Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Φαντάσου

του Κώστα Καναβούρη
από την Αυγή της Κυριακής 

Σήμερα, Κυριακή των Βαΐων, που αύριο αρχίζει η εβδομάδα του Μεγάλου Πένθους, ας το σκεφτούμε λίγο καλύτερα, λίγο πλησιέστερα στη λύπη που αρμόζει σ' αυτές τις ημέρες. Ένα μόνο πράγμα ας σκεφτούμε: γίνεται σφαγή. Αν αναγάγουμε σε συμβολικό τόπο το φρικώδες τοπίο της χωματερής στα Άνω Λιόσια και το φονικό που έγινε εκεί, τη σταύρωση πες πιο σωστά, πριν από λίγες ημέρες, ίσως το κατανοήσουμε ως μέγεθος απύθμενο μέσα στο Εγώ μας που όλα τα καταπίνει και περισσότερο απ' όλα καταπίνει τον θάνατο. Και εθίζεται σ' αυτόν ξεχνώντας το αξίωμα του Ροσφουκώ ότι μονάχα δύο πράγματα δεν γίνεται να κοιτάξεις κατάματα: τον ήλιο και τον θάνατο. 
 
Όμως εμείς, εδώ, τώρα, τον κοιτάζουμε κατάματα τον θάνατο. Επειδή είναι ο θάνατος άλλων. Και ξεχνάμε ότι εμείς, εμείς και μόνο εμείς, είμαστε οι άλλοι, διότι άλλοι εκτός από εμάς δεν υπάρχουν. Κι έτσι έφυγε και πέρασε μέσα στην πλειοψηφία της μεθυσμένης συλλογικής μοναξιάς μας, μέσα στη θρησκειοποιημένη ιερότητα της πλειοψηφίας μας το περιστατικό της ανείπωτης φρίκης, το περιστατικό μιας πλειοψηφίας που σφάζει διά της αθωότητας. Ω η φρικώδης μας αθωότητα. Ω η ανατριχιαστική συμπάθεια των παρυφών της ζωής. Ω η αιματοβαμμένη κουλτούρα της αλληλεγγύης που σέρνει τα ανάπηρα πόδια της ανάμεσα στις εκατόμβες των νεκρών, ζωντανών ή πεθαμένων δεν έχει σημασία. 
 
Φαντάσου το τοπίο: ένας απέραντος σκουπιδότοπος. Απάνω οι γλάροι να κρώζουν σαν εφιάλτης. Εδώ ξεβράζεται το παρόν. Εδώ η μπόχα γίνεται ναός του άναρχου και του ατελεύτητου υλικού. Η ζωή αφήνει πίσω της ίχνη. Και είναι αυτά: γλυκά απορρίμματα απίστευτης αξίας σε μια κλίμακα αξιών που διαρκώς καθεύδει και άρα μεγιστοποιεί την αξία του πολτού εννοιών, καταστάσεων και ανθρώπων, αν μπορεί να νοηθεί ανθρώπινο ον αυτό το πλάσμα που δεν εισήλθε ποτέ στο πραγματικό νοητικό και ψυχικό τοπίο της περίφημης διαφωτισμένης και φιλοσοφικά ρομαντικής πραγματικότητας. 
 
Φαντάσου: εδώ στον πλανήτη των σκουπιδιών αληθεύει φασιστικά η ρήση του Πάγκαλου ότι μαζί τα φάγαμε. Ο σκουπιδότοπος είναι όπως το νεκροταφείο: Χώρος ισότητας. Δεν έχει σημασία ποιος πέταξε, τι πέταξε, πόσα πέταξε. Σημασία έχει μόνο το καθολικό μέγεθος. Το βάρος του απόβαρου. Η ταφή. Όπως και με τους νεκρούς. Και στα δύο πρυτανεύει η θρησκεία: Αυτός ο μεγαλειώδης τρόπος να ξεχνάς, κι ακόμη πιο πολύ να ξεχνάς ότι ξέχασες. Το αίμα που τρέχει ποτάμι μέσα στα μυαλά της ωραίας μας πλειοψηφίας των τάξεων και των στρωμάτων, ώσπου στο τέλος (αν υπάρχει τέλος) ξεχειλίζει και οι νεκροί επιπλέουν αναφαινόμενοι στο μεγάλο τέμπλο του βαθύτατου σκότους. 
 
Φαντάσου: Μονάχα σκουπίδια. Το ακατάσχετο των χρωματικών κηλίδων ως εξαρχία της οσμής και ως αποχαλινωμένος χαιρετισμός στα πένθιμα άγια των αγίων των κάθε μορφής και υφής χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων οι τράπεζες, οι εταιρείες, τα κόμματα (ιδία της εξουσίας), οι περίφημες διακριτές εξουσίες της δημοκρατίας συλλήβδην, η εκκλησία, ο στρατός, η αστυνομία, το έκτρωμα του επαγγελματικού πρωταθλητισμού (συλλογικού ή ατομικού), τα μέσα μαζικής καταστροφής των συνειδήσεων και άλλα πολλά. Γιατί είναι πολλά τα νοικοκυριά της ταξικής δημοκρατίας. Και όλα καταλήγουν εδώ. Στον σκουπιδότοπο. Είναι περίπου χαράματα. Ή περίπου μεσημέρι. Ή περίπου απόγευμα (η λέξη "απόβραδο" δεν ισχύει ως μηδέποτε υπάρξασα εδώ). Ή περίπου νύχτα. Φαντάσου εδώ τη λέξη "απόδειπνο". Δεν έχει σημασία. Φαντάσου τον τόπο του τοπίου. Αυτό το ένυλο τίποτα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη διαστροφή: ένυλο τίποτα. Μονάχα η ταξική δημοκρατία μπορεί να το καταφέρει αυτό. Και μέσα σ' αυτό το τίποτα, να υπάρχει, δηλαδή να κινείται η ύλη του τίποτα. Παράκρουση. Διότι οτιδήποτε κινείται, δημιουργεί Ιστορία. Άρα κι αυτό το τίποτα των σκουπιδιών που ανασαλεύει ανήκει στην Ιστορία. Κι αφού ανήκει στην Ιστορία είναι ένα πεδίο μάχης. Όπως είναι οι δρόμοι, τα συνδικάτα, οι θεσμοί, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα στρατόπεδα, οι δεξιώσεις, το Φεστιβάλ Αθηνών, η Επίδαυρος, τα υπουργεία, τα νοσοκομεία, τα μαιευτήρια, τα γήπεδα, οι γειτονιές, τα καφενεία, τα νεκροτομεία, οι διαφημιστικές εταιρείες, οι πληγωμένες μαζικές υπάρξεις της ακατανόητης διασκέδασης, τα θέατρα, πιο μέσα τα θέατρα, ακόμα πιο μέσα τα θέατρα, τα free press, τα μουσεία, οι εκθέσεις, τα εργοστάσια, οι ευρύχωρες ταπεινώσεις, οι παλινδρομικές ταλαντεύσεις που οροθετούν το χάος, οι γαστροοισοφαγικές κραιπάλες της μνήμης, όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα.

Φαντάσου. Όπως ο θάνατος, όπως η θρησκεία, όπως η δημοκρατία, έτσι και τα σκουπίδια: ένα πεδίο μάχης. Ένα πεδίο ισότητας. Από τη μία οι Πακιστανοί. Δεν έχουν όνομα. Τρόφιμα υλικά της παγκόσμιας χειροθεσίας των δεικτών οικονομίας. Από την άλλη οι Αλβανοί Ρομά. Τρόφιμα υλικά τερατογενέσεων έξω από τις πόρτες της "καθαρής" "ιατρικά" ιστορικής επιστήμης. Φαντάσου. Μέσα στα σκουπίδια, μέσα στην Ιστορία. Πυροβολισμοί. Δύο νεκροί. Φαντάσου τα μάτια που σβήνουν. Φαντάσου το ανείπωτο. Φαντάσου το ανείπωτο μαρτύριο του πεδίου της μάχης. Φαντάσου τη φωτιά και την οργή. Φαντάσου τους νεκρούς της ύλης του τίποτα. Φαντάσου ότι η Ιστορία έρχεται από παντού. Όπως και οι νεκροί της. Φαντάσου ότι η Ιστορία συνεχίζεται. Και συνεχίζεται με όλα τα μέσα. Και είναι πανάκριβα αυτά τα μέσα. Κοστίζει η ταξική απανθρωπία όπου συμμετέχουμε αταξικά. Είναι απίστευτο πόσο πολύ κοστίζει κάθε ένας από τους δύο νεκρούς Πακιστανούς και τους φονιάδες Αλβανούς Ρομά μέσα στον προχτεσινό μας σκουπιδότοπο και τον αυριανό μας οργίλο καπιταλισμό της δακτυλοδεικτούμενης δημοκρατίας. Φαντάσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου