Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Τα τραγούδια της φωτιάς!




Το μοναδικό ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Νίκος Κούνδουρος, "Τα τραγούδια της φωτιάς". Η ταινία καταγράφει το κλίμα που επικρατούσε τις πρώτες μέρες μετά την πτώση της χούντας με άξονα δύο συναυλίες: στο στάδιο Καραϊσκάκη με το Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με το Γιάννη Μαρκόπουλο. Εμβόλιμα υπάρχουν και μαρτυρίες βασανισθέντων που περιγράφουν την κόλαση που έζησαν στα χέρια των βασανιστών τους ενώ η ταινία καλύπτει χρονικά την περίοδο 24/7/1974 - 17/11/1974 ως την πρώτη δηλαδή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. 
Μεταξύ άλλων εμφανίζονται οι Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος, Μάνος Λοΐζος, Νίκος Ξυλούρης, Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Νταλάρας, Μαρία Φαραντούρη, Μαρίζα Κωχ, Λάκης Χαλκιάς, Αντώνης Καλογιάννης, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λιζέττα Νικολάου

"Τα Τραγούδια της Φωτιάς το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό τίποτε άλλο" είπε ο Νίκος Κούνδουρος για την ταινία στο cinefilia.gr



Μεταφέρω από cine.gr την παρουσίαση της ταινίας από τον Βασίλη Σωτηρόπουλο: 

Βρισκόμαστε στις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης του 1974. Η Αθήνα είναι ένα καζάνι που μόλις έχει σκάσει: παντού διοργανώνονται συναυλίες και εκδηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας. Οι κινηματογραφιστές της εποχής παίρνουν στα χέρια τους κάμερες και ξαμολιούνται στους δρόμους, να καταγράψουν τον παλμό αυτών των ιστορικών ημερών.
Ο Νικος Κουνδουρος τότε ήταν ήδη ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης-σταρ της ελληνικής κινηματογραφίας, έχοντας περάσει μάλιστα και από τη Μακρόνησο για τις ιδέες του(έως το 1952). Η μεταπολιτευτική Αθήνα, τα παθιασμένα πλήθη και τα πανηγύρια τον ερεθίζουν να γυρίσει ένα ντοκιμανταίρ. Το μόνο του ντοκιμανταίρ. Μαζί με πέντε διευθυντές φωτογραφίας, μεταξύ των οποίων ο Νικος Καβουκιδης και ο Νικος Γαρδελης, γυρίζουν μια ταινία η οποία, κατά τον κύριο κορμό της αποτελείται από live ερμηνείες τραγουδιών σε κατάμεστα στάδια.
Ο Νταλάρας («Ήλιε μου σε παρακαλώ», «Γοργόνα Παναγιά», «Ζαβαρακατρανέμια», «Στη μια γωνιά», «Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα»), ο Ξυλούρης («Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί», «Πόσα χρόνια δίσεκτα»), ο Μανος Λοϊζος («Τσε Γκεβάρα»), η Μερκουρη («Το καφενείον η Ελλάς», σε στίχους Κ.Χ.Μύρη [!] και «Πικρά καλοκαίρια»), και οι απαραίτητες Κωχ και Φαραντουρη. Μαέστρος ο Μικης Θεοδωρακης στα ντουζένια του, εκείνη την εποχή, με την φουντωτή του κώμη να τινάσσεται σε κάθε «να τη, πετιέται». Η συγκίνηση του πλήθους έχει αποτυπωθεί στο φιλμ, στο οποίο κάθε κάμερα παρακολουθεί και την απέναντι κάμερα, την ώρα που καταγράφει τους τραγουδιστές.
Εκτός από την προφανή ιστορική και συγκινησιακή αξία που έχει η ταινία, αξίζει ως καταγραφή και για έναν άλλο λόγο: έχει πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς τα ντυσίματα και το styling της εποχής. Κυριαρχούν τα πολύ μακριά μαλλιά, οι άτολμες καμπάνες (μη μας πουν και αμερικανάκια) και γενικότερα ένας μαγικός μεταπολιτευτικός ρεαλισμός, ανεπανάληπτος στα στυλιστικά ελληνικά δεδομένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι παρατηρείται ομοιομορφία ανάμεσα στους stars της εποχής. Η Μαρίζα Κωχ ερμηνεύοντας με new age τρόπο δημοτικά τραγούδια («Αρμενάκι» και «Στο πα και στο ξαναλέω») είναι ντυμένη με μια στολή μετα-καραγκούνας, η Φαραντουρη απηχεί τις στερεοτυπικές απεικονίσεις μιας αψεγάδιαστης κνίτισσας, η Μελινα;Θεοδωρακης κλέβει την παράσταση με το απλό και απέριττο μαύρο πουκάμισο-παντελόνι (όπως και ο κρητικός Ξυλούρης), το οποίο έκτοτε καθιέρωσε σε όλες τις εμφανίσεις του (επειδή, μεταξύ των άλλων: κόβει), εκτός από το γνωστό μωβ ατόπημα που του είχε σχεδιάσει ο Vassileios Kostetsos για μια ηρωδειάτικη εκδοχή του Άξιον Εστί.
Η ταινία, όμως, παρά τον τίτλο της, δεν περιέχει μόνο τραγούδια. Περιέχει και «φωτιά». Παρακολουθούμε αποσπάσματα από μία κηδεία στην Κύπρο εκείνης της εποχής, όπου ο νεαρός Λοϊζου μόλις έχει δολοφονηθεί. Η κηδεία είναι μια σιωπηλή διαδήλωση με πλακάτ όπου αναγράφονται συνθήματα όπως «Murdered by C.I.A.» κ.λ.π. Σε κάποια άλλη στιγμή της ταινίας παρακολουθούμε σκηνές από την 24/11/1974 στο κέντρο της Αθήνας, όπου τα πλήθη στο δρόμο ετοιμάζονται για μία πορεία, ενώ από μεγάφωνα ακούγεται η φωνή της Δαμανάκη και κάποιου «συντρόφου». Μετά τα «Μαλαματένια Λόγια» που τραγουδάει ο Χαλκιάς, παρακολουθούμε τη συνέντευξη του Χρήστου Ρεκλείτη, ο οποίος περιγράφει με λεπτομέρειες τα βασανιστήρια στα οποία υπεβλήθη στα χέρια της Ασφάλειας κατά τη διάρκεια της επταετίας. Μάλιστα δίνει τα ονοματεπώνυμα των προσώπων που τον βασάνισαν.
Η ταινία κλείνει με τον Μικη να θεριεύει με τη «Ρωμιοσύνη» και τους τραγουδιστές να τον περιστοιχίζουν.
Το δύσκολο έργο του μοντάζ ανέλαβε ο Αριστειδης Καρυδης Φουκς, o oποίος παρέδωσε ένα άρτιο –για τα δεδομένα της εποχής- τελικό αποτέλεσμα. 
Αποσπάσματα από την ταινία αυτή παίζονται συχνά αυτές τις μέρες σε διάφορες επετειακές εκπομπές, αλλά σίγουρα αξίζει κανείς να παρακολουθήσει όλη την ταινία, η οποία είναι κρίμα να γίνεται «χαλί» στον κάθε δημοσιογράφο που ετοιμάζει «θέμα» για το Πολυτεχνείο.

Μαρίζα Κωχ:Είναι μέρες της μεταπολίτευσης, το 1974. Μου τηλεφωνεί η Μελίνα Μερκούρη, μου λέει “ξέρω αυτήν την ώρα είσαστε παρέα με τον Μάνο Λοΐζο, πάρτον κι ελάτε αύριο στο Παναθηναϊκό στάδιο που θα κάνουμε πρόβα για την εκδήλωση που ο Νίκος Κούνδουρος θα τραβήξει ολόκληρη τη συναυλία.” Φτάνω, ανεβαίνω στις κερκίδες, όπου είμασταν όλοι οι τραγουδιστές και περιμένω τη σειρά μου για να κάνω τσεκ ήχου. Κάποια στιγμή από μικροφώνου ακούω τον Κούνδουρο να λέει: “η Κωχ νάρθει, η σειρά της“. Κατεβαίνω τρέχοντας εγώ -ήμουν και ευκίνητη τότε – αλλά ξαφνικά ακούω από το CUT01-03μικρόφωνο που ήταν ανοικτό “...άκου όνομα τώρα κι αυτό, Κώχ…πού το ‘κονόμησες ρε Κωχ αυτό το όνομα;” Πάω και του λέω:  -Σε κόφτει τίποτα;  -Μα δεν είναι δυνατό να τραγουδάς τα πιο όμορφα ελληνικά τραγούδια και να σε λένε Κωχ.  -Δεν το ‘κονόμησα, το βρήκα, το τιμώ και το διατηρώ γιατί τον πατέρα μου τον εκτέλεσαν τα SS.  -Και που το ξέρεις αυτό;  -Στο Πειραματικό Γυμνάσιο της οδού Σκουφά… -…Την ημέρα που φεύγαν οι Γερμανοί ήμουν πάνω στο καμπαναριό, κάτω ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, εγώ ήμουν πάνω και βαράγαμε στον αέρα μαζί με τ’ άλλα παιδιά. Κατεβήκαμε και σβήσαμε τη φωτιά. Δίκιο έχεις γιατί ήταν τα κρατητήρια των Γερμανών κάτω στα υπόγεια του σχολείου. 
Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, μου λέει “χαλάλι σου και το Κωχ κι όπως θες να λέγεσαι. Για μένα από σήμερα θα είσαι η αδελφή μου που δεν έχω”. Αυτό μας έδεσε κι από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ.



.-.-.-.

"Μπήκαν στην πόλη οι εχθροί" έλεγε ο Ξυλούρης, "Στο καφενείον η Ελλάς, περάστε κόσμε" συμπλήρωνε η Μελίνα, 36 χρόνια πριν... Και, δυστυχώς, δεν ξέρω πιο επίκαιρα τραγούδια για τη σημερινή παράδοση της διακυβέρνησης της χώρας στο ΔΝΤ...   


 Εικόνες από το μέλλον μας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου