αγαπούν κάποιον άλλον. Μήπως λοιπόν ο Θανάσης υποσυνείδητα επιζητεί τις «λάθος» γυναίκες ακριβώς γιατί δεν θέλει να δεσμευτεί; Ίσως. Και κλασικό παράδειγμα είναι η «Μανταλένα» του 1960, όπου η Μανταλένα - Βουγιουκλάκη, αντικείμενο του πόθου για τον Βέγγο, είναι ερωτευμένη με τον Παπαμιχαήλ. Στους «300 της Μαρίνας», ψάχνει για σύζυγο, αλλά αυτή δεν εμφανίζεται. «Οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να παντρεύονται» μονολογεί την ίδια χρονιά (1961) στο «Για σένα την αγάπη μου». Το 1962, στο «Μην είδατε τον Παναή», στήνει τη νύφη στην εκκλησία. Την ίδια χρονιά βοηθά ως Χαρίλαος με το φορτηγάκι την Τζένη Καρέζη να αποφύγει εκείνη τον γάμο στο «Η νύφη το 'σκασε». Το αποκορύφωμα όμως έρχεται το 1967, στο «Τρελός, παλαβός και Βέγγος». Εδώ παθαίνει αμνησία και στήνει στην εκκλησία τη νύφη (Ελένη Ανουσάκη). Στον σουρεαλιστικό κώδικα του Βέγγου, η «αμνησία» που παθαίνει είναι «εικονική» (αυτό υποδεικνύει και η παραλλαγή των στίχων ενός τραγουδιού της εποχής ώστε να «γελοιοποιήσει» τον θεσμό) και είναι πρόδηλο ότι απλώς προσπαθεί να «ξεφύγει». Αυτά σε μία εποχή κατά την οποία οι ελληνικές ταινίες βασίζονται σε υποθέσεις όπου ο πλούσιος και η φτωχή, ο φτωχός και η πλούσια, ο φτωχός που υποδύεται τον πλούσιο ή η πλούσια που υποδύεται την φτωχή, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, επιδιώκουν ένα και μόνο σκοπό, την «αποκατάσταση», την «κουλούρα». Η εικονική «αμνησία» του Βέγγου είναι ένα ράπισμα απέναντι στα «παπαγαλάκια» του ηθικοπλαστικού κινηματογράφου της εποχής και αυτό, από μόνο του, συνιστά επανάσταση.

Νωρίτερα πάντως, το 1959, ο Βέγγος παίζει στις «Γαμήλιες περιπέτειες» υποδυόμενος τον παγοπώλη. Εκεί, στην ερώτηση «πότε θα σε δω;» στην κοπέλα της γειτονιάς, αυτή του απαντά «Της αγίας παγοκολώνας». Μια στιχομυθία που ανοίγει τον χορό των ερωτικών απογοητεύσεων του Θανάση αποδομώντας υπερρεαλιστικά τον γλυκανάλατο νατουραλισμό σε ό,τι έχει να κάνει με τον έρωτα. Ο κανόνας σε πολλές ταινίες με τον Βέγγο είναι ο Θανάσης που μένει μπουκάλα επειδή το αντικείμενο του πόθου του ψάχνει για κάποιον λεφτά, απαντώντας έτσι στη συστηματική απάτη περί του «αταξικού έρωτα» του ελληνικού σινεμά με τα κλισέ για τον πλούσιο και τη φτωχή ή τον φτωχό και την πλούσια που αγαπιούνται και παντρεύονται. 

Οι κακές τράπεζες 

Χρόνια προτού εγκατασταθεί στην Ελλάδα η «τραπεζική δημοκρατία» με τη συμβολή των «εκσυγχρονιστών» πολιτικών, ο Θανάσης Βέγγος τα βάζει με τις τράπεζες που ληστεύουν τον κόσμο. Στον «Τσαρλατάνο», ταινία που παίζεται μέσα στη δικτατορία, ο Θανάσης τα βάζει με το τραπεζικό σύστημα. Οικονομίες 10 χρόνων γίνονται καπνός επειδή η τράπεζα «βαράει κανόνι». Η οργή δεν έχει να κάνει με το συμβάν, αλλά με το ότι ο «μεγάλος» (καθώς πρόκειται μάλιστα για μια τράπεζα στη Γερμανία όπου εργάζεται ο Θανάσης ως μετανάστης) καταστρέφει τον «μικρό». Το ίδιο απάνθρωπο εμφανίζεται το τραπεζικό σύστημα και στο «Από πού πάνε για τη χαβούζα» του Θόδωρου Μαραγκού (1978). 

Οι ψευτοθεοί του Ιπποκράτη 

Ίσως κανένας άλλος επαγγελματικός κλάδος δεν έχει «ξεφωνηθεί» τόσο πολύ από τον Βέγγο όσο ο ιατρικός. Πάλι στο «Από πού πάνε για τη χαβούζα», σε πρώτο πλάνο τα ράντζα των νοσοκομείων. Στην ταινία «Ο παλαβός κόσμος του Θανάση», ο Βέγγος ως διευθυντής κλινικής καταγγέλλει το μπάχαλο και την αδιαφορία για τον πολίτη που επικρατούν στα νοσοκομεία. 

Ο ένοπλος οικολόγος 

Στο «Όλα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη (1998), ο Βέγγος, ο Θανάσης, μεταμορφώνεται. Ο «καλός μας άνθρωπος» κρατά όπλο. Και όχι μόνο το κρατά, αλλά και το χρησιμοποιεί. Και όχι μόνο το χρησιμοποιεί, αλλά σκοτώνει με «κρύο αίμα» τον ασυνείδητο κυνηγό που στο δεύτερο επεισόδιο της ταινίας σκοτώνει την τελευταία νανόχηνα στον Έβρο. Έχουν περάσει 18 χρόνια από την ταινία «Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι» όπου ως Θανάσης Μαγκάνας επιτίθεται με μπαλτά κατά του υπουργού Ακρίβειας, αλλά αρκείται στο να αποκεφαλίσει το μικρόφωνο του κυρίου υπουργού. Επιτέλους, ο Θανάσης τολμά να αποδώσει δικαιοσύνη... 

Κανένα πεπρωμένο των Ελλήνων 

- «Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας»! Τη φράση αυτή ξεστομίζει σαν προφήτης ο Βέγγος στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Αγγελόπουλου (1995) εις πείσμα όσων εκείνη την εποχή του «μεγάλου πάρτυ» και που τίποτε δεν προμήνυε τη χρεωκοπία -και όχι μόνο την οικονομική- μιλούσαν για «εκσυγχρονισμό», για «κοινωνία πολιτών», για «ισχυρή Ελλάδα.

Οι λούμπεν επιχειρηματίες

Ο «πλούσιος» στον «Ηλία του 16ου» δεν είναι ένας υγιής επιχειρηματίας. Είναι ένας κλεπταποδόχος -που θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει σε ένα μαυραγορίτη που φτιάχτηκε επί Κατοχής-, ο Παπαγιαννόπουλος. Οι «συμπαθητικοί φτωχοί», οι «καλοί» της ταινίας πάνε να κλέψουν, για την επιβίωση (κάτι ανάλογο βλέπουμε και στον «Τυφλό Άγγελο» του 1960, όταν ο Βέγγος - μανάβης Κώτσος χαμογελά συγκαταβατικά καθώς τα χαμίνια της γειτονιάς τού κλέβουν φρούτα από τα τελάρα). Το κοινό εκείνης της εποχής όμως δεν είναι ούτε έτοιμο ούτε πρόθυμο να δει τη λύση που «προτείνει» ο Βέγγος, αλλά «προτιμά» εκείνη του Χατζηχρήστου, του απλοϊκού τίμιου επαρχιώτη που συμβαδίζει με την τρέχουσα ηθική και που αρκείται στο «τουλάχιστον να μην πάνε μέσα τα παιδιά…».

Στο «Δίδυμο της συμφοράς», του 1989, στόχος είναι ο κόσμος της νύχτας. Ένας πλούσιος υπόκοσμος, που πλέον παρεμβαίνει έξω από τα στενά όρια όπου εκινείτο και φιλοδοξεί να παράξει και πολιτική. Στην ταινία «Θανάσης ο αισιόδοξος», της ίδιας χρονιάς, παίρνει το μέρος των συνδικαλιστών απεργών απέναντι σε διεφθαρμένους εργοστασιάρχες.

Έχουν δίκιο οι "τρομοκράτες"

Στην ταινία «Θανάσης ο βομβιστής», ο Θανάσης είναι ρεσεψιονίστ πολυτελούς ξενοδοχείου που απειλεί να ανατινάξει ένας βομβιστής αν δεν ακουστούν τα «πολιτικά» του αιτήματα. Παρ' ότι «γραφικός», ο υποψήφιος βομβιστής διατυπώνει δίκαιο πολιτικό λόγο, ενώ η βόμβα που κρατά είναι ψεύτικη, σε μια σημειολογική αλληγορία, ότι οι πραγματικά επικίνδυνοι είναι άλλοι, οι «αποδεκτοί» πελάτες του «ξενοδοχείου».

Καλό σου ταξίδι, μεγάλε επαναστάτη!













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου