Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Το πλήθος στην πλατεία και στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων

σκίτσο του Pavel Constantin, Ρουμανία, CartoonMovement
του Κώστα Δουζίνα
από τα Ενθέματα 

Πλήθος και Αριστερά

Ο κεντρικός ρόλος του πλήθους σε εξεγέρσεις και επαναστάσεις είχε υποτιμηθεί στο παρελθόν από κυβερνήσεις, κόμματα και ιδεολογίες που επικράτησαν μετά την αλλαγή. Επανειλημμένα οι κληρονόμοι της επανάστασης μετέτρεψαν την καταστατική δύναμη του πλήθους σε κατεστημένο λόγο (Σύνταγμα, νόμους, θεμελιώδεις αρχές, όργανα κλπ.), περιορίζοντας τον εξεγερσιακό ρόλο σε επετείους και τελετές. Οι νικηφόροι επαναστάτες ξέρουν από πρώτο χέρι την δύναμη του πλήθους και θέλουν γρήγορα να το στείλουν πίσω στα σπίτια τους. 

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Οι επαναστάσεις στην Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Συρία, το Μπαχρέιν και την Υεμένη, οι «αγανακτισμένοι» στην Ισπανία και την Ελλάδα έχουν βάλει το πλήθος στην πλατεία και στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Εντούτοις, οι αντιδράσεις της Αριστεράς για το «Σύνταγμα» είναι αρκετά επιφυλακτικές και οι θεωρητικές προσεγγίσεις σχεδόν ανύπαρκτες. Η αδυναμία πρόβλεψης, και ακόμα περισσότερο κατανόησης του φαινομένου, σχετίζονται, πιστεύω, με τη σχετική αδιαφορία της Αριστεράς και της θεωρίας προς την μεταμαρξιστικές και μεταδομιστικές τάσεις. Το άρθρο αυτό ξεκινάει μια προσπάθεια ανάλυσης την «επανάσταση της πλατείας» με εργαλείο την σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία. Εκεί ίσως ανακαλύψουμε ιδέες για προσαρμογή της αριστερής στρατηγικής στις συνθήκες του ύστερου βιοπολιτικού καπιταλισμού. Αλλά ας αρχίσουμε με την πολιτική της Αριστεράς πριν το Σύνταγμα. 

Οι στρατηγικές της Αριστεράς για την αντιμετώπιση του Μνημονίου

Δύο είναι οι βασικές πολιτικές αναλύσεις και στρατηγικές που χρησιμοποίησε η Αριστερά για να αντιμετωπίσει το Μνημόνιο, την κρίση και την καταστροφή του κοινωνικού ιστού, μια καταστροφή σημαντικά επιταχυνόμενη με το νέο Μνημόνιο, που αποσκοπεί να ανατρέψει ριζικά και μόνιμα, με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στις ελίτ και τους εργαζόμενους.

Η πρώτη είναι μια λογική συμμαχιών, συναινέσεων και συνασπισμών που φτιάχνεται από ηγέτες και κόμματα. Κάτι τέτοιο προσπάθησε ο Παπανδρέου πρόσφατα, στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών. Ανάλογες είναι οι διάφορες προτάσεις για κομματικές συμπορεύσεις και συμμαχίες που ακούγονται στην Αριστερά. Τέτοιες συμμαχίες και συναινέσεις έρχονται από τα πάνω και ακολουθούν την λογική της αντιπροσώπευσης: ελπίζουν ότι ο κόσμος θα συνταχθεί με τις προτάσεις ως μέλος η συμπαθών των συναινούντων κομμάτων και ομάδων. Αλλά οι «ναρκισσισμοί των μικρών διαφορών» που κατατρύχουν την Αριστερά έχουν κάνει τέτοιες συμφωνίες εξαιρετικά δύσκολες και, τώρα πια, ίσως άνευ σημασίας.

Η δεύτερη μεγάλη εναλλακτική πρόταση είναι αυτή του «ηγεμονικού μπλοκ». Αυτή αναγνωρίζει ότι υπάρχουν πολλαπλές και έντονες εντάσεις, ανταγωνισμοί και συγκρούσεις μεταξύ των εν δυνάμει συστατικών ενός μεγάλου λαϊκού μετώπου. Ο «λαϊκός» πόλος δεν υπάρχει εκ των πρότερων και πρέπει να δημιουργηθεί μέσα από την αντιπαράθεσή του με την πολύμορφη εξουσία. Αλλά οι διαφορές μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών υπάλληλων, επαγγελματιών και υπαλλήλων, «πολυτελών» και φτωχών απασχολήσεων, και βέβαια μεταξύ εργαζόμενων και άνεργων η υποαπασχολούμενων, είναι μεγάλες και πιθανόν αγεφύρωτες.

Παίρνοντας υπόψη τις πολύμορφες αυτές διασπάσεις και ανταγωνισμούς, η ηγεμονική πολιτική επιλέγει μία κεντρική αντίφαση, μία βαθιά ρωγμή στον κοινωνικό χώρο και προσπαθεί να την προωθήσει ως πεδίο δράσης και κεντρικό πόλο σύγκρουσης. Μια τέτοια αντιπαράθεση πρέπει να διαπερνάει και διαχωρίζει τα στρατόπεδα που δημιουργούνται ακριβώς στις δυο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής. Τα συστατικά μέρη του «λαϊκού» πόλου πρέπει να αποδεχτούν, προσωρινά τουλάχιστον, ότι η κεντρική σύγκρουση είναι πιο σημαντική από τα περιφερειακά και τοπικά τους συμφέροντα.

Η λογική του «μετώπου», με την οποία έπαιξαν κομμάτια της Αριστεράς, βρισκόταν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Δυστυχώς όμως η προσπάθεια ανάδειξης μιας κεντρικής αντίφασης γύρω από την οποία θα οργανωνόταν μια μη παραταξιακή συμμαχία κεντρικής σύγκρουσης απέτυχε μέχρι τώρα. Γιατί;

Τρεις κεντρικές διαχωριστικές γραμμές θα μπορούσαν να παίξουν αυτό τον ρόλο. Η πρώτη είναι η οικονομική εξαθλίωση και η διάλυση του κοινωνικού ιστού. Η επίθεση δηλαδή όχι στο χρέος (όπως έκαναν ορισμένοι), που αποτελεί ένα αόριστο, αφηρημένο και δυσκολονόητο νούμερο, αλλά στο Μνημόνιο και στα συγκεκριμένα μέτρα με τα καταστροφικά τους αποτελέσματα. Τα οικονομικά αιτήματα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κοινό πολιτικό αγώνα από μόνα τους όμως, γιατί προσκρούουν στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των επιμέρους ομάδων, συμφερόντων και επαγγελμάτων. Πρέπει να συνδυαστούν με δυο άλλες γραμμές σύγκρουσης: την κυριαρχία και την δημοκρατία.

Όπως λέει ο Καρλ Σμιτ, «κυρίαρχος είναι αυτός που μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή του νόμου και να εισαγάγει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Στην Ελλάδα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η αναστολή της κανονιστικότητας και νομιμότητας του ελληνικού κοινωνικού κράτους επιβλήθηκε από το ΔΝΤ και την ΕΕ. Η κυριαρχία έχει επιμερισθεί μεταξύ των ξένων διαχειριστών της οικονομικής κατάστασης πολιορκίας και της καθημερινής διοίκησης που παραμένει στην Αθήνα. Τέτοια ήταν η κατάσταση της Ινδίας επί Raj. Συμβαίνει λοιπόν κάτι ανεπανάληπτο και παράδοξο στην Ελλάδα: βρισκόμαστε σε νεοαποικιακή ή μεταποικιοκρατική κατάσταση, χωρίς να έχουμε περάσει αποικιοκρατία. Σε αντίθεση με την Ιρλανδία, τέτοια επιχειρηματολογία δεν πολυακούστηκε στην Ελλάδα, και έτσι μονοπωλήθηκε από τους εθνικιστές.

Η τρίτη γραμμή θα έβαζε την υπεράσπιση της δημοκρατίας στο κέντρο της αντίθεσης. Όπως ξέρουμε, οι επιθέσεις των ελληνικών και ξένων ελίτ στην δημοκρατία είναι συνεχείς, βίαιες και κλιμακούμενες. Αλλά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, έχει ήδη υποστεί πάμπολλα πλήγματα και έχει απισχνανθεί. Ο έλεγχος των κομμάτων από το μεγάλο κεφάλαιο, η συνεχής και ατιμώρητη διαφθορά, ο εκβιαστικός και αποβλακωτικός ρόλος των ΜΜΕ, η υπολειτουργία των κομμάτων και οι υπερεξουσίες των ηγεσιών τους αποτελούν κοινούς τόπους των εγχειριδίων πολιτικής επιστήμης. Η πολιτική αδιαφορία και παθητικότητα των πολιτών είναι βασικό χαρακτηριστικό της «μετα-πολιτικής» κατάστασης, η οποία αποθαρρύνει και αποκλείει τους ενεργούς πολίτες. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η αντιδημοκρατική φύση της μνημονιακής συνθήκης δεν φαίνεται ιδιαίτερα υπερβολική.

Απομονωμένες οι τρεις κεντρικές αντιθέσεις, δεν μπορούν να ενοποιήσουν τον λαϊκό πόλο. 
  • Οι οικονομικές διάφορες μεταξύ των εργαζόμενων έχουν εμποδίσει την ενότητα, παρά την καθολική εκπτώχευση. 
  • Η --εθνική-- κυριαρχία φαίνεται επικίνδυνη, μια και εύκολα γλιστράει στον εθνικισμό και αντιευρωπαϊσμό. 
  • Μόνο μια διαφορετική σύλληψη της δημοκρατίας θα δημιουργούσε ενδιαφέρον για την υπεράσπισή της. 
Έτσι λοιπόν η ηγεμονική πολιτική απέτυχε. Ίσως μια σύγκλιση των τριών αξόνων να δημιουργούσε την απαραίτητη δυναμική που, κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν πρέπει, στα χέρια των αριστερών, να μετατρέψει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης από προσωρινή σε μόνιμη. 

Πλήθος και βιοπολιτική στον ύστερο καπιταλισμό

Τώρα, μια τρίτη λογική εμφανίζεται στις πλατείες της Ελλάδας. Αυτή απομακρύνεται από τις λογικές της κομματικής συμμαχίας και του ηγεμονικού μπλοκ και πηγαίνει στις πλατείες χωρίς αντιπροσωπεύσεις. Ας την ονομάσουμε «λογική του πλήθους». Από που έρχεται το πλήθος; Γεμίζουν οι πλατείες από τυχαία σύμπτωση μεταξύ Καΐρου, Μαδρίτης και Αθήνας ή κάτι τέτοιο αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της εποχής μας;

Η οργάνωση της κοινωνίας υπηρεσιών του ύστερου καπιταλισμού και της βιοπολιτικής έχει αλλάξει όλες τις βασικές παραμέτρους της ριζοσπαστικής πρακτικής και θεωρίας. Η σχέση της μισθωτής εργασίας με τις συνθήκες επιβίωσης και αναπαραγωγής της έχει γίνει αμεσότερη. Η ένταξη του πνευματικά εργαζόμενου, π.χ., δεν διαμεσολαβείται, όπως στο παρελθόν, από στυγνούς εργοδότες ή ενδιάμεσους θεσμούς (οργανώσεις, θεσμούς ή συνδικάτα). Ο νεοφιλελευθερισμός ωθεί τους ανθρώπους να κατανοούν τη ζωή τους και να σχετίζονται με τους άλλους ως καταναλωτές χωρίς όρια, ως μηχανές επιθυμίας. Ως αποτέλεσμα, η ολοκλήρωση οικονομίας-κοινωνίας-πολιτικής είναι άμεση, έντονη και οργανώνεται μέσω του έλεγχου της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας. Ο άνθρωπος που δανείζεται για να καταναλώσει έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και συμφέρον για την επιτυχή λειτουργία του καπιταλισμού, πιστεύει σε αυτήν. Αυτή η αμεσότερη σχέση μεταξύ εργαζόμενου, σχέσεων και όρων παραγωγής δημιουργεί τον άνθρωπο του νεοφιλελευθερισμού, έναν άνθρωπο συνολικά εξαρτημένο, που όμως βλέπει τον εαυτό του ως πιο ελεύθερο από ποτέ.

Όταν κατέρρευσε το οικονομικό μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού, το 2008, αυτή η νέα κοινωνική οντολογία προσαρμόστηκε ανάλογα. Ο εκτεθειμένος σε δάνεια και χρέη άνθρωπος βιώνει τεράστια ψυχολογική κρίση, κρίση ταυτότητας. Για να επαναπροσδιοριστεί συνολικά η ζωή του υποκειμένου, καθώς και η σχέση του με τους άλλους και με τον κοινωνικό δεσμό, χρειάζεται μια άγρια και απότομη βιοπολιτική στρατηγική. Το Μνημόνιο αποτελεί ακριβώς την πιο προωθημένη βιοπολιτική επέμβαση, έναν νέο τρόπο συνολικής αναδιοργάνωσης της ζωής μας. Ο κοινωνικός έλεγχος και η πειθάρχηση, η ριζική αλλαγή συμπεριφορών και σχέσεων που επιβάλλεται δεν έχει προηγούμενο: η Ελλάδα γίνεται ένα μεγάλο εργαστήρι όπου φτιάχνεται ο άνθρωπος του μέλλοντος.

Η βιοεξουσία (biopower) αποτελεί άσκηση εξουσίας επί της ζωής, πειθάρχηση του κοινωνικού σώματος μέσω του ελέγχου των διαδικασιών της ζωής. Χαρακτηριστικό της βιοπολιτικής είναι η διακυβέρνηση (governance) και όχι η κυβέρνηση (government). Εκτείνεται από τα βάθη της συνείδησης στα σώματα του πληθυσμού και στη στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων βάσει χαρακτηριστικών όπως το φύλο, η ηλικία, το εισόδημα, η φυλή ή η εθνότητα. Τεχνολογίες της εξουσίας που εφαρμόζονται στο κοινωνικό σύνολο συμπληρώνονται με ατομικές τεχνολογίες «επιμελείας εαυτού». Οι άνθρωποι καλούνται να «αλλάξουν» εαυτούς μέσω πρακτικών προσωπικής «βελτίωσης», στο όνομα της ατομικής ευτυχίας ή της συλλογικής υγείας.

Η βιοπολιτική στοχοποιεί κυρίως συμπεριφορές, όχι ιδέες· τροποποιεί συνήθειες και πρακτικές, όχι ιδεολογίες. Ενώ ο κλασικός καπιταλισμός παράγει εμπορεύματα προς κυκλοφορία και κατανάλωση, το βιοπολιτικό σύστημα, παράλληλα με εμπορεύματα, παράγει υποκείμενα που αποδέχονται τον ολοκληρωμένο τρόπο οικονομικής, κοινωνικής και ιδεολογικής λειτουργία, υπακούοντας απόλυτα στις επιλογές του συστήματος. Στο μέτρο που εντάσσομαι στο ολοκληρωμένο σύστημα συμπεριφορών (στον τρόπο με τον οποίο εργάζομαι, καταναλώνω, νιώθω υπεύθυνος για την εκπαίδευση και περίθαλψη της οικογένειάς μου κ.ο.κ.) δεν ελέγχονται οι ιδέες μου. Έτσι, οι ιδεολογικές και προσωπικές επιλογές εμφανίζονται πολύ πιο ολοκληρωμένες αλλά και πιο ελεύθερες απ’ ό,τι την περίοδο του κλασικού καπιταλισμού. Αυτό οδηγεί στην υποβάθμιση της διαμεσολαβητικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων και των ενδιάμεσων θεσμών (συνδικάτα, Εκκλησία, σωματεία κλπ.), μεταξύ κοινωνίας, οικονομίας και κρατικής εξουσίας

Εδώ έγκειται ο δομικός λόγος της γενικότερης κρίσης αντιπροσώπευσης που απειλεί το πολιτικό σύστημα. Στο επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών, η ενίσχυση του εκτελεστικού βραχίονα, έχει οδηγήσει σταδιακά στην αντικατάσταση του λαού από το κόμμα, του κόμματος από την ηγετική ομάδα, της ηγετικής ομάδας από τον ηγέτη. Μια σειρά αντικαταστάσεων και μεταθέσεων που καταλήγουν τελικά στην αρχή του ενός έχει επικρατήσει στις μετα-πολιτικές κοινωνίες, αλλοιώνοντας την αρχή αντιπροσώπευσης. Αυτό συνέβη και στο χώρο της Αριστεράς. Μετά τη μερική αποτυχία των κινημάτων και σε συνθήκες έντονης κρίσης, το συλλογικό αντικαθίσταται από ατομικές, άμεσες, μη διαμεσολαβούμενες πρωτοβουλίες. Τέτοια ήταν η εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 και –παρά τις προφανείς διαφορές–, αυτό που γίνεται σήμερα στις πλατείες: όλες οι πρόσφατες αυθόρμητες συγκεντρώσεις αποτελούν έμπρακτη κριτική της λογικής της αντικατάστασης και του ενός. Είναι κάτι που δεν μπόρεσε να προωθήσει νωρίτερα η μετωπική Αριστερά γιατί δεν χωρούσε στη λογική της: ένα ηγεμονικό μπλοκ χωρίς ηγεμόνα η ηγέτη.

Και αυτό προέκυψε, πιστεύω, γιατί η δύναμη του βιοπολιτικού νεοφιλελευθερισμού να δημιουργεί και ενσωματώνει υπάκουα υποκείμενα είναι ταυτόχρονα και η αχίλλειος πτέρνα του. Αυτός που ασχολείται με το σώμα και την ευτυχία του, τις ατομικές υποχρεώσεις και ευθύνες του, αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για τα ίδια και όχι για τα κοινά, δηλαδή αυτός που έχει άμεση αλλά ανισομερή σχέση με την καπιταλιστική οικονομία, μπορεί εύκολα και χωρίς διαμεσολαβήσεις να «απο-υποκειμενοποιηθεί». Να εγκαταλείψει δηλαδή, έστω και προσωρινά, τις οικονομικές προτεραιότητες και απαιτήσεις της συστημικής ένταξης. Αν σπάσει ένας κρίκος της ολοκληρωμένης ένταξης (ξαφνική ανεργία ή μείωση μισθού, επίθεση στην αξιοπρέπεια ή την πατριωτική συνείδηση, ματαίωση επιθυμίας ή ακύρωση υποσχέσεων) ολόκληρο το αλληλλοϋποστηριζόμενο ψυχικό οικοδόμημα οδηγείται σε κατάρρευση. Αυτό το βλέπουμε όλο και περισσότερο γύρω μας. Η μαζική μετατόπιση από τον ρόλο του αποδέκτη στον ρόλο του αρνητή μετουσιώνει το πλήθος από συνεύρεση ατόμων σε σύνολο μοναχικοτήτων. 

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το Μνημόνιο και οι παραλλαγές του εμφανίζονται ως θεραπεία για μια βαριά ασθένεια του κοινωνικού σώματος αλλά και καθενός από μας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η βιοπολιτική στρατηγική κινητοποιεί τον φόβο, την δήθεν επιστημονική αλήθεια και φροντίζει να καλλιεργήσει ένα βαθύ αίσθημα ενοχής. Τα μέτρα ακολουθούν τη στρατηγική του «δόγματος του σοκ» (shock doctrine), υπολογίζοντας ότι η βίαιη και ταχεία εισαγωγή τους θα εξουδετερώσει την αντίσταση στην άδικη και καταστροφική τους φύση. Διαχωρίζουν τον πληθυσμό με οικονομικά κριτήρια και απαιτούν από τη μεσαία τάξη, τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους να αλλάξουν συνολικά τις συμπεριφορές τους στο όνομα της εθνικής «σωτηρίας». Από την κατανάλωση των απολύτως αναγκαίων μέχρι την εκπαίδευση, την εργασία και την ψυχαγωγία, οι Έλληνες καλούνται να τροποποιήσουν ριζικά τη συμπεριφορά τους και να υποβληθούν σε εκτεταμένους έλεγχους που αποσκοπούν να αποκαταστήσουν την κοινωνική υγεία και την ατομική ευτυχία.

Η βασική βιοπολιτική στρατηγική αποσκοπεί στη δημιουργία υπάκουων υποκειμένων, και αυτό εξηγεί τις συνεχείς επιθέσεις στην «ανομία». Όταν τα υποκείμενα αρχίζουν πράξεις ανυπακοής, όταν βγαίνουν στο Σύνταγμα, αίρουν καταρχάς τη νομιμοποίηση που παρέχουν προς την κυβέρνηση και περιορίζουν τη βιοπολιτική διακυβέρνηση των σωμάτων. Αυτό ακριβώς δημιουργεί τη διττή ελπίδα του κινήματος των αγανακτισμένων: από τη μια τη δυνατότητα του πλήθους να γίνει υποκείμενο συλλογικής επιθυμίας που θα φέρει το πολιτικό σύστημα σε αδιέξοδο και, από την άλλη (προσωρινή η οριστική), απομάκρυνση του κάθε συστατικού του πλήθους από το σύστημα νομιμοποίησης του βιοπολιτικού νεοφιλελευθερισμού. 

Το πλήθος, μια υλική οντότητα

Το πλήθος αποτελεί το κύριο συστατικό του κινήματος των «πλατειών». Το πλήθος διαφοροποιείται από τον λαό και το έθνος. Η έννοια του λαού φτιάχνεται από το δίκαιο. Με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, ο λαός είναι θεσμικό δημιούργημα και πρωτοεμφανίζεται στα πρώιμα νεωτερικά Συντάγματα. Ο λαός αποτελεί εκκοσμίκευση του Θεού ως απόλυτου Κυρίαρχου, είναι το νέο causa sui και ο διάδοχος του θεολογούμενου. Με αυτή την έννοια, ο λαός αποτελεί φαντασιακή κοινότητα, που πάντα είναι προς κατασκευή. Αργότερα, η δημοκρατική και ρεπουμπλικανική ιδεολογία προσπάθησε ακριβώς να «φτιάξει» τον λαό, ανάγοντας τον σε ριζοσπαστικό κάτοχο της (λαϊκής) εξουσίας. Ο λαός είναι δημιούργημα της νομικής και δημοκρατικής ιδεολογίας. Αποτελεί μια ενιαία και φαντασιακή οντότητα, που υπόσχεται άρρητα και αδύνατα την εξάλειψη των ανισοτήτων.

Η έννοια του έθνους, από την άλλη πλευρά, κατασκευάζεται πολιτισμικά και ιστορικά. Κοινότητα, ιστορία, παράδοση και μνήμες παίζουν ρόλο, αλλα το διακύβευμα είναι παρόμοιο: η μετουσίωση διαφορών, αντιπαλοτήτων, ανταγωνισμών και συγκρούσεων σε μία ενιαία αντιπροσωπεύσιμη οντότητα, η μεταποίηση του πολλαπλού και πολύμορφου σε μοναδικό. Κράτος και έθνος είναι λοιπόν έννοιες, δημιουργήματα λόγου, που μεταλλάσσουν τους πολλούς σε ένα.

Το πλήθος, αντίθετα, αποτελεί υλική οντότητα, ένα σύνολο ανθρώπων και σωμάτων που συνευρίσκονται στον ίδιο χώρο και χρόνο. Από τη στιγμή που οι συνευρισκόμενοι αρχίζουν να απαιτούν οργανωμένα και συντεταγμένα, μεταλλάσσονται από μάζα σε πλήθος, μετατρέπονται σε πολιτικό υποκείμενο. Γίνονται δηλαδή ένα σύνολο ανθρώπων, που συνεργούν, χωρίς αντιπροσώπευση, κομματική ταυτότητα ή αποκλειστική ιδεολογία που να τους εκφράζει.

Σε αντίθεση με τον λαό και το έθνος (η βασική λειτουργία των οποίων είναι η ομογενοποίηση), το πλήθος δεν μπορεί εύκολα να ενοποιηθεί. Ενοποιείται μόνο στη δράση του. Όταν μια σειρά μοναδικών και διαφορετικών ανθρώπων, όταν μοναδικές και διαφορετικότητες επιθυμίες βρίσκονται μαζί, αποκτούν τη δυναμική κοινής πολιτικής επιθυμίας που δημιουργείται εκεί και τότε. Ό,τι είχε συμβεί πριν (η ιδεολογία ή οι προσωπικές τους συνθήκες, το τι τους έκανε να βρεθούν στον ίδιο χώρο) και ό,τι θα συμβεί μετά (το αποτέλεσμα των δράσεων και η επίτευξη των αιτημάτων τους) μπαίνουν σε παρένθεση. Οι αγανακτισμένοι είναι άνεργοι και εργαζόμενοι, αριστεροί και πατριώτες, νέοι και γέροι, ιδεολόγοι και «απολίτικοι», φεμινίστριες και γκέι, ένα σύνολο που βρίσκεται μαζί παροδικά, ενωμένο από ένα «Φτάνει πια». Το πλήθος ως υποκείμενο φτιάχνεται και διαλύεται μέσα στην προσωρινότητα και ένταση της συνεύρεσης των διαφορετικών μοναχικοτήτων. Οι ατομικές επιθυμίες (coupiditas) γίνονται κοινή επιθυμία, μια δύναμη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Όλες οι εξεγέρσεις και επαναστάσεις ήταν έργο του πλήθους. Βέβαια, πολλές από αυτές διέθεταν ηγέτες, κόμματα, πρωτοπορίες, αλλά μόνο η υλική παρουσία του πλήθους –που δεν έχει κοινές καταβολές και πιθανόν ούτε κοινούς στόχους– μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όλα τα σημαντικά Συντάγματα και πολιτικά συστήματα της νεωτερικότητας (pouvoir constitue) είναι αποτέλεσμα δράσης της καταστατικής δύναμης (boudoir constituant), μιας συλλογικής πολιτικής πράξης. Αυτή η πράξη είναι οντολογική και υπαρξιακή, ορίζει το «εμείς»: ταυτόχρονα το «ποιοι» είμαστε και «τι» γινόμαστε. Η πράξη του πλήθους δηλαδή δρα στον εξωτερικό κόσμο και στα μέλη του, αλλάζοντας καθένα και το σύνολο. Κάτι «μαγικό» συμβαίνει τη στιγμή που διαφορετικοί άνθρωποι βρίσκονται μαζί και αρχίζουν να δρουν από κοινού. Απο- και επανα-υποκειμενοποιούνται, από άνθρωποι γίνονται αυτόνομοι πολίτες. Ταυτόχρονα, ως πλήθος ή συλλογικό υποκείμενο εγκαταλείπουν την λογική της αντιπροσώπευσης και γίνονται ενεργά, μοναδικά και αναντικατάστατα πρόσωπα. 

Είναι πολιτική η πλατεία; 

Οι απεργοί αποσύρουν την εργασία τους, οι «αγανακτισμένοι» αποσύρουν την υπακοή και τη νομιμοποίηση. Είναι αρκετό;

Το να λες «Όχι», «Φτάνει πια», «Μέχρι εδώ και μη παρέκει» όχι μόνο δεν είναι απολίτικο, αλλά αποτελεί τη βάση της κλασικής αριστερής πολιτικής: η άρνηση ήταν πάντα το πρώτο βήμα της διαλεκτικής σύνθεσης και υπέρβασης. Σήμερα, σε συνθήκες βιοπολιτικής διαχείρισης της ταυτότητας και της επιθυμίας, η άρνηση δημιουργεί υποκείμενα αντίστασης, ακυρώνοντας την πιο σημαντική στρατηγική της εξουσίας.
Ο μεγάλος κομμουνιστής συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου περιγράφει στο μυθιστόρημά του Περί φωτίσεως μια πρωτεύουσα οι κάτοικοι της οποίας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία ή καθοδήγηση, ψηφίζουν λευκό στις εκλογές. Η κυβέρνηση και τα κόμματα πανικοβάλλονται και προκηρύσσουν νέες εκλογές. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Πιστεύοντας ότι εξυφαίνεται μια τεράστια πλεκτάνη, η κυβέρνηση εγκαταλείπει την έδρα της, κηρύσσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αποκλείει την πόλη με στρατεύματα, προσπαθώντας να κάμψει τους κάτοικους. Αλλά η ζωή συνεχίζει κανονικά, παρά τις τεράστιες ελλείψεις, με κατάληξη τη συνολική και απρόκλητη επίθεση της κυβέρνησης στους κατοίκους, πολλοί από τους οποίους ήταν οπαδοί της.
Όταν οι αγανακτισμένοι λένε μαζικά, όπως οι κάτοικοι της ανώνυμης πόλης και ο Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ «I would prefer not to» («Θα προτιμούσα όχι»), ο κόσμος αλλάζει. Η ολοκλήρωση του συστήματος νεοφιλελευθερισμός-βιοπολιτική-άτομο στηρίζεται στη σιωπηρή αποδοχή των όρων που επιβάλλει, με αντίκρισμα την ικανοποίηση των διαρκώς αυξανόμενων επιθυμιών. Η άρνηση λοιπόν έχει από μόνη της πολιτική, ριζοσπαστική και επαναστατική σημασία. Σήμερα αυτή η άρνηση είναι όχι μόνο απαραίτητη, αλλά πιθανόν το πιο σημαντικό βήμα αντίστασης. Μόνο μετά τη μαζική άρνηση και απαγκίστρωση από τη βιοπολιτική υποκειμενικότητα, συμμαχίες και ηγεμονικές πολιτικές θα έχουν νόημα και μπορεί πιθανώς να πετύχουν. Αυτό το στοίχημα βάζει το πλήθος και η πλατεία.

- Ο Κώστας Δουζίνας είναι αντιπρύτανης και διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities, London University.


.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.


Σχετικά: 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου