Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Το λυκόφως του ΠΑΣΟΚ: Η υποχώρηση της δημοκρατίας και η νεκροφάνεια του μεσοπολεμικού αυταρχισμού

(πηγή)
«Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει σάπια βροχή και τιποτένια.
-Είμαστε μεσοπόλεμος σού λέω, ανίατα μεσοπόλεμος...».
Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία»

του Νovalis
από την Αυγή

Αναντιρρήτως, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που καταρρακώνει τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, καταβαραθρώνει το κοινωνικό κράτος και κατακρημνίζει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα σε μια περιθωριοποίηση δίχως τέλος, δεν θα μπορούσε να έχει ως πρότυπό της την αλήθεια. Το επόμενο (αναμενόμενο εν πολλοίς) βήμα της ήταν να καταχραστεί αδιάντροπα την ιστορία, αποπειρώμενη να τη μετατρέψει σε όργανο της δυσφημιστικής, αστυνομικο-δικαστηριακής μεταφυσικής, με την οποία διεκδικεί να υποκαταστήσει την ερμηνεία των ταξικών συγκρούσεων και την πολιτική αντιπαράθεση με την αριστερά των κοινωνικών κινημάτων.

Ο άρχων συνασπισμός εξουσίας, με πολιτική έκφραση στη συγκυρία την κυβέρνηση Παπανδρέου, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ενώπιον αντιφατικής (πιθανώς), οργανωτικά καχεκτικής (ενδεχομένως), αποσπασματικής (ίσως), πάντως ολοένα και λιγότερο αμήχανης κοινωνικής πρωτοπορίας, η οποία θα μπορούσε να συγκροτήσει πολύμορφη ηγεμονική αγωνιστική συμμαχία, με στέρεο ταξικό και δημοκρατικό υπόβαθρο, μέσα από την αλληλεπίδραση με μια πολύ συγκεκριμένη αριστερά: Με την αριστερά που σέβεται την αυτονομία των κινημάτων, χωρίς να φαντασιοκοπεί ότι αυτή εκχέει την κοινωνική κίνηση από τα δογματικά της καλούπια, δίνοντας ταυτοχρόνως άκαιρα, ξυπασμένα και υπερφίαλα μαθήματα σε αριστερές δυνάμεις άλλων χωρών. Με την αριστερά, ιδίως, που συμβάλλει στην ενοποίηση και την πολιτική ανασύνταξη του ταξικού κινήματος, χωρίς να περιφρονεί τη δημοκρατική και την πολυφωνική λειτουργία, χωρίς να φοβάται την προετοιμασία ενός διεκδικητικού πλαισίου αριστερής διακυβέρνησης και χωρίς να απαρνιέται τη διαλεκτική συνάρθρωση κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών αγώνων.

Αυτός ο συνασπισμός εξουσίας, ο οποίος κατορρωδεί μπροστά στην κοινωνική κατακραυγή που προκαλεί, αλλά φοβάται και την πολιτική δυναμική που εμπερικλείει ο ΣΥΡΙΖΑ, συσπειρώνεται μέσα από την εμπνευσμένη συνεργασία των κατασταλτικών και των ιδεολογικών του μηχανισμών, τόσο στην κρατική όσο και στην «ιδιωτικοποιημένη» τους έκφανση. Αυτοί οι μηχανισμοί απεργάζονται, ολοένα πιο εντατικά, την αναστήλωση ενός κράτους έξω από το σύνταγμα και ενάντια στο σύνταγμα, μέσα από τη συνεχή επίκληση των άκρως υποκειμενικών και βαθιά ταξικών κριτηρίων των φορέων τους, ως «νόμο» και «τάξη». Ως δραστικότερο αναλυτικό εργαλείο αντιπολιτικής ερμηνείας πολιτικών φαινομένων, προκρίνουν την ασαφή, θολή και ακατάσχετη τρομοκρατολογία, ενθαρρύνοντας την πολιτική παρέμβαση τακτικής ποινικής πολιτικής εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας στον χώρο του δικαίου- πρακτική, με την οποία διαφωνούσε και ο Α. Λοβέρδος (βλ. «Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα», Αθήνα, 1987), προτού κρεμάσει για τα καλά το αριστερό του τζάκετ.

Αλλά και η αλλοτρίωση της ιστορικής μνήμης δεν παύει να αποτελεί διακύβευμα της εξουσίας, ιδιαιτέρως σε συστοιχία με τα εγχειρήματα που περιγράφηκαν παραπάνω, επειδή, εκτός των άλλων, προσεπικουρεί τις επιδιωκόμενες συνειδητές ή ασύνειδες χειραγωγήσεις. Ως αποκορύφωμα, λοιπόν, απαξίωσης της κοινωνικής αγανάκτησης από τη μια και της αριστερής αντιπολίτευσης από την άλλη, σε μια συγκυρία διάρρηξης των κοινωνικών τους συμμαχιών, οι υπουργοί της κυβέρνησης θέτουν ως στόχο, ως επιπλέον ρόλο, να αφηγηθούν στους πρώην ψηφοφόρους τους μια ψευδο-ιστορική κατασκευή. Κατασκευή που αποσκοπεί να αναμετατρέψει τη σχέση διώκτη/διωκόμενου, να καταστρατηγήσει την αυτονομία του κοινωνικού χώρου και να νομιμοποιήσει την αντίληψη περί «αρνητικής ελευθερίας της συνάθροισης», χαρακτηριστικά και τα τρία αυταρχικών ή ολοκληρωτικών μορφών διακυβέρνησης.

Βήμα των υπουργών αυτών γίνεται το τηλεοπτικό σημείο τομής κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών. Στραγγαλίζουν γεγονότα με έντονη ιστορική φόρτιση για την αριστερά μέσα σε ένα διάπλεγμα όρων του πασοκικού νεοφιλελευθερισμού, επιταχύνουν την εννοιολογική καθίζηση όρων, τούς οποίους εξαπολύουν ως μαντρόσκυλα, αφού παραχαράξουν μέχρι εξαντλήσεως τη θεωρητική τους υπόσταση. Η γλώσσα της διαβολής τους εκχυδαΐζει την ιστορική πραγματικότητα και εξουθενώνει την ιστορικότητά της, ώστε να αντισταθμίσει τα αβυσσαλέα ελλείμματα δημοκρατικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης και να συγκαλύψει την πολιτική της χρεωκοπία. Απαιτούνται μεγάλα αποθέματα υστερόβουλης κακοζηλίας και θράσος αυταρχικού πολιτικού φαντασιακού, ώστε η ίδια κυβέρνηση, που απονέμει εύσημα σοβαρότητας στην ακροδεξιά και ανέχεται δυνάμεις καταστολής να πολιορκούν υβρίζοντας τα γραφεία της Νεολαίας του ΣΥΝ, να περιγράφει τον Παναγιώτη Τερζόγλου ως Γκοτζαμάνη (!!) και να φωτογραφίζει τον Αλέξη Τσίπρα ως «εγκέφαλο» της «Καρφίτσας» (!!!).

Ο τρόπος αυτός του πολιτεύεσθαι, όμως, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επιδιώκει εναγωνίως να αναστείλει την εκδίπλωση της ταξικής πάλης σε συνθήκες οξυμμένων κοινωνικών αντιθέσεων, στην τροχιά της καπιταλιστικής κρίσης. Η προθυμία της να παρακολουθήσει κάθε είδους αυταρχικές διολισθήσεις και να χρησιμοποιήσει στον δημόσιο λόγο της τα υλικά της αποκρουστικότερης ιδεολογικής ασυναρτησίας και σύγχυσης, φέρνουν δυσοίωνα στον νου τις μεθόδους με τις οποίες ο αστικός πολιτικός κόσμος του Μεσοπολέμου ναρκοθέτησε κάθε μορφή κοινωνικής δημοκρατίας, ώστε το ελληνικό κεφάλαιο να απολαμβάνει αδιατάρακτο τα υπερκέρδη του μέσα από την ασφυκτική συμπίεση του κόστους εργασίας, την άδικη κατανομή των φορολογικών βαρών και την κακής ποιότητας κοινωνική ασφάλιση.

Όταν η πρωτογενής και η οργανωμένη διαμαρτυρία ολόκληρων κλάδων της μισθωτής εργασίας αρθρωνόταν με πολύμορφες διεκδικήσεις και συγκρούσεις γύρω από αιτήματα, όπως η θέσπιση ημερομισθίων ικανών να εξασφαλίζουν την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών, η σύνταξη στα 50, τα προνοιακά επιδόματα κ.ά., ο άρχων συνασπισμός εξουσίας έβλεπε διασάλευση της τάξης και αυθαιρεσία, που δικαιολογούσε τη λήψη αυστηρότατων μέτρων εναντίον τους. Όταν η απορρυθμισμένη αγορά εργασίας και η αδράνεια της εργατικής νομοθεσίας από το 1922 και μετά οδηγούσαν με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης σε διόγκωση της ανεργίας και της κοινωνικής αστάθειας, ο αστικός πολιτικός κόσμος απεργαζόταν αυταρχικά μέτρα, ώστε τα πληττόμενα στρώματα να μη βαθύνουν την κριτική τους και οι διεκδικητικές συνδικαλιστικές τους συσπειρώσεις να φιμωθούν. Όταν η διαμαρτυρία των καταπιεζόμενων τάξεων διεκδικούσε να μιλάει στο όνομα των δικών της ταξικών συμφερόντων, ο συνασπισμός εξουσίας έσκουζε για την «κατάλυσιν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος» από τον «ερυθρόν κίνδυνον». Αυτό, βέβαια, δεν τον εμπόδιζε να εκδηλώνει τις πολιτικές του προτιμήσεις προς τις δυνάμεις εκείνες που υπονόμευαν ακόμα και τις τυπικές μορφές δημοκρατικής διαχείρισης και να υποθάλπει πάσης φύσεως φασιστοειδή αποβράσματα, τα οποία, ως «εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων», πρωταγωνίστησαν σε κάθε είδους εκτροπή και πολιτική ανωμαλία από το 1936 μέχρι το 1967.

Η παπανδρεϊκή «κοσμογονία» συμπεριφέρεται ως νεοφώτιστη δεξιά: Όπως κάθε δεξιά, εξορίζει τις πολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις στις παρυφές του ποινικού. Η επίμονη στοχοποίηση της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς ως «εσωτερικού εχθρού», για να ενισχυθεί η σύμπλευση με τους δυνητικούς πολιτικούς συμμάχους, τα εργολαβικά ΜΜΕ και τους απολογητές του νεοφιλελευθερισμού γύρω από ένα πρόγραμμα κοινωνικής κατεδάφισης, όζει μεσοπολεμική μούχλα. Ίσως, επειδή η «καταιγιστική αλλαγή» που προεκλογικά ανήγγελλε υπερηφάνως ο κ. Λοβέρδος, δεν ήταν παρά η σάπια βροχή του αυταρχικού κράτους άλλων εποχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου