Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Παρασκευή στο Λουξεμβούργο

(πηγή)
του Σπύρου Λαπατσιώρα
από τις "Συναντήσεις"
στην Αυγή
πηγή: Avgi online

Υπάρχουν κάποια δεδομένα που καθόρισαν την συνάντηση της Παρασκευής στο Λουξεμβούργο.

Πρώτον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι για φέτος δεν φαίνεται να επιτυγχάνονται. Αυτό σημαίνει πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης πέραν αυτών που έχουν προϋπολογιστεί για το 2011 από το πρόγραμμα στήριξης. Αυτό το γεγονός αποτελεί κοινή γνώση όλων όσοι ενέχονται στη διαδικασία χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας.

Δεύτερον. Οι πολιτικές που ακολουθούνται στηρίζονται σε μία ανάλυση της δυνατότητας ομαλής εξυπηρέτησης των χρηματοδοτικών αναγκών, η οποία έχει έναν συνδυασμό αρκετά αισιόδοξων υποθέσεων (έσοδα, έξοδα, επιτόκια, μεγέθυνση του ΑΕΠ). Ταυτόχρονα, αφήνει πολύ μικρά περιθώρια χειρισμών αν οι εξελίξεις διαψεύδουν τις υποθέσεις. Αυτό το γεγονός, επίσης, αποτελεί κοινή γνώση και εδραιώνει την πεποίθηση ότι είναι πολύ πιθανό τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού, που απαιτούνται τα επόμενα χρόνια, να είναι αρκετά υψηλότερα του υψηλότατου στόχου του 6% του ΑΕΠ. Κοινή γνώση αποτελούν και άλλα στοιχεία: για παράδειγμα στην ανάλυση του ΔΝΤ (16/3/2011), ο στόχος του 6% υλοποιείται με μείωση σε 30,5% του ΑΕΠ το 2020 των πρωτογενών δαπανών (δαπανών εκτός τόκων), μέγεθος που φαίνεται σχεδόν εξωπραγματικό για μια ανεπτυγμένη χώρα όπως η Ελλάδα. Οι στόχοι που τίθενται έχουν, επομένως, πολύ μεγάλη πιθανότητα πολιτικής αποτυχίας.

Τρίτον. Με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό προβλέπεται ότι το 2012 θα πρέπει να εκδοθούν ομόλογα ύψους 26,7 δισ. και συνολικά, μέχρι και το 2015, 140 δισ. (με δεδομένη την επιμήκυνση του δανείου των 110 δισ.) Σήμερα κανείς δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν η έκδοση του 2012 να καλυφθεί από τις αγορές χρήματος. Μάλιστα θεωρείται πολύ πιθανό να πρέπει να αναληφθούν μέχρι το τέλος του 2015 από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και το ΔΝΤ πάνω από 250 δισ. ελληνικού δημόσιου χρέους (110+140 δισ.), χωρίς να υπολογίσουμε την έκθεση της ΕΚΤ. Μια τέτοια κατάληξη, ειδικά αν η αναδιάρθρωση χρέους με κούρεμα θεωρείται πιθανή κατάληξη, συνιστά αμφισβήτηση του τρόπου που έχουν επιλέξει οι ηγεμονικές πολιτικές στην Ευρώπη να διαχειριστούν την κρίση χρέους και δοκιμάζει τη νομιμοποίηση αυτών των πολιτικών σε κάθε κράτος μέλος.

Αυτά τα δεδομένα θέτουν υπό αμφισβήτηση την πολιτική του «μνημονίου» ως έχει, καθιστώντας σχεδόν βέβαιη την αναθεώρησή της. Επιπλέον, καθιστούν την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους αναγκαία, με μόνα ερωτήματα τον χρόνο που θα ξεκινήσει η διαδικασία και τη μορφή που θα πάρει.

Τέταρτον. Με βάση τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, παρά την αβεβαιότητα για την ακρίβεια των μεγεθών, το κόστος από ένα «κούρεμα» της τάξης του 50%, σε πρώτη φάση, χωρίς να υπολογιστούν οι δευτερογενείς πιθανές συνέπειες, θα απαιτεί ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της ΕΚΤ και των ελληνικών τραπεζών (οι οποίες μετά από αυτό «κινδυνεύουν» να έχουν ως κύριο μέτοχο το ελληνικό Δημόσιο). Επιπρόσθετα, η όποια μορφή αναδιάρθρωσης επιλεγεί πρέπει να πείθει τους συμμετέχοντες στις αγορές χρήματος ότι αποτελεί λύση, διαφορετικά η αδυναμία χρηματοδότησης της Ελλάδας από αυτές θα συνεχιστεί και στο μέλλον, και να λαμβάνει επίσης υπόψη τις πεποιθήσεις που θα σχηματιστούν για τις προοπτικές και τη διαχείριση άλλων αντίστοιχων περιπτώσεων.

Για να συνοψίσουμε. Το διακύβευμα είναι ποιος θα φέρει το κόστος της αναδιάρθρωσης και των υπόλοιπων προσαρμογών. Δεδομένο γι' αυτούς που αποφασίζουν σήμερα αποτελεί ότι το τελικό κόστος κάθε απόφασης θα το φέρει ο κόσμος της εργασίας και θα είναι βαρύ. Ωστόσο, η απόφαση αν το κόστος θα βαρύνει τις τράπεζες κατ' αρχήν ή τα κράτη-μέλη και τους μηχανισμούς της Ε.Ε. διχάζει, επειδή συναντά με κομβικό τρόπο τη στρατηγική που έχει ήδη αναπτυχθεί για τη διαχείριση της κρίσης και την πορεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος εν συνόλω και στο εσωτερικό κάθε κράτους-μέλους. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αναβάλλεται διαρκώς, επειδή δημιουργεί προβλήματα δυσλειτουργίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. 

Με βάση αυτά τα δεδομένα το δημοσίευμα του Spiegel, συνέχεια μιας έντονης και πυκνής σειράς αντιτιθέμενων δηλώσεων για τη διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους, αποτελούσε μία προσπάθεια να λειτουργήσει ως καταλύτης επιτάχυνσης των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν, προσαρμογής τους στις ανάγκες των ηγεμονικών πολιτικών και κάμψης των αντιστάσεων απέναντι σε αυτές και στην αναγνώριση της πραγματικότητας όπως διαμορφώνεται.



- Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου