Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Ο μεταλλαγμένος τζίτζικας

(πηγή)
του ΚΙΜΠΙ  

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. Παλιά προτιμούσα τον χειμώνα. Το καλοκαίρι υπέφερα. Κάτι συνέβαινε με τους ιδρωτοποιούς μου αδένες. Μόλις η θερμοκρασία έπιανε πάνω από 30 βαθμούς, άρχιζα να στάζω από κάθε πόρο του δέρματος. Περίμενα πώς και πώς το φθινόπωρο για να ησυχάσω. Τώρα η βιοχημεία του σώματος έχει αλλάξει – δεν ξέρω γιατί. Ου γαρ μόνον; – ιδρώνω λιγότερο, αντέχω περισσότερο σε υψηλές θερμοκρασίες. Ίσως, όμως, έχει αλλάξει μόνο η κοινωνιολογία των εποχών και του καλοκαιριού. Τώρα περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας σε κλιματιζόμενους χώρους. Ακόμη και τα λεωφορεία είναι σαν ψυγεία. Και αυτοκίνητο χωρίς κλιματισμό δεν νοείται – έστω κι αν τον ανοίγουμε με μέτρο, λόγω ακριβής βενζίνης. 

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ μ’ αρέσει και για έναν άλλο λόγο. Γιατί ξυπνάει ο τζίτζικας μέσα μου. Πέρα από την παράδοξη αλλαγή στο σωματικό κλιματιστικό μου σύστημα, μ’ έναν τρόπο που θυμίζει κάπως το θορυβώδες σύστημα εξαερισμού του τζίτζικα, γίνεται πιο έντονη η ροπή μου προς τη ραστώνη. Όπως σ’ όλους, υποθέτω. Είναι μια ροπή που ξεπερνά τη θεσμοθετημένη ποσόστωση δικαιώματος στην τεμπελιά, αυτό που αποκαλείται άδεια μετ’ επιδόματος – για όσο ακόμη είναι δεδομένη.

ΩΣΤΟΣΟ, διαβάζοντας μερικά πράγματα για τη βιολογία του τζίτζικα, ανακάλυψα ότι ταυτιζόμαστε μαζί του για λάθος λόγους. Είναι μια ιστορική παρεξήγηση, κληρονομημένη από τον Αίσωπο και τον Λαφοντέν, αυτό που ώθησε εμάς τους Νότιους, και ιδιαίτερα τους καταχρεωμένους για δυο τουλάχιστον γενιές νεοέλληνες, να ταυτιστούμε με τον τζίτζικα, εκχωρώντας στους εργατικούς προτεστάντες του Βορρά, και δη τους Γερμανούς, τον ρόλο των παραγωγικών μυρμηγκιών.

Η ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ, αν όχι και παραπλάνηση, οφείλεται στο γεγονός ότι γνωρίζουμε ελάχιστα για τον τζίτζικα, τον τέττιγα τον πληβείο κατά την επιστημονική του ονομασία, που είναι πολύ πιο παραγωγικός απ’ όσο θέλει ο μύθος. Κι η εντύπωση που έχουμε πως ο τζίτζικας ζει όλο κι όλο ένα καλοκαίρι είναι λάθος. Ο κύκλος ζωής του ξεκινά όταν σκάσει από τ’ αυγό του, μεταμορφωθεί σε νύμφη και εισχωρήσει στο χώμα, όπου ζει για τέσσερα και πάνω χρόνια (κατά μία εκδοχή μέχρι 17!), δουλεύοντας αδιάκοπα για να τραφεί μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Αυτή που θα τη ζήσει έντονα το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του. Θορυβώντας διαρκώς, αν είναι αρσενικό, όχι για να μας χαλάσει τη μεσημεριανή σιέστα, αλλά για να προσελκύσει κάποιο θηλυκό που βρίσκεται εκεί κοντά, αθόρυβο, αλλά δεκτικό στο εκκωφαντικό ερωτικό κάλεσμα. Διότι -άλλο παράδοξο κι αυτό- αυτή η ερωτική συνεύρεση στο τελευταίο καλοκαίρι της ζωής τους γίνεται ανάμεσα σε έναν κουφό τζίτζικα και μια βουβή τζιτζικίνα.

Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ μας πολιτισμός συνηθίζει να εκθειάζει την υπεροχή του μυρμηγκιού για την παραγωγικότητά του. Και η αλήθεια είναι ότι οι αποικίες των μυρμηγκιών δίνουν την εντύπωση ενός εργοστασίου συνεχούς πυράς με άοκνους εργάτες απίστευτης δύναμης -σηκώνουν έως και 30 φορές το βάρος τους- που αποκλείεται ποτέ να πεινάσουν. Ή να βρεθούν χρεωμένοι, καλή ώρα. Σωστό μεν, σύμφωνα με την ωφελιμιστική κουλτούρα της ανάπτυξης, αλλά να το αποτέλεσμα στον κύκλο ζωής των μυρμηγκιών: τα μυρμήγκια - εργάτριες δεν έχουν όριο ζωής μεγαλύτερο από 12 εβδομάδες, σε αντίθεση με τα μυρμήγκια στρατιώτες και τα μυρμήγκια επιβήτορες, που ζουν αρκετά παραπάνω, και -πολύ περισσότερο- τη βασίλισσα, που ζει ακόμη και δεκαετίες, γεννώντας αυγά και αναπαράγοντας την αποικία. Τόση δουλειά, τόση σπατάλη δυνάμεων για να τραφεί και να αναπαραχθεί μόνον η κορυφή αυτής της κοινωνικής πυραμίδας, δεν το βρίσκω διόλου παραγωγικό.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, στον κύκλο ζωής του τζίτζικα υπάρχει μια στέρεη προσδοκία. Έπειτα από μερικά χρόνια ζωής κάτω από το χώμα, σε μια μακριά εναλλαγή εποχών κοντά στις ρίζες των δένδρων από τις οποίες τρέφεται μέχρι από νύμφη να γίνει ένας ώριμος τζίτζικας, δικαιούται αυτό το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του στο φως του καυτού ήλιου να είναι μοναδικό και απολαυστικό, να τον αποζημιώνει για την αναμονή του: φαΐ, τραγούδι, διασκέδαση και, φυσικά, σεξ. Υπάρχει κάτι άδικο, αντιπαραγωγικό κι αφύσικο σ’ αυτό;

ΠΑΡ’ ΟΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ από μας τείνουμε να ταυτιστούμε με τον τζίτζικα, ο τρόπος που ο παραγωγικός μας κύκλος αντιστρατεύεται τον βιολογικό μάς στερεί πολλά από τα πλεονεκτήματα που έχει ο κύκλος του συμπαθούς εντόμου (και δεν εννοώ την ιδιότυπη τροχιά της ζωής του, από το χώμα στο φως, κι όχι αντίστροφα, όπως συμβαίνει σε μας). Η δική μας τελευταία φάση ζωής, αυτή που προσδιορίζουμε ως τρίτη ηλικία, σύνταξη, κοινωνική ασφάλιση ή ανταμοιβή για τα 35-40 χρόνια παραγωγικής δράσης, δεν επιτρέπει και πολλές απολαύσεις, τουλάχιστον όχι ακριβώς αυτές, ούτε στην ένταση που τις δικαιούται ο τζίτζικας. Οι βιολογικοί φραγμοί του ανθρώπινου γήρατος ορίζουν: φαΐ με μέτρο και πάντα κατά τις υποδείξεις του γιατρού, χορός και τραγούδι όσο επιτρέπει το φθαρμένο από τον χρόνο (και τον παραγωγικό χρόνο) σώμα, και σεξ αραιά και πού και σε φθίνουσα συχνότητα.

ΩΣΤΟΣΟ, τόσο εμείς όσο κι οι τζίτζικες βασίζουμε τον κύκλο της ζωής μας σε μιαν αφήγηση με κάποιες σταθερές – σε μας κυρίως κοινωνικές, στον τζίτζικα κυρίως φυσικές. Όταν σπουδάζουμε ή καταρτιζόμαστε σ’ ένα επάγγελμα, υποθέτουμε ότι μ’ αυτό θα πορευτούμε στη ζωή. Όταν εργαζόμαστε, στηριζόμαστε σε μια εργασιακή ταυτότητα που αφενός μας δίνει αξιοπρέπεια, αφετέρου ένα αίσθημα ασφάλειας ως προς την αξία της, την τιμή και την αμοιβή της. Κι όταν έχουμε διανύσει 35-40 χρόνια παραγωγικής δραστηριότητας και ασφάλισης, υποθέτουμε ότι το κράτος και το ασφαλιστικό μας ταμείο θα μας απονείμει αυτό το ελάχιστο που επιτρέπει να ζήσουμε την τελευταία, λιγότερο παραγωγική φάση της ζωή μας αξιοπρεπώς.

ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ της «νέας οικονομίας» αντιμετωπίζουν περίπου σαν φρικιά τους ανθρώπους της εργασίας γι’ αυτή την εκ πρώτης όψεως συντηρητική τους στάση, τη επένδυσή τους στην παραγωγική και κοινωνική ρουτίνα και την ασφαλή, χωρίς πολλά ρίσκα και δυσάρεστες εκπλήξεις αφήγηση ζωής. Παρ’ ότι αυτή η «συντηρητικότητα» για πολλές μεταπολεμικές δεκαετίες ήταν βολική για τον καπιταλισμό του κοινωνικού κράτους και της συλλογικής διαπραγμάτευσης, αφού εξασφάλιζε ταξική ειρήνη και καθεστωτική σταθερότητα, για το «ανυπόμονο κεφάλαιο» της εποχής μας είναι πια τροχοπέδη για το ιδανικό της ευελιξίας, της ελαστικότητας και της αδιάκοπης «αλλαγής» και προσαρμογής στις απαιτήσεις του οικονομικού κύκλου, τα σκαμπανεβάσματα της ζήτησης, τις διαρκώς εναλλασσόμενες απαιτήσεις των αγορών. 

Ο προσηλωμένος στο μακροπρόθεσμο πλάνο ζωής τζίτζικας είναι ένα απεχθές πρότυπο για τον νέο καπιταλισμό. Το ανυπόμονο κεφάλαιο σιχαίνεται τους μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς, ενδιαφέρεται κυρίως για το βραχυπρόθεσμο, τις πωλήσεις του τριμήνου, την παραγωγικότητα του μήνα, τις αποδόσεις της μέρας. Και γι’ αυτό χρειάζεται εργάτες υπερκινητικούς, ευέλικτους, ριψοκίνδυνους σαν τα μυρμήγκια, αδιάφορους για το πόσο, πότε, για πόσα, πού, σε ποιο πόστο, με ποια ειδικότητα θα δουλέψουν. Αυτό μπορεί να ονομάζεται και «ανάληψη ρίσκου», μπορεί να ονομάζεται και ελευθερία, και flexicurity, σε κάθε περίπτωση όμως θεωρείται ικανότητα προσαρμογής στις «αλλαγές». 

Η μόνη δεξιότητα που πλέον απαιτείται από τους τζίτζικες, τους πληβείους, είναι ν’ αλλάζουν συνεχώς δεξιότητες και τελικά να μη διαθέτουν καμία. Να βιώνουν ως προσωπική αποτυχία την παραμονή τους στη μακρόχρονη ανεργία και ως αναπηρία το γεγονός ότι κάποια στιγμή γερνάνε κι έχουν τη θρασύτατη απαίτηση να πάρουν σύνταξη στον «συμφωνημένο χρόνο»: «Γιατί δεν μεταλλάσσεσαι σε μυρμήγκι;», λέει η βασίλισσα των μυρμηγκιών στον τζίτζικα. «Μα, πώς», αναρωτιέται αυτός, «δεν χωράω καν στη φωλιά σας»> «Μεταλλάξου εσύ και θα σε βολέψουμε», του λέει η βασίλισσα και ως αρχή του θέτει το καθήκον ν’ αλλάξει ωράριο στο ημερήσιο τερέτισμα, 12 τη νύχτα με 8 το πρωί, για να δίνει ρυθμό στη νυχτερινή βάρδια.

ΣΤΙΣ ΜΥΡΜΗΓΚΟΦΩΛΙΕΣ και στις αποικίες τζιτζικιών του νέου, ανυπόμονου καπιταλισμού, που είναι απορροφημένες στην κρίση χρέους, αυτή είναι η βαθύτερη αλλαγή που συντελείται εδώ και μερικές δεκαετίες, υπό τα κελεύσματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που προωθούν με κάθε ευκαιρία και πρόσχημα μεταρρυθμίσεις επί μεταρρυθμίσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας. Κι αυτή είναι η αλλαγή που ενθαρρύνουν -εκούσια ή ακούσια, αδιάφορο- οι χρυσοπληρωμένοι μάνατζερ, οι διοικήσεις των επιχειρηματικών ομίλων, οι σχεδιαστές των νέων προϊόντων και των νέων μεθόδων παραγωγής. Οι οποίοι μπορεί να επαίρονται για την υποδειγματική τάξη που επικρατεί στα γραφεία τους, στις αυτοματοποιημένες αλυσίδες παραγωγής, στα ράφια των πολυκαταστημάτων. Αλλά αδιαφορούν για την αταξία που έχουν φέρει στη ζωή των ανθρώπων.

ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ νυχτερινή συναυλία τζιτζικιών Γενάρη μήνα… 



από  
Ο τζίτζικας 
ερμηνεία: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας 
στίχοι: Γιάννης Μυλωνάς (ρεφρέν: Γιάννης Ζαχαρόπουλος)
μουσική: Γιάννης Ζαχαρόπουλος
από το cd: Στο αφιερώνω (2003)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου