Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Χρωματίζω πέτρες…


Από το Διαδίχτυ

Καιρό τώρα άνεργος,.. για να μην πέσω στην κατάθλιψη και για να γεμίζω το χρόνο μου, μαζεύω πέτρες,.. πέτρες μικρές, πέτρες στρογγυλές, πέτρες μυτερές, πέτρες μεσαίου μεγέθους και τις χρωματίζω. Δεν έχω ιδιαίτερες καλλιτεχνικές ανησυχίες… Έχω ανησυχίες για το μέλλον των παιδιών μου... ανησυχία για το κωλοδάνειο που μου σφίγγει το λαιμό... εφιάλτης δηλαδή… και όλο μαζεύω και όλο χρωματίζω τις πέτρες… Πολλές πράσινες, πολλές μπλε, μερικές ροζ, καμπόσες κατακόκκινες… Η οικογένειά μου παρακολουθεί ανήσυχη την αλλόκοτη συμπεριφορά μου και συχνά ανταλλάσσουν βλέμματα αναζητώντας ο ένας απ’ τον άλλον μια εξήγηση…

Κάθε τόσο, τον τελευταίο καιρό, μας επισκέπτεται στο σπίτι ένας κύριος… συστήθηκε ως φίλος του αδελφού της γυναίκας μου…Ευγενής περισσότερο από τον Θανάση, τον αδελφό της γυναίκας μου, αλλά και λιγάκι «κολλημένος»… το φέρνει από δω , το φέρνει από κει, όλο για τις πέτρες με ρωτάει… Πώς σου ήρθε η ιδέα να μαζεύεις πέτρες;.. ποιο χρώμα σου αρέσει περισσότερο;.. τι σκέπτεσαι να τις κάνεις;.. μες την περιέργεια ο τύπος!.. Ο καιρός περνάει κι εγώ εξακολουθώ να είμαι άνεργος και ανήσυχος για το μέλλον των παιδιών μου και όλων των παιδιών του κόσμου, ανήμπορος για το κωλοδάνειο που μου σφίγγει το λαιμό… Συνεχίζω να μαζεύω και να χρωματίζω  πέτρες,.. πέτρες στη μικρή αυλή μας, πέτρες στο στενό μας κουζινάκι, πέτρες στον διάδρομο,.. πέτρες κάτω από τα κρεβάτια των παιδιών,.. πέτρες κάτω από τον φθαρμένο καναπέ του σαλονιού,... πέτρες στην κρεβατοκάμαρή μας… ώσπου  η Ευανθία, η γυναίκα μου, δεν άντεξε!.. Φτάνει πια!.. Δεν πάει άλλο!.. Δεν έχουμε να φάμε κι εσύ κάθεσαι και βάφεις πέτρες!.. Πέταξέ τες! Πέταξέ τες!.. Μόνος μου τόσες πέτρες;.. Αδύνατον!.. Η Ευανθία πήρε την κατάσταση στα χέρια της,.. φώναξε τα παιδιά μας,.. βγήκε στην αυλόπορτα και κάλεσε τους γείτονες και τα παιδιά όλου του κόσμου να βάλουν ένα χεράκι… Σε χρόνο μηδέν ένα μικρό πλήθος βρέθηκε με πέτρες χρωματιστές στα χέρια και άρχισε να κατηφορίζει σιωπηλό στο δρομάκι της γειτονιάς μας… Ο γιος της κυρά Σοφίας, με πέντε έξι πέτρες παραμάσχαλα αναρωτήθηκε φωναχτά… πού τις πετάμε;.. ένας ξαναμμένος πιτσιρικάς φώναξε… Στις τράπεζες!.. Ένας άλλος πιο δυνατά… τις πράσινες στους πράσινους!.. τις μπλε στους μπλε!.. τις ροζ στους ροζ!.. τις κόκκινες στους κόκκινους!.. Το στενό δρομάκι άδειασε και εγώ τα ‘χω χαμένα,.. τρέχω να τους προλάβω,.. να προλάβω το κακό ή το καλό… βγαίνω στην κεντρική λεωφόρο,.. γειτονιές έχουν ενωθεί και όλοι κρατούν χρωματιστές πέτρες!.. Όχι, όχι,.. δεν είχα χρωματίσει τόσες πολλές,.. δεν είναι όλες δικές μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου