Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Θα κυματίζεις

του Κώστα Καναβούρη
από την Κυριακάτικη ΑΥΓΗ 

Θα ήθελα πολύ να γράψω για όλη αυτή την καταστροφή που μας συμβαίνει. Για όλους αυτούς τους χυδαίους (και τις χυδαίες) που βρίσκονται στα πράγματα, μέρος των οποίων πραγμάτων είναι και το κυβερνάν. Θα ήθελα πολύ να γράψω για την κατάντια ενός λαού που ψηφίζει για να έχει Πρωτόπαπες και Πάγκαλους και Δρούτσες και Γερουλάνους και Παπανδρέου και όλη αυτή την αλητήρια παρέα της πολυτέλειας των "καλών σπουδών" από τη μια και τη γουρουνίσια λαϊκότητα από την άλλη. Επίσης θα ήθελα να γράψω για τα ανδράρια και τα γύναια που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο πριν από τη σημερινή κυβέρνηση... Κι ακόμα πιο πριν... Κι ακόμα πιο πριν και έκαναν τον τόπο κόπρο. 

Θα ήθελα πολύ να γράψω για τη μαγκιά της υποταγής που αποθεώνεται ως πεμπτουσία της ελληνικής φυλής (διότι, ως γνωστόν, η Ελλάδα στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης παραμένει φυλή πόρρω απέχουσα από την έννοια του κράτους και της οργανωμένης πολιτείας, που είναι το κράτος και η κοινωνία μαζί, άσχετα αν τον όρο "πολιτεία" τον ξεστομίζουνε... αναφανδόν όλα τα υποκείμενα της δημοσιότητας χωρίς να υποψιάζονται τι βγαίνει από το έρκος των οδόντων τους. Και -για να συνεχίσω- θα ήθελα πολύ να γράψω για τα σάλια που τρέχουνε από το στόμα του κυρίαρχου λαού, αρκεί να μην παραστεί ανάγκη να δουλέψει. Χθες ήταν οι επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων, σήμερα είναι τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες. Χθες ήταν τα προγράμματα της ΕΟΚ (μετέπειτα Ε.Ε.) και τα χρηματιστήρια, σήμερα είναι η αυτιστική συνδικαλιστική πεποίθηση

Θα ήθελα επίσης πολύ να γράψω για τη γελοιότητα της αριστεράς. Που έγινε χίλια κομμάτια για να μας ξανασώσουν οι ίδιοι άνθρωποι. Τόσα χρόνια μάς σώζουν κι ακόμα δεν χόρτασαν. Θα ήθελα πολύ να γράψω για την απέραντη ευθύνη της αριστεράς -σε όλες, μα όλες τις εκδοχές της, πραγματικές, φανταστικές ή φαντασιακές- στη χυδαιοποίηση της ταξικότητας και άρα στην κοινωνική χυδαιότητα. Να 'χαμε να λέγαμε, που λένε.

Ας σταματήσουμε όμως εδώ. Δεν θέλω να γράψω για τίποτε απ' όλα αυτά. Σήμερα θέλω να είμαι υπερήφανος μ' εκείνο το σαλό είδος της περηφάνειας ενός ανθρώπου που στέκεται για πρώτη φορά στο χείλος του γκρεμού και νιώθει ότι πράγματι το χάος υπάρχει. Σήμερα θέλω να γράψω για τον θάνατο της μητέρας μου, που πέθανε πριν από λίγες μέρες.

Ελένη Αγγελίδου - Καναβούρη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 6.6.1923 και πέθανε στην Καβάλα το μεσημέρι της 5ης-10-2010. Κλεισμένα τα 87 χρόνια. Πέθανε κι άλλες φορές η μητέρα μου. Πέθανε το 1948 στην Καβάλα όταν συνελήφθη, βασανίστηκε με άγρια φάλαγγα με πρωτεργάτη τον βασανιστή Τάσο Κακαβά, που τη χρησιμοποίησε μάλιστα και ως διδακτικό υλικό στους άλλους βασανιστές μαθαίνοντάς τους πώς να χτυπούν "με τέμπο", με ρυθμό. Η μητέρα μου πέθανε στις φυλακές της Δράμας και στον κυριακάτικο εξευτελιστικό εκκλησιασμό, όπου ανάγκαζαν τους μελλοθάνατους ν' ακούνε το μνημόσυνο για όσους εκτελέστηκαν την προηγούμενη εβδομάδα. Η μητέρα μου επίσης πέθανε όταν -κόρη αυτή καλής οικογενείας εκ Κωνσταντινουπόλεως- της είπανε οι ασφαλίτες ότι είναι δυο φορές πουτάνα. Γιατί οι πουτάνες πουλάνε μόνο το κορμί τους. Ενώ οι κομμουνίστριες και το κορμί τους και την πατρίδα. Πέθανε η μητέρα μου μέσα σε μια φυλακή τέσσερα χρόνια στη Θεσσαλονίκη -καταδικασμένη σε είκοσι και με πολλά λεφτά γλυτώνοντας τον θάνατο (βλέπεις το φακελάκι έχει σκληρά συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη του αγλαούς αυτού τόπου)- κι ακόμα περισσότερο πέθανε όταν δεν της επετράπη να πάει έστω και με χειροπέδες στην κηδεία του πατέρα της.

Κωνσταντίνος Αγγελίδης ο πατέρας της. Εριφύλη Κάλφογλου, κόρη τσιφλικά από τη Σηλύβρια της Ανατολικής Θράκης, η γυναίκα του. Η μητέρα της μητέρας μου. Ο παππούς καταστράφηκε οικονομικά στη βουλγαρική κατοχή της Καβάλας γιατί αρνήθηκε να κάνει εμπόριο τροφίμων με τους κατακτητές. Ώς τότε έκανε εισαγωγές τροφίμων και ποτών μέχρι και από τη Σκοτία (ακόμη έχω διαφημιστική προπολεμική κανάτα σκοτσέζικου ουίσκι). Είχα ρωτήσει μια φορά τη μητέρα μου τι είναι το 'μπρικ'. "Ένα χαβιάρι που το βάζαμε στο σάντουιτς όταν τελείωνε το πατέ ντε φουά μου απάντησε.

Ο παππούς λοιπόν. Αστός. Έμπορος. Αρνήθηκε. Και πήγε στην τιμή και την πεποίθησή του. Για μια εντιμότητα. Και πέθανε. Γιατί δεν άντεξε την ντροπή (ναι, την ντροπή, όχι την περηφάνεια) από τα τέσσερα παιδιά του η μια του κόρη να είναι στη φυλακή και ο μοναδικός του γιος, ο θείος Παύλος Αγγελίδης (στο επιτελείο της 4ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, που έδωσε και κέρδισε τη μάχη της "Ηλεκτρικής"), στη Μακρόνησο. Για μια εντιμότητα.

Το ίδιο μού έλεγε πολλές φορές η μητέρα μου: "Για μια εντιμότητα, παιδί μου, αγωνιστήκαμε. Τι ήξερα εγώ για Μαρξ και τα υπόλοιπα. Εγώ Σοπενάουερ είχα διαβάσει και Μπερξόνι". Και δεν παρέλειπε πάντα να επαναλαμβάνει μια αξιωματική φράση του Σοπενάουερ: "Ηθική είναι η πράξη που δεν έχει κανένα συμφέρον". Για μια εντιμότητα. Γι' αυτό θέλω να γράψω για τη μητέρα μου. Που πέθαινε την ίδια στιγμή που στις χώρες του "υπαρκτού" πέθαιναν άνθρωποι για λόγους πάλι εντιμότητας, από την άλλη όψη. Η μητέρα μου πέθανε όταν άκουσε τις κραυγές σε όλα τα καθεστώτα. Και πέθανε πάλι όταν δεν υποχώρησε. Στην εντιμότητα. "Εμείς, παιδάκι μου, τουλάχιστον ζήσαμε". Και διηγιόταν την ιστορία μιας δεκαεξάχρονης που εκτελέστηκε απλώς επειδή δεν υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης. Όχι του κομμουνισμού. Μάλλον της προσωπικής της εντιμότητας.

Για τη μητέρα μου ήθελα να γράψω. Για να πω στα κτήνη ότι δεν τα φάγαμε μαζί τα λεφτά. Για να πω στα κτήνη ότι άλλο λεφτά και άλλο "χρημάτων πάντων μέτρον άνθρωπος".

Αντίο, μητέρα. Θα κυματίζεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου