Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Στυμμένες λεμονόκουπες...



Στυμμένες λεμονόκουπες
του Κώστα Πουλακίδα (από τη ΑΥΓΗ)
 
Στα τέλη του 1995, δύο χρόνια μετά την ιστορική «δικαίωση» του Ανδρέα Παπανδρέου από το άγος του 1989, ο εκσυγχρονισμός παρουσιάσθηκε ως η επιστροφή της πολιτικής, ως το νέο που θα ανανεώσει το πολιτικό σύστημα από τους «δεινόσαυρους» της πολιτικής Μητσοτάκη - Παπανδρέου. Επιβλήθηκε -και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο- με όρους ιδεολογίας και πολιτικής ηγεμονίας, ενώ οι μέθοδοι που ακολουθήθηκαν για να επιβληθεί «ξορκίστηκαν» με την αποσιώπηση ή τον κυνισμό (όπως αυτόν που επέδειξε ο Τ. Μαντέλης) ό,τι ήταν αναγκαίο.


Επιχειρήθηκε να μας πείσουν ότι μέχρι και οι αριστεροί στην πραγματικότητα είναι εκσυγχρονιστές, ότι η αριστερά ως δύναμη του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και ο εξαγγελλόμενος ΠΑΣΟΚικός - σημιτικός εκσυγχρονισμός είναι περίπου το ίδιο πράγμα. Πολλοί από ιδιοτέλεια ή ανιδιοτέλεια «τσίμπησαν», εντάχθηκαν ή φλέρταραν με τον σημιτισμό και τώρα καλούνται να κάνουν τουλάχιστον αυτοκριτική.

Μετά τις εκλογές του 2000 προβλήθηκε, ως πολιτική αντίδραση, η επαναφορά του «καραμανλισμού». Στην αναμέτρηση εκσυγχρονισμού - νεοκαραμανλισμού οι πρώτοι ταυτίστηκαν με την κυνικότητα της εξουσιαστικής αντίληψης και οι δεύτεροι με την (απολίτικη) δύναμη της ηθικής, ενώ ως πολιτική απάντηση στον εκσυγχρονισμό πρόβαλαν την πάλη εναντίον της διαπλοκής.  (!!!)

Το 2009, ως δύναμη ηθικής και ανασυγκρότησης της χώρας, ξαναήρθε το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.

Το 2010 οι οπαδοί του παπανδρεϊσμού αποτελούν αδιάφορη εσωκομματική μειοψηφία στο ΠΑΣΟΚ. Οι σημερινές εκδοχές του μητσοτακισμού, μαζί με μερικές εκατοντάδες στελέχη της Ν.Δ., ορισμένους καλοπληρωμένους δημοσιογράφους και σπόνσορες του επιχειρηματικού κόσμου βρίσκονται σε αναζήτηση δημιουργίας ενός νέου Κόμματος Φιλελευθέρων, όπως εκείνο που έστησε το 1977 ο «γενάρχης» της ιδεολογίας τους.


Οι πολιτικοί ταγοί του σημιτικού εκσυγχρονισμού αποκαλύφθηκε ότι ήταν μιζαδόροι και δωροδοκούμενοι στο διαχρονικότερο σκάνδαλο της πολιτικής ιστορίας. Ο ίδιος ο Κ. Σημίτης, που με το μπλοκάκι του επέβλεπε την υλοποίηση της πολιτικής του εκσυγχρονισμού, αδυνατεί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις παράνομες πράξεις τις οποίες ομολόγησαν οι 2 από τους 3 πιο στενούς του συνεργάτες. Και υποστηρίζει ότι με τις πράξεις αυτές χάνεται το «έργο» που έκανε η κυβέρνησή του - ένα «έργο» που έκανε πλουσιότερες καμιά δεκαριά από τις πιο πλούσιες οικογένειες της χώρας και άφησε εκτός ανάπτυξης τα μεγάλα λαϊκά στρώματα.

Ο Κ. Καραμανλής περιορίστηκε στη Ραφήνα και προσπαθεί να ξεχαστεί η παρουσία του στην πρωθυπουργία. Βλέπει δε ότι η παρούσα ηγεσία της Ν.Δ. τον θέτει και εκτός της εξελικτικής πορείας του κόμματος και στέλνει «μηνύματα» να μην το παρατραβάνε διότι θα… μιλήσει. Ο αγώνας της υστεροφημίας του θα είναι μοναχικός.

Και ο Γ. Παπανδρέου μετά τους δύο πρώτους μήνες άρχισε να εφαρμόζει την πιο μονεταριστική και αντιλαϊκή πολιτική που γνώρισε η χώρα από τη μεταπολίτευση. Χάρις και στους δικούς του χειρισμούς η Ελλάδα μπήκε στον οικονομικό γύψο και τον έλεγχο του ΔΝΤ. Και είναι ορατός ο κίνδυνος να γυρίσουμε το ρολόι της κοινωνικής εξέλιξης μερικές δεκαετίες πίσω. Δημιουργεί δηλαδή όλες τις προϋποθέσεις για να μπει στο ίδιο κάδρο με τους προηγούμενους.

Σε όλη αυτή τη σύγχρονη πολιτική ιστορία βλέπουμε τους πρωταγωνιστές, που είναι οι πολιτικοί ηγέτες. Όλοι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αποτελούν πολιτικό παρελθόν, δεν τους αναγνωρίζεται πολιτικό παρόν και μέλλον. Ποιος όμως κινεί τα αόρατα νήματα της πολιτικής ιστορίας;

Το κεφάλαιο, που ελέγχει το πολιτικό σύστημα, θέλει πολιτικούς που «να του κάνουν τη δουλειά». Επιλογή του είναι ο κάθε Κ. Σημίτης, ο κάθε Κ. Καραμανλής, ο κάθε Γ. Παπανδρέου. Δεν το αφορά το ιδεολογικό περιτύλιγμα - αυτό αφορά τους πολιτικούς που θέλουν να «κοντρολάρουν» τη λαϊκή εμπιστοσύνη -, γι’ αυτό και οι ίδιοι επιχειρηματίες «ποντάρουν» ή πιο σωστά χρηματοδοτούν πολιτικούς και από τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά και τα κόμματα που «παίζουν μπάλα» μέσα στο πολιτικό σύστημα. 

 
Η «δουλειά» του πολιτικού είναι και να ικανοποιήσει την απαίτηση του κεφαλαίου για υπερκερδοφορία και να κρατήσει τα γκέμια στον λαό. Αν τα καταφέρει, καλώς. Αν όχι...

Είναι όμως τέτοια η αντιλαϊκή φύση της πολιτικής που επιβάλλει το κεφάλαιο προκειμένου να αυξήσει την κερδοφορία του και να αποκομίσει οφέλη από την εκποίηση του δημόσιου πλούτου, ώστε οι πολιτικοί ηγέτες καθίστανται «μίας χρήσης». Ακόμα και αυτοί που κερδίζουν την εμπιστοσύνη του κεφαλαίου και «μανιπουλάρουν» τη λαϊκή αγανάκτηση για την εφαρμοζόμενη πολιτική.

Επομένως το πραγματικό πρόβλημα του φαύλου κύκλου δεν είναι τα πρόσωπα ή τα κόμματα, αλλά η επιδίωξη του κυρίαρχου κεφαλαιοκρατικού συστήματος για υπερσυσσώρευση κέρδους μέσα από συγκεκριμένες αντιλαϊκές πολιτικές που στην Ελλάδα εφαρμόσθηκαν όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Το κεφάλαιο θέλει κάποιον να του κάνει τη δουλειά. Αν είναι πολιτικός, καλώς. Αλλιώς θα βρει άλλον τρόπο ή άλλο πρόσωπο. Αλλά η πολιτική θα μείνει ίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου