Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Τι είδε ο Λάζαρος

(πηγή)

Άλυτο το μυστήριο του θανάτου. Υπάρχει άραγε κάτι άλλο μετά; Έχουμε δεύτερη ευκαιρία; Οι λίγοι που ισχυρίζονται πως είχαν την τύχη να περάσουν στην «άλλη πλευρά» με εισιτήριο επιστροφής δεν μας διαφώτισαν ιδιαίτερα για το τι είδαν εκεί. Ο Λάζαρος, για παράδειγμα. «Όζει ήδη. Τεταρταίος γαρ εστί», μας λέει ως μάρτυς της ανάστασής του ο Ιωάννης. Τέσσερις μέρες νεκρός. Τέσσερις μέρες δεν είναι λίγες για μια καλή ξενάγηση σ’ αυτόν τον άλλο τόπο. Αλλά, σφίγγα ο Λάζαρος. Σφίγγα κι ο ευαγγελιστής. Είναι δυνατό να μην τον ρώτησε κανείς τι στην ευχή είδε εκεί κάτω; Να ξέρουμε, τουλάχιστον, τι μας περιμένει…

ΑΛΛΑ, Ο ΛΑΖΑΡΟΣ δεν είπε κουβέντα κι ο ευαγγελιστής παρατάει την αφήγηση στη μέση για να περάσει πάλι στην πορεία του Ναζωραίου προς τον θάνατο και τη δική του Ανάσταση. Παίζουν πολλές αναστάσεις στα Ευαγγέλια. Ειδικά του Ματθαίου του ξεφεύγει μια περιγραφή horror show, στο τριήμερο μεταξύ Σταύρωσης και Ανάστασης, με τους νεκρούς να σηκώνονται από τους τάφους τους, με πρώτους και καλύτερους τους πατέρες και προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, να περιφέρονται στην καταραμένη Ιερουσαλήμ σαν ζόμπι. Αλλά κι απ’ αυτούς καμιά μαρτυρία δεν ακούμε για το τι υπάρχει «εκεί κάτω».

ΤΑ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ σώζει η ελληνική παράδοση με τα κάλαντα του Λαζάρου. «Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες; Είδα φόβο, είδα τρόμο, είδα βάσανα και πόνο» και τα λοιπά. Μάλιστα. Ατελέστατη περιγραφή. Και τι διαφέρει, τότε, ο «πάνω» από τον «κάτω» κόσμο; Κι εδώ δεν μας λείπουν ο φόβος, ο τρόμος, τα βάσανα κι ο πόνος. Αν, για παράδειγμα, ο Λάζαρος ξυπνούσε στη Φουκουσίμα, στη Λιβύη, στην Ακτή Ελεφαντοστού, στην Αϊτή τού σήμερα, πώς θα περιέγραφε την κατάσταση; Αν από τη Βηθανία του έτους 33 μ.Χ. όπου πέθανε ανασταινόταν στην Ελλάδα του 2011 μ.Χ., πώς θα περιέγραφε τον αργό θάνατο μιας χώρας, μιας οικονομίας, μιας κοινωνίας; Ποια λόγια, εκτός από τον φόβο, τον τρόμο, τον πόνο, θα χρησιμοποιούσε; Και πού θα ενέτασσε αυτή τη χώρα; Στον πάνω ή στον κάτω κόσμο;

ΥΠΑΡΧΟΥΝ, άλλωστε, θεμελιώδεις ομοιότητες ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον έναν της πραγματικότητάς μας και τον άλλο της τρομαγμένης μας φαντασίας. Λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο σαν ανεστραμμένο είδωλο ο ένας του άλλου. Αν υποθέσουμε ότι ο Λάζαρος είδε περίπου όσα περιγράφει και ο Δάντης στην ποιητική του περιπλάνηση στην Κόλαση και στο Καθαρτήριο, τότε έχουμε μια πιο σαφή εικόνα για τη στενή συγγένεια και επικοινωνία των πάνω με τους κάτω: αλαζόνες, υπερόπτες, φθονεροί, οργίλοι, οκνηροί, φιλάργυροι, σπάταλοι, λαίμαργοι, άσωτοι, ασελγείς, φιλήδονοι, σοδομίτες, αυτόχειρες, τοκογλύφοι, κόλακες, μάγοι, μάντεις, αλχημιστές, κερδοσκόποι, αποπλανητές, καλπονοθευτές, παραχαράκτες και προδότες παρελαύνουν στα μάτια του ποιητή, κατανεμημένοι μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου και καταδικασμένοι σε προσωρινές ή αιώνιες τιμωρίες, ανάλογα με τη βαρύτητα των παραπτωμάτων τους. Αν από αυτή τη λίστα θανάσιμων αμαρτημάτων και θανάσιμα αμαρτωλών αφαιρέσει κανείς όσα ξεπλένει ο χρόνος ή αθωώνει και απαλλάσσει ο ηθικός κώδικας της εποχής, μένει ένας σκληρός πυρήνας «αμαρτημάτων» και «αμαρτωλών» που θυμίζει πολύ τη σύγχρονη επίγεια κόλασή μας. Φιλάργυροι, σπάταλοι, τοκογλύφοι, καλπονοθευτές, παραχαράκτες, προδότες, κερδοσκόποι, αλχημιστές, κόλακες, αποπλανητές, άπληστοι είναι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονται στη διεθνή και εγχώρια ελίτ, οι οποίες μοιράζονται το έγκλημα εις βάρος της κοινωνίας. Μόνο που δεν είναι οι τιμωρούμενοι, αλλά οι τιμητές και οι δήμιοι, με κατηγορούμενους τα θύματά τους.
ΑΚΟΜΗ, ΛΟΙΠΟΝ, κι αν ο Λάζαρος ο «τεταρταίος» τρόμαξε από το σύντομο πέρασμά του στον Άδη, είναι αμφίβολο αν η θαυματουργή του επιστροφή στη ζωή τού επεφύλασσε λιγότερο τρόμο. Άλλωστε επέστρεψε στην κατειλημμένη από τους Ρωμαίους Ιουδαία, όπου η σταύρωση ήταν σκληρή καθημερινότητα για τους αντικαθεστωτικούς, τους αντιστασιακούς και τους φτωχοδιάβολους μικροεγκληματίες. Κι η ίδια τιμωρία περίμενε, λίγες μέρες μετά την επιστροφή του στη ζωή, τον σωτήρα και ζωοδότη του Λάζαρου, σύμφωνα με το απόλυτο γκραν γκινιόλ του χριστιανικού μύθου.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΡΚΕΣ ΜΠΕΡΔΕΜΑ, η αδιάκοπη αντιστροφή ρόλων ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, σωτηρία και τιμωρία, παράδεισο και κόλαση, πάνω και κάτω κόσμο βρίσκει μια ιδιότυπη εφαρμογή στις μέρες μας, σε όσα υφίστανται οι κοινωνίες, και δη οι ευρωπαϊκές του αμαρτωλού Νότου. Χρεοκοπία ίσον θάνατος, μας είπαν και περίπου μας έπεισαν (ή απλώς μας εκβίασαν) οι σωτήρες. Αλλά μας υποσχέθηκαν μιαν ανάσταση των οικονομιών με μια πρωτοφανή ομοιοπαθητική του θανάτου. Διότι, πέραν πάσης αμφιβολίας, τα μέσα της σωτηρίας είναι ένας αργός θάνατος, μια θανατική καταδίκη της κοινωνίας σε βασανιστικές δόσεις στέρησης και καταστολής, που κάθε τρίμηνο αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Και το επόμενο τρίμηνο αυξάνονται αυτές οι δόσεις θανάτου και καταστροφής, και η σωτηρία απομακρύνεται, κι έπειτα νέες δόσεις, και πάει λέγοντας. Και στο επιτελείο των σωτήρων η σύγχυση αυξάνεται, οι διαφωνίες επιτείνονται, σαν να μη χρησιμοποίησαν τα σωστά ξόρκια για την έγερση της ημιθανούς ή εντελώς νεκράς χώρας, «έπρεπε να πούμε “δεύρο έξω” ή μήπως “τα κεφάλια πάλι μέσα”;» «Μα, είναι ήδη χρεοκοπημένοι», δηλαδή εντελώς νεκροί, λένε οι εξ Εσπερίας σωτήρες, οι κύνες της Πομερανίας. «Όχι, κρατήστε τους διασωληνωμένους μέχρι όσο πάρει, έστω και κλινικά νεκρούς. Έχουν πολλά ζωτικά όργανα κατάλληλα για ανακύκλωση», αντιτείνουν τα σκυλιά της Φρανκφούρτης και οι αλεπούδες της Νέας Υόρκης. Άγγελοι και διάβολοι, σε ρόλους εναλλασσόμενους, αποφαίνονται για το είδος της τιμωρίας-θεραπείας στο ευρωπαϊκό Καθαρτήριο. «Σ’ εσάς θα κόψουμε τους μισθούς, για σας έχουμε μια απόλυση, για τους διπλανούς σας μια άδεια άνευ αποδοχών, εσείς θα παίρνετε στο εξής το μισό επίδομα αδείας. Επίσης, κομμένες οι σπατάλες στα σχολεία, στα νοσοκομεία. Στο εξής θα μορφώνεστε εκ περιτροπής και θα ασθενείτε κατά τις αργίες. Και θα δουλεύετε μέχρι τα 80 χρόνια σας. Δεν θέλουμε διαμαρτυρίες… Μαζί τα φάγατε».

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ, ενώ ο καιρός στο Καθαρτήριο περνά αργά και βασανιστικά, αλλά το ισοζύγιο αμαρτίας και εξιλέωσης μένει αμετάβλητα ελλειμματικό και ο βόρβορος του χρέους κοχλάζει σαν κρατήρας ηφαιστείου έτοιμου να εκραγεί, οι σωτήρες και οι θαυματοποιοί άγγελοι, χειροκροτούμενοι από τους ενθουσιασμένους διαβόλους των αγορών, πετάνε ένα ακόμη αναστάσιμο ξόρκι. «Μήπως είναι καιρός για μια αναδιάρθρωση του χρέους τους;» Πόσο «ανάσταση» και πόσο «θάνατο» μπορεί να περιέχει αυτή η σωτηρία; Εξαρτάται ποιος και γιατί θα τη φέρει. Και με τι τίμημα. «Λάζαρε, δεύρο έξω και αναδιαρθρώσου, εξαρθρώσου, αποσαθρώσου, εξυγιάνσου, εξαφανίσου, ιδιωτικοποιήσου, σταθεροποιήσου, επιμηκύνσου, μειώσου, εξαχνώσου και ύπαγε εν ειρήνη», φωνάζει ο σωτήρας κι οι πιστωτές μετράνε ζημιές και κέρδη, καλή η μπάζα, «τη σώσαμε την παρτίδα, το καθαρτήριο βγάζει λεφτά, δεν χρειάζεται να είναι προσωρινό, ας είναι η ζωή η αιώνια, ή ο αιώνιος θάνατος, εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ».

ΚΙ Ο ΛΑΖΑΡΟΣ στέκεται αμήχανος κι αναποφάσιστος σ’ αυτό το κατώφλι πάνω και κάτω κόσμου, σ’ αυτό το μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Τα είδε όλα εκεί κάτω, τα βλέπει όλα κι εδώ πάνω, γύρισε το μάτι του ανάποδα, σαν οργισμένου Βίκινγκ, σαν εξαγριωμένου Ισλανδού, «τι να την κάνω μιαν ανάσταση που με φέρνει σ’ έναν άλλο θάνατο; Αν είναι να ζήσουν μόνο οι τράπεζες, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων». Στέκει εκεί, στη στενή είσοδο του μνημονιακού τάφου του, κάνει μεταβολή και χάνεται στο σκοτάδι φωνάζοντας «όχι άλλη ανάσταση, όχι άλλη ανάσταση, γιατί θα κάνω επανάσταση». Σιγά, Λάζαρε, θα σκίσεις κανένα σάβανο. Το πιστεύει, δεν το πιστεύει, θα δείξει. Τους σωτήρες πάντως, εξουσιαστές ζωής και θανάτου, χλωμούς τους βλέπω. Σαν πεθαμένους…

1 σχόλιο:

  1. Ο Ματθαιος ειναι σαν τους Κυβερνητικους εκπροσωπους της εποχης.
    Προσπαθει να πεισει τους ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ ,οπως οι Κυβερνητικοι εκπροσωποι προσπαθουν με οσο το δυνατον ακαταληπτο λογο τους 'οπαδους' των κομματων τους.
    Οσο για ΑΝΑΣΤΑΣΗ εδω ειμεθα 'πεθαμενοι και νεκροι''

    ΑπάντησηΔιαγραφή