Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Ο χρόνος και ο θυμός

The Angry Sea του Thomas Moran (πηγή)
του Δημήτρη Αθηνάκη
από την ΑΥΓΗ

Είναι αλήθεια πως έχει παρέλθει πια, ίσως ανεπιστρεπτί, ο όρος «στρατευμένος διανοούμενος» - ένας όρος που άλλοτε λάμβανε θετική και άλλοτε αρνητική σημασία. Σήμερα, τείνει να ξεχαστεί εντελώς και όχι αδικαιολόγητα. Σήμερα, ο διανοούμενος, όταν δεν υποβιβάζεται σε συζητήσεις σε απλό «κουλτουριάρη», θεωρείται ένας τύπος ανθρώπου που απλώς διαβάζει, μορφώνεται, σπουδάζει, ταξιδεύει, ακούει, βλέπει και, ίσως, γράφει.

Τι είναι όμως ένας διανοούμενος στις μέρες μας; Αυτό που πιθανόν έρχεται αυτόχρημα στο μυαλό μας είναι τελικά και αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα: ο διανοούμενος σήμερα, στην εποχή του άκρατου καπιταλισμού και της διάρρηξης του κοινωνικού και (συν)αισθηματικού ιστού, παλεύει να δηλώσει έναν δρόμο που θα οδηγήσει σε μια κάποια ερμηνεία όλων των φαινομένων που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο: από τον έρωτα και την αγάπη μέχρι την οικονομική κρίση και την οικολογική καταστροφή.


Βεβαίως, η «τάξη» των διανοουμένων δεν είναι μία και δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά - άρα δεν αποτελεί ενιαίο σύνολο. Είναι λοιπόν βάσιμη η άποψη όσων λένε πως δεν αποτελεί τάξη, όπως μαρξιστικά την έχουμε κατά νου, μια και, ας πούμε, δεν παράγει υπεραξία. Ένα επιπλέον στοιχείο είναι πως οι διανοούμενοι δεν ανήκουν καταρχήν στην τάδε ή στη δείνα ιδεολογικοπολιτική παράταξη. Άλλες ερμηνείες δίνουν εν πολλοίς οι υποστηρικτές του καπιταλιστικού συστήματος, και άλλες αυτοί των ριζοσπαστικών απόψεων και συστημάτων.

Έχοντας λοιπόν απ’ τη μια ένα κράτος ανύπαρκτο και απ’ την άλλη ένα σύνολο πολιτών που βιώνει την ανασφάλεια και την έσωθεν εξάντληση, ερχόμαστε ν’ αναρωτηθούμε για τον ρόλο του σύγχρονου διανοούμενου, ο οποίος, ζώντας στον βούρκο που διαχέεται ένα γύρο, επιθυμεί να εξηγήσει και να βάλει το λιθαράκι του προς την πολυπόθητη αλλαγή.

Όχι, δεν επιστρέφουμε σε καμία περίπτωση στην ξεπερασμένη και αντιαισθητική ορολογία της κιτς δεκαετίας του ’80. Όπως επίσης καθόλου δεν επιθυμούμε να κρίνουμε το σήμερα με όρους του χθες, παρότι μοιάζει ο πολιτικός κόσμος, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, να παλεύει να δώσει στα σημερινά προβλήματα χθεσινές λύσεις, παρότι φαίνεται πως η περιρρέουσα έλλειψη οποιασδήποτε αισθητικής μοιάζει να κατακλύζει τα πάντα. Η αλλαγή αυτή σήμερα παίρνει άλλες διαστάσεις και ο ριζοσπάστης διανοούμενος καλείται να πάρει θέση, είναι υποχρέωσή του να συμβάλει με νύχια και με δόντια σ’ αυτή την οριοθέτηση αυτής της αλλαγής, με μιαν επιμονή που στις μέρες μας καθίσταται απαραίτητη.

Αυτή η επιμονή είναι και το πρώτο και καίριο χαρακτηριστικό που πρέπει να έχει ο σημερινός διανοούμενος. Με όλα τα μέσα αναζήτησης -άλλωστε ζούμε στην εποχή της εν πολλοίς ελεύθερης ανταλλαγής πληροφορίας- με όλα τα μέσα που μπορεί να διαθέσει, με πρώτο και σημαντικό την κριτική του ικανότητα, πρέπει ν’ αφήσει το γραφείο του και να βγει στον κόσμο. Η εικόνα του διοπτροφόρου μουσάτου με την πίπα ή της έθνικ κυρίας, διοπτροφόρου κι αυτής, με το ταγάρι επιτέλους δεν λέει απολύτως τίποτα. Οι μέρες του ξημεροβραδιάσματος πάνω από βιβλία και χαρτιά ή μέσα σε βιβλιοπωλεία αποτελεί μια πολυτέλεια τόσο προσωπική, που καταντά βαρετή.

Τώρα, περισσότερο από άλλες φορές, όλα αυτά πρέπει να διαρραγούν. Ο δρόμος περιμένει, αλλά πρέπει πρώτα να ερμηνευτεί. Γιατί υπάρχει ο δρόμος, γιατί είναι αναγκαίος, γιατί είναι η πρωταρχική λύση; Αυτά είναι μερικά απ’ τα ερωτήματα, επιφανειακά αλλά μόνο κατά τα φαινόμενα, που πρέπει ν’ απαντηθούν. Εάν και πάλι μείνουν αναπάντητα, τότε πολύ φοβάμαι πως για μιαν ολόκληρη αιωνιότητα το τέλμα και ο βούρκος, η κινούμενη άμμος που καταπίνει καθημερινά την ομορφιά, τη ζωή, τον έρωτα και τον ίδιο τον άνθρωπο θα μείνει για πάντα καθεστώς κατάμαυρο και ανυποχώρητο.

Η λέξη-κλειδί: χρόνος. Ο χρόνος που εξαντλείται γρήγορα. Ο χρόνος που ρέει όπως το ποτάμι του Ηρακλείτου: δεν μπορείς να μπεις δεύτερη φορά σ’ αυτό - ένας ο ποταμός, μία και η ροή του. Και από ’κεί ξεκινά σήμερα το δύσκολο παιχνίδι που ο σύγχρονος άνθρωπος υποχρεούται να παίξει: απ’ την έλλειψη χρόνου, απ’ την απουσία οποιασδήποτε ελεύθερης και ήρεμης στιγμής αναστοχασμού και ερμηνείας τού τι συμβαίνει τριγύρω του. Όταν δεν μπορείς με μάτι καθαρό να δεις σε βάθος την καθημερινότητα, τους ανθρώπους γύρω σου, τον ίδιο σου τον εαυτό, τότε με μαθηματική ακρίβεια οδηγείσαι στην παντελή αποτελμάτωση.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά ο σημερινός διανοούμενος πρέπει πιθανόν να παλέψει με τον χρόνο και για τον χρόνο. Πρέπει κατά τα φαινόμενα να βυθιστεί στη σημασία του χρόνου, στην εκμετάλλευση και την εξέλιξή του. Όταν αυτοί που δήθεν κουμαντάρουν ξεδιάντροπα τις τύχες ενός τόπου έχουν ως μόνο ενδιαφέρον το βόλεμα και την αρπαχτή, όταν η καθημερινή αισθητική εξαντλείται σε κάγκελα και τσιμεντένια δάση, όταν τα πολυθρύλητα και εντέλει ενδεή βαθύτερου νοήματος ιερά και όσια ενός τόπου καθορίζονται από ρασοφόρους εκδικητές και γενειοφόρους απατεώνες, όταν τείνει ο τόπος να καταστεί ταλιμπανικό προάστιο τριτοκοσμικής αισθητικής και οργάνωσης, όταν οι κοινωνικές πολιτικές εξαντλούνται στις αμοιβαίες και ημέτερες φιλοφρονήσεις και στα εκατέρωθεν κουμπαριά, όταν η αντιμετώπιση του φόνου ενός παιδιού είναι το νίψιμο των χειρών, τότε ο χρόνος παύει, γίνεται απλώς χρήμα και γίνεται ανάγκη, τότε το χρήμα αποκτά όλη τη σημασία του κόσμου και αυτόματα γεννά θυμό.

Αυτόν τον θυμό πρέπει να διαχειριστεί ο σύγχρονος ριζοσπάστης διανοούμενος, και να τον ερμηνεύσει, αφού πρώτα ανακαλύψει τη σπουδαιότητα του χρόνου. Και για τον εαυτό του και για τους άλλους. Κυρίως γι’ αυτούς.

Ας διαχειριστούμε σωστά τον χρόνο και τον θυμό μας. Κι ας καθορίσουμε τον χρόνο που έρχεται με την ταυτόχρονη εξάλειψη του θυμού και τη μετατροπή του σε δημιουργία. Ο χρόνος δεν περιμένει. Κι αυτό είναι ζήτημα θυμού.


-Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι ποιητής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου