Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Οι Αυτονόητοι

του Νίκου Νικήσιανη
από REDNotebook  

Υπάρχει μια εκπομπή το Σάββατο στο Φλας –μάλλον ψιλογνωστή- που λέγεται «Όταν η Μαίρη συνάντησε την Άννα». Πίσω από τα μικρόφωνα, είναι η ηθοποιός Άννα Φόνσου, γνωστή από τον παλιό, κακό ελληνικό κινηματογράφο και η δημοσιογράφος Μαίρη Βιντιάδου, γνωστή από τις θητείες της στις δημόσιες σχέσεις πολιτικών γραφείων και δημοφιλών θεαμάτων.

Το κορίτσι και το παράλογο  

Μαζί, όπως αναφέρουν στη σελίδα τους, κάνουν αυτή την εκπομπή «σχολιασμού των πολιτικών γεγονότων της εβδομάδας, πάντα με χιούμορ και σπανίως με αγανάκτηση». Τη μέρα που έτυχε να τις ακούσω δυστυχώς δεν είχανε ενημέρωση, είχανε όμως άφθονο σχολιασμό. Με έναν λόγο ανάλαφρο και πνευματώδη, αλλά ταυτόχρονα υπεύθυνο και ουσιαστικό, ακριβώς για να ισορροπεί το χιούμορ με τις αναγκαίες δόσεις αγανάκτησης, η αγάπη για το συνάνθρωπο με την καταγγελία των οργανωμένων συμφερόντων, η αισιοδοξία για το μέλλον με την αναγνώριση του παραλογισμού που μας περιβάλλει.  

Τα επιχειρήματά τους, καλογραμμένα σε σωστά ελληνικά και σοφά μοιρασμένα ώστε να μοιάζει η απαγγελία τους με αυθόρμητη συζήτηση, αδικούνταν κάπως επικοινωνιακά, από μια μέτρια προσπάθεια θεατρικού τονισμού. Εκείνο που μετρούσε, ωστόσο, ήταν η ουσία. Πρώτα από όλα, εξέφρασαν τη βαθιά αγωνία τους για την κατρακύλα της δημοκρατίας μας, καθώς ανεχόμαστε περιστατικά όπως το γιουχάισμα του Πάγκαλου στο Παρίσι, τις διαμαρτυρίες ενάντια στον Πρωθυπουργό στο Βερολίνο, τον προπυλακισμό του Χατζηδάκη και την απόπειρα εμπρησμού ενός τερματοφύλακα της ΑΕΚ. Τόνισαν ότι, πέρα από την παράλογη αριστερά που οργανώνει και ενθαρρύνει τέτοιες πρακτικές,
 προβάλλοντάς τις τεχνηέντως ως αυθόρμητη εκφράση της αγανάχτησης του κόσμου (δεν κατάλαβα αν αναφέρονται και στην επίθεση στον τερματοφύλακα), ακόμα και τα ίδια τα θύματα, οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, αλλά και οι δικαστικοί και η Αστυνομία, δεν κάνουν τίποτα γιατί φοβούνται (δυστυχώς, δεν προσδιόρισαν ποιους ακριβώς). Η δημοκρατία όμως πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό της και οι νόμοι πρέπει να εφαρμοστούν, αν θέλουμε να πάμε μπροστά (δεν διευκρίνησαν ωστόσο ποιος ακριβώς νόμος απαγορεύει να πεις στον Πάγκαλο «φύγε από εδώ ρε, δεν σε γουστάρει ο κόσμος»: πρόσφατα ωστόσο, μια σχετική απάντηση έδωσε ο Πρετεντέρης, αποκαλύπτωντας ότι έτσι «αθώα» ξεκίνησαν και στην Ιταλία το ’70, και μετά σκοτώνανε προέδρους.) 

Στη συνέχεια, η Μαίρη και η Άννα αγανάχτησαν (εδώ αναγκάστηκαν ακόμα και να χάσουν λίγο το χιούμορ τους, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης) με τους παρόλογους δασκάλους, που αντί να γαλουχούν τα παιδιά μας με τις αξίες της κοινωνίας μας, τα βάζουν να κάνουν καταλήψεις ενάντια στις συγχωνεύσεις των σχολείων. Η Άννα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατό οι συνδικαλιστές που αντιδρούν να μην αντιλαμβάνονται την τεράστια οικονομική κρίση που περνά η χώρα, αλλά και ότι τα σχολεία που κλείνουν υποβάθμιζαν την παιδεία των παιδιών μας (δυσκολεύτηκα λίγο να καταλάβω τη σύνδεση των δύο επιχειρημάτων: μάλλον εξηγείται από τη βασική αρχή ότι η κρίση είναι ευκαιρία για να υπερβούμε χρόνιες δυσκαμψίες). Η Μαίρη από την άλλη, πιο πονηρή, της εξηγεί ότι πολύ καλά καταλαβαίνουν, αλλά αρνούνται να ξεβολευτούν, πηγαίνοντας να δουλέψουν δύο, ή τρία, χιλιόμετρα πιο πέρα. Βέβαια, αυτό δεν ισχύει για όλους, αφού η πλειοψηφία διαφωνεί με τους χειρισμούς των συνδικαλιστικών ηγεσιών, αλλά ακόμα και αυτή η μειοψηφία είναι θλιβερό σύμπτωμα του κατήφορου που έχουμε πάρει ως κοινωνία.  

Ακολούθησαν και άλλες θεματικές: το κίνημα των ανεύθυνων του «δεν πληρώνω», η έλλειψη συναίνεσης ανάμεσα στα κόμματα, ο Τσίπρας και ο Πάγκαλος κ.ο.κ. Δυστυχώς, δεν τα θυμάμαι όλα εξίσου καλά (μάλλον γιατί δεν είμαι σίγουρος για το αν τα άκουσα εκεί ή κάπου, οπουδήποτε, αλλού), αλλά το concept, που θα έλεγε και η κυρία Μαίρη, ήταν πάνω-κάτω το ίδιο: αυτή η χώρα πάσχει από τους κομματικούς καυγάδες, από τις συνδικαλιστικές συντεχνίες που υπερασπίζονται τα προνόμιά τους, από την αριστερά που στηρίζει άκριτα όλα τα κινήματα προς αγράν κομματικής πελατείας (αν και βέβαια, το ΚΚΕ δεν πολυ-αναφέρθηκε, εξαιτίας ίσως των συναισθηματικών δεσμών της κυρίας Άννας, η οποία υπήρξε δις υποψήφια βουλευτής του), από ένα γενικευμένο αίσθημα ανομίας και από ένα φόβο των κρατούντων να εφαρμόσουν το νόμο. Όμως, είναι αυτονόητο ότι αυτή η κυριαρχία του παράλογου πρέπει να σταματήσει, για να απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Μόνο έτσι θα ξεπεράσουμε και την κρίση, η οποία εμφανίζεται σαν μια θεόσταλτη ευκαιρία να «αλλάξουμε τη χώρα»: ακόμα και αν δεν είχε έρθει, θα έπρεπε να την εφεύρουμε.  

Στο τέλος, δώσανε και ένα παράδειγμα αυτών των δημιουργικών δυνάμεων: η Μαίρη συνεχάρη συγκινημένη την πρωτοβουλία της Άννας να αφιερώσει κάποιες παραστάσεις από το καινούργιο της έργο στις ΜΚΟ «Φλόγα» και «Χαμόγελο του Παιδιού». Όχι μόνο για την οικονομική ενίσχυση που έτσι δίνει, αλλά κυρίως για τη συμβολή της στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας κ.ο.κ.

  Η κρυφή γοητεία της ιδεολογίας  

Αν και στενά συνδεδεμένη σήμερα με την κρίση και την αντιμετώπισή της, η βασική ροή αυτής της επιχειρηματολογίας δεν εφευρέθηκε τώρα, αλλά υπάρχει αυτούσια εδώ και καιρό, ενώ με αντίστοιχες παραλλαγές αναπτύσσεται σε κάθε άλλη χώρα (ο,τι λχ λέγαμε πάντα «εμείς οι τεμπέληδες» για τους «εργατικούς γερμανούς», λέγανε οι ίδιοι οι «τεμπέληδες γερμανοί» για τους «εργατικούς γιαπωνέζους»). Σε ένα βαθμό, αναπαράγει γνωστά και παραδοσιακά νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα, τα οποία εξέφρασαν από το ’80 και μετά ένα πνεύμα «αντεπανάστασης» ενάντια στην –υποτιθέμενη- ηγεμονία της κοινωνικής και πολιτικής αριστεράς (η οποία στην Ελλάδα για κάποιο λόγο ταυτίστηκε γενικά με την έννοια της «Μεταπολίτευσης»). Ταυτόχρονα όμως, ο σκληρός πυρήνας αυτής της σκέψης, μοιάζει με ένα περίεργο τρόπο σαν να υπήρχε από πάντα: ενώ (φαίνεται να) αναφέρεται σε σαφή κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της συγκυρίας, ταυτόχρονα μπορεί να μεταφερθεί σε οποιαδήποτε στιγμή ή τόπο.  

Κυκλοφορεί σε χιλιάδες βερσιόν, πιο ακραίες ή πιο μετριοπαθείς: από το «στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος», μέχρι το «πρόβλημα είναι το πολύ κράτος», ή από το «όλοι ξέρουν ότι έχουν δικαιώματα αλλά κανείς δεν ξέρει ότι έχει υποχρεώσεις», μέχρι το «μόνο ένας Μπάγιεβιτς θα μας σώσει». Ανάλογα με τις λεπτές ιδεολογικές αποχρώσεις του εκφραστή της, μπορεί άνετα να συνδυαστεί με θεωρίες ξενοκίνητης συνωμοσίας, ή με αντιιμπεριαλιστικά, αντικαπιταλιστικά, ακόμα και αντιεξουσιαστικά ιδεολογήματα. Κοινός πυρήνας συνήθως παραμένει η αντίθεση στα κόμματα (όλα), τους πολιτικούς (όλους), τα συνδικάτα (κυρίως των ΔΕΚΟ και της εκπαίδευσης), τα κινήματα (με κάποιες εξαιρέσεις που όμως «δεν πρόκειται να καταφέρουν τίποτα), και –πάνω από όλα- στους δημόσιους υπαλλήλους.  

Όλα αυτοί οι συλλογισμοί έχουν το εξής, βασικό, χαρακτηριστικό: κυλάνε από μόνοι τους. Ακόμα και αν δεν πιστεύεις λέξη από όλα αυτά, είναι εξαιρετικά εύκολο να τους αναπαράγεις, να τους αναπλάθεις, να τους εφαρμόζεις σε διαφορετικά πεδία. Μάλιστα, προσφέρουν, ένα είδος εσωτερικής γαλήνης ή ακόμα ηδονής: την ίδια, από ό,τι θυμάμαι, που προσφέρει μια προσευχή που επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο κάθε πρωί.  

Στηρίζονται σε επιχειρήματα απλά, αλλά πανίσχυρα, σε αποδείξεις που είναι μπροστά στα μάτια μας, σε γεγονότα που τα ξέρει όλος ο κόσμος. Για την ακρίβεια, δεν χρειάζονται καν αποδείξεις ή επιχειρήματα, αφού αυτό που ευαγγελίζονται δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αυτονόητο: δεν προσπαθούν να εκφράσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντα του τάδε ή του δείνα, αλλά τα απλά, κοινά συμφέροντα όλου του απλού κόσμου, των πολλών (άρα και τα πραγματικά συμφέροντα και του λαού, ή των εργαζομένων, πέρα από τις κομματικές διαστρεβλώσεις των συνδικαλιστών ή της αριστεράς).  

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά περιγράφουν αδρά αυτό που η μαρξική φιλολογία ανέλαβε να αναλύσει κάτω από το ασαφές όνομα «κυρίαρχη ιδεολογία». Η κυρίαρχη ιδεολογία, για να παραμένει κυρίαρχη, δεν αρκεί να είναι η ιδεολογία των κυρίαρχων: πρέπει πρώτα και κύρια να είναι, ή μάλλον διαρκώς να γίνεται, η ιδεολογία των κυριαρχούμενων. Από αυτή τη θέση, εκπορεύονται πολλές υποχρεώσεις.

 Η Ανατροπή δεν είναι (μόνο) εκπομπή... 

Πρώτα από όλα, πρέπει να μην μοιάζει με μια συγκεκριμένη ιδεολογία: η ιδεολογία είναι τόσο περισσότερο δραστική, όσο καλύτερα καλύπτεται κάτω από τον μανδύα του αυτονόητου, της προφάνειας. Το καλύτερο σύμπτωμα μιας –αποτελεσματικής- ιδεολογικής θέσης είναι αυτή που κάνει τους άλλους να λένε: μα ναι, αυτό είναι, όλοι το καταλαβαίνουν! Αν κάτι πρέπει να κάνει η κυρίαρχη ιδεολογία, είναι να σκεπάζει τις κοινωνικές αντιθέσεις, τόσο υλικές όσο και ιδεολογικές, να καλύπτει τον κοινωνικό ανταγωνισμό κάτω από ένα πέπλο κοινών, αυταπόδεικτων, αξιωμάτων.  

Τα επιχειρήματα και οι θέσεις της έτσι δεν πρέπει να είναι τόσο σύνθετα που να ανοίγουν τη συζήτηση, αφήνοντας τις αντιθέσεις να εκφραστούν και να αναπτυχθούν, αλλά απλά και αυτοεπιβεβαιούμενα, ακόμα και αν αυτό γίνεται μετά από μεγάλη σειρά αναγωγών και μεσολαβήσεων, για να ολοκληρώνουν αυτό που ο Αλτουσέρ ονόμαζε κλειστό κύκλο της ιδεολογίας.  

Από αυτή τη σκοπιά, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι πάντα καθολική: τους αγκαλιάζει όλους, αρκεί να βολεύονται στην αγκαλιά της. Μιλά εξ ονόματος όλων, για όλους και σε όλους, χωρίς διαχωριστικές γραμμές. Είναι πάντα με το έθνος, με την κοινωνία, με το λαό, με τον απλό κόσμο, αρκεί ακριβώς να είναι ο κόσμος απλός, δηλαδή χωρίς ιδιαίτερες ταυτότητες, κοινωνικούς προσδιορισμούς, ιδιαίτερες και ανταγωνιστικές θέσεις και συμφέροντα. Τότε ο κόσμος αυτός παύει να βρίσκεται στην επικράτεια του κοινού και του αυτονόητου, και περνά στη σφαίρα των διαχωρισμών, των συμφερόντων, των προνομίων και όλων αυτών που διαλύουν την κοινωνία. Τότε οι εργαζόμενοι παύουν να είναι «απλοί εργαζόμενοι» και γίνονται «συνδικαλιστές» που υπερασπίζονται τα προνόμιά τους.  

Και ταυτόχρονα, η κυρίαρχη ιδεολογία, τουλάχιστον στην αστική κοινωνία, οφείλει, με ένα περιέργο τρόπο, να είναι επαναστατική. Δεν μπορεί να παραμένει ηγεμονική, αν η μόνη της δουλειά είναι να υπερασπίζεται αέναα μια κοινωνία εκμετάλλευσης και καταπίεσης των πολλών από τους λίγους. Δεν μπορεί να εμφανίζεται μονοσήμαντα ως η ανάγκη συντήρησης του παλιού, απέναντι σε κάθε νέο. Αντίθετα, σε μια κοινωνία εξορισμού πολιτική και –ως ένα σημαντικό βαθμό- ελεύθερη και δημοκρατική, μια πειστική κυρίαρχη ιδεολογία οφείλει να ενσωματώνει την ανάγκη για πραγματικές και σημαντικές ανατροπές: από αυτή τη σκοπιά, το όνομα της εκπομπής που αποτελεί το κατ’ εξοχήν τηλεοπτικό βήμα της ελληνικής αστικής τάξης και της κυρίαρχης πολιτικής σκηνής, μόνο τυχαίο δεν είναι... 

Από μια ρομαντική, ιστορικίστικη σκοπιά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυρίαρχη αστική ιδεολογία κυνηγά αέναα τους άπιαστους στόχους της αστικής επανάστασης. Αν όχι πια την ελευθερία, την ισότητα και την αδερφότητα, τουλάχιστον την αξιοκρατία, τις ίσες ευκαιρίες, το αμερικάνικο όνειρο. Συνεχίζει έτσι συνέχεια να αναζητά, να εντοπίζει και να καταγγέλει αδικαιολόγητες από αστική σκοπιά ανισότητες (δηλαδή ανισότητες που δεν οφείλονται άμεσα στην ταξική διαφορά), άχρειαστα και αντικοινωνικά προνόμια (δηλαδή προνόμια που δεν οφείλονται στην κατοχή κεφαλαίου), διακρίσεις που καταργούν την ισότητα ευκαιριών, στρεβλώσεις στην ελεύθεση αγορά κοκ.  

Από αυτή τη σκοπιά, η αστική κυρίαρχη ιδεολογία δεν προσποιείται πως είναι ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη για να «ξεγελάσει το λαό», αλλά να είναι στα αλήθεια. Υπηρετεί άλλωστε μια άρχουσα τάξη που έχει αποδειχτεί ιστορικά ότι είναι ιδιαίτερα επαναστατική στις πρακτικές της. Ο Μαρξ μιλούσε για τη διαρκή επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής, που επιφέρει η κυριαρχία του κεφαλαίου. Ο Μπαλιμπάρ περιέγραψε την κοινωνική αναπαραγωγή ως αυτή τη διαδικασία που ανατρέπει και μετασχηματίζει διαρκώς τα πράγματα, για να διατηρεί αναλλοίωτες τις σχέσεις.  

Στην πράξη, αυτή η επαναστατικότητα φυσικά και στρέφεται ενάντια σε μορφές της ίδιας της αστικής κυριαρχίας. Η ίδια ελληνική αστική τάξη δημιούργησε την κρατική γραφειοκρατία, η ίδια καταγγέλει σήμερα γενικά και αφηρημένα το δημόσιο. Το ίδιο εθνικό κεφάλαιο οργάνωσε την παραγωγή στις ΔΕΚΟ, το ίδιο θέλει να τις διαλύσει. Τα ίδια κόμματα εξουσίας κυριαρχούν στα συνδικάτα, τα ίδια κατηγορούν τις συνδικαλιστικές ηγεσίες κοκ. Από τη μια πλευρά, αυτές οι αντιφάσεις εκφράζουν συγκυριακές αλλαγές πολιτικών και προτεραιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται κάθε στιγμή από το συσχετισμό δυνάμεων στην κοινωνία.  

Από την άλλη πλευρά όμως, οι επιθέσεις αυτές τείνουν να επαναπροσδιορίζουν, να μετασχηματίζουν και να επαναθεμελιώνουν διαρκώς τις κοινωνικές συμμαχίες που εξασφαλίζουν την αστική ηγεμονία. Στρατεύουν μεγάλες κοινωνικές δυνάμεις πάνω σε στόχους που θέτει η ίδια η κυρίαρχη τάξη και καταφέρνουν, ή έστω προσπαθούν, να επικαθορίζουν το ίδιο το πλαίσιο διεξαγωγής των κοινωνικών και πολιτικών μαχών. Άλλωστε, η ιδεολογία είναι πάντα υλική: παρά τα φαινόμενα, δεν είναι οι απόψεις που μετράνε, αλλά οι μετασχηματισμοί που επιφέρουν.  

Το αποτέλεσμα είναι φυσικά εξαιρετικά ρευστό και απρόβλεπτο. Βέβαια, η κοινωνική αδράνεια τείνει να μετατρέπει σε όπλο της αστικής κυριαρχίας ακόμα και το χειρότερό της μειονέκτημα και η αστική τάξη έχει αποδειχθεί ιστορικά, από τα χρόνια του Ναπολέοντα, εξαιρετικά ικανή στο να αξιοποιεί κάθε ιστορική ευκαιρία. Από την άλλη, η σημερινή της τάση να απεμπωλεί κάθε ιστορικό της στήριγμα, κόβωντας τις παλιότερες «δωροδοκίες» ή παραχωρήσεις, από την ποιότητα ζωής των μικροαστικών στρωμάτων ως τα δωράκια της προς ένα ευρύ πολιτικό προσωπικό, δεν μπορεί να μην έχει συνέπειες, όσο αφορά τη διεύρυνση των ρωγμών της κοινωνικής συναίνεσης.

 Η Επανάσταση του Αυτονόητου  

Όλα αυτά βέβαια θα τα δούμε το επόμενο διάστημα. Προς το παρόν, αυτό που βλέπουμε είναι μια καθολική αντεπίθεση αυτού που περιγράψαμε ως κυρίαρχη ιδεολογία. Ακούγοντας την Άννα και τη Μαίρη να μιλάνε για όλα αυτά τα αυτονόητα, θυμήθηκα τη διάσημη ρήση του Πρωθυπουργού. Ενώ γενικά ο Γ.Α. Παπανδρέου φημίζεται για την εκπληκτική ανικανότητα του να αρθρώσει ένα στοιχειωδώς πολιτικό λόγο, με μια κουβέντα τα είπε όλα (το όλα εδώ είναι κυριολεκτικό, γιατί όπως είπαμε και πιο πάνω, η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλύεται παραπάνω, γιατί χάνει στη δραστικότητά της). Πρώτη φορά το είπε μάλλον κάπου το περασμένο καλοκαίρι, για να γίνει μετά το βασικό μοτίβο της ομιλίας του στην ΔΕΘ. Για να ενισχύσει μάλιστα τη δραστικότητα της φράσης, τη μετασχηματίσε σε πράξη, σε ονοματοδοσία: «Να κάνουμε μια επανάσταση. Την ονομάζω την επανάσταση του αυτονόητου», είπε. 

Έδειξε μάλιστα και τους νέους «επαναστάτες του αυτονόητου»: τρεις νέοι επιχειρηματίες που όπως είπε, αποτελούν παραδείγματα της «υγιούς επιχειρηματικότητας». Στην πράξη βέβαια, με αυτό τον τρόπο υπέδειξε το χώρο που το ΠΑΣΟΚ θα αναζητήσει συμμάχους για να αναπληρώσει αυτούς που χάνει με την πολιτική του. Η κίνηση αυτή όμως επιβεβαιώνει και τα βασικά χαρακτηριστικά της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από την «επανάσταση του αυτονόητου»: επαναστάτης είναι αυτός που απλά κάνει σωστά τη δουλειά του (για την ακρίβεια βέβαια, μιας και πρόκειται για επιχειρηματίες, που βάζει άλλους να κάνουν σωστά τη δουλειά του).  

Βέβαια, με το να κάνει ο καθένας τη δουλειά του, έστω και σωστά, δεν αλλάζει κάτι. Αναπαράγεται η ίδια κοινωνική δομή. Αυτός ακριβώς είναι και ο πυρήνας της αστικής, επαναστατικής, κυρίαρχης ιδεολογίας: να αλλάζουμε διαρκώς τα πράγματα, λχ να κρατικοποιούμε ή να ιδιωτικοποιούμε τις ΔΕΚΟ, να διορίζουμε ή να απολύουμε δημόσιους υπάλληλους, να δωροδοκούμε τα κόμματα και να ξεκινάμε εκστρατείες ενάντια στη διαφθορά, για να διατηρούμε αέναα τις σχέσεις. Η «επανάσταση του αυτονόητου» του Γιωργάκη λοιπόν ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος να εκφραστεί αυτή η ιδεολογία.  

Δεν είναι βέβαια ούτε καινούργιος, ούτε και πρωτότυπος. Λίγους μήνες πριν μάλιστα τη δική του «επανάσταση του αυτονόητου» κήρυξε και ο Σαμαράς, από το βήμα του 8ου Συνέδριου της (νέας) Νέας Δημοκρατίας. Αφού ανέφερε μια σειρά από αυτονόητα μέτρα, όπως πχ ότι τα πανεπιστήμια «δεν μπορούν να είναι άσυλο βίας και παρανομίας», ότι τα νοσοκομεία δεν μπορούν να έχουν «ιλιγγιώδη ελλείμματα» (λες και τα φτιάξαμε για να έχουν κέρδος), ότι «τα δικαιώματα του Πολίτη θα γίνονται σεβαστά, όχι μόνο όταν διαδηλώνει, αλλά κι όταν θέλει να πάει στη δουλειά του» κοκ, κατέληξε: «Όλα αυτά είναι αυτονόητα παντού αλλού». Εκτός φυσικά από την Ελλάδα, λόγω του «κρατισμού», του «λαϊκισμού», της «ηγεμονίας των αριστερόστροφων ιδεών» και της «υποβάθμισης του δημοσίου συμφέροντος, υπέρ των συντεχνιών και των ισχυρών».  

Χωρίς φυσικά να το λεει ρητά, όλα αυτά λίγο-πολύ ταυτίζονται στην Ελλάδα με τη «Μεταπολίτευση», οπότε ο Σαμαράς εξήγγειλε τη «Νέα Μεταπολίτευση, που θα είναι η δική του «Επανάσταση του Αυτονόητου». Εκτός από πιο πρωτότυπος, ο Σαμαράς ήταν λοιπόν πιο συγκεκριμένος και πολιτικός από τον Παπανδρέου, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει: «επανάσταση του αυτονόητου» κατά κανόνα κάνει αυτός που είναι στην εξουσία. Άλλωστε, όπως είπαμε, όσο πιο αφηρημένη είναι η επανάσταση, τόσο πιο αυτονόητο το περιεχόμενο. Ο Γιωργάκης λοιπόν δεν τα χρειαζόταν όλα αυτά: του αρκεί μια «διαχωριστική γραμμή» με το παρελθόν και ένα «άλμα προς το μέλλον».

 Για να βγει ένας Πάσχος να τα πει αυτά τα πράγματα  

Έτσι, αρχηγός του κινήματος του αυτονόητου είναι αυτοδίκαιο ο Γιωργάκης. Γιατί, αυτή τη φορά η κυρίαρχη ιδεολογία του αυτονόητου δεν αρκείται στο να είναι επαναστατική στα λόγια, αλλά συγκροτείται σε ένα πραγματικό κίνημα ανατροπής: με δομές, εκπροσωπήσεις, κοινωνική βάση και πολιτική έκφραση.  

Η διαφορά φαίνεται γλαφυρά από το εξής: παλιότερα, όταν κάποιος εξηγούσε πχ ότι στη Γερμανία δεν γίνονται αυτά τα πράγματα και ένα τσιγάρο να σβήσεις κάτω σε κλείνουν φυλακή, ή ότι στην Ιαπωνία όταν απεργούν οι εργάτες βάζουν μόνο ένα μαύρο περιβραχιόνιο στο χέρι και δουλεύουν κανονικά, όταν υπερασπιζόταν όλες αυτές τις διαδεδομένες κοινοτοπίες, το έκανε σαν να ήταν ο μόνος. Μπορεί τα ίδια ακριβώς να τα άκουγες σε κάθε καφενείο ή σε κάθε τηλεοπτικό παράθυρο, αλλά όποιος τα έλεγε κάθε φορά τα υπερασπιζόταν με πάθος σαν να ήταν δικές του σκέψεις που κανείς άλλος δεν τολμά να διατυπώσει. Η μοναχική του αγανάκτηση τον έφερνε σε αντιπαράθεση με μια φανταστική πλαδαρή πλειοψηφία που υποτίθεται ότι πίστευε ακριβώς τα αντίθετα (ή μάλλον δεν πίστευε τίποτα), γεγονός που ανέβαζε κατακόρυφα τον πήχη της αγωνιστικότητάς του.  

Σήμερα αντίθετα, οι επαναστάτες του αυτονόητου περάσανε σε άλλη φάση: υποστηρίζουν, με το ίδιο πάντα αγωνιστικό πάθος, ότι αυτές τις αλήθειες πια τις έχει αποδεχθεί όλος ο κόσμος, ή μάλλον σχεδόν όλος ο κόσμος. Απέναντι στέκονται μόνο κάποιες οπισθοδρομικές μειοψηφίες, κάποιες οργανωμένες συντεχνίες, η «παλαβή αριστερά» και οι γνωστοί δέκα κουκουλοφόροι. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί που είναι απέναντι είναι πάντα φορείς συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών ιδιοτήτων, ενώ αυτοί που είναι με την πλειοψηφία είναι πάντα «απλοί πολίτες» (με μόνη δυνατή εξαίρεση να είναι «νέοι και υγιείς επιχειρηματίες».  

Το αυτονόητο λοιπόν κατεβαίνει από τη σφαίρα της ιδεολογίας και οργανώνεται σε ένα πραγματικό, πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, που ξεπερνά τις παλιές διαχωριστικές γραμμές για να θέσει νέες, που εντοπίζει εχθρούς, διατυπώνει αιτήματα, συγκροτεί πολιτικό πρόγραμμα και δίνει συγκεκριμένες μάχες. Ακόμα βέβαια δεν έχει εμφανιστεί ως τέτοιο στο δρόμο, μιας και τον σιχαίνεται, αλλά σίγουρα δεν αποκλείεται να διευρύνει σύντομα το ρεπερτόριο των δράσεων του μέχρις εκεί.  

Ωστόσο, αυτή η επιθετικότητα υποδεικνύει και τις ρωγμές στην ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας και την αστάθεια των μηχανισμών αναπαραγωγής της. Όσους περισσότερους εχθρούς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει, τόσο περισσότερο πρέπει να προσπαθεί για να εμφανίζεται ως αυτονόητη και καθολική, τόσο λιγότερο παραμένει κεκαλυμμένη και τόσο περισσότερο διαγράφεται σαν αυτό που είναι, δηλαδή σαν μια ιδεολογία που υπερασπίζεται την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων.  

Η βραχυπρόθεσμη λοιπόν στράτευση ίσως έτσι να θέτει σε κίνδυνο την μακροπρόθεσμη δραστικότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αλλά, μέσα στην κρίση, κανείς δεν κάνει οικονομία για το μέλλον. Πόσο μάλλον όταν το παρόν προσφέρει μοναδικές «ευκαιρίες για να ξεφύγουμε από τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας». Οπότε, πιστό πάντα στο εθνικό καθήκον, το κίνημα των Αυτονόητων, παίρνει τα ρίσκα του και ξεχύνεται στα πεδία των μαχών

 Όταν ο Γιάννης συνάντησε τον Γιώργο (και πολλούς άλλους)  

Εδώ και χρόνια, γνωστοί αποτυχημένοι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί, με πρώτο το Στέφανο Μάνο, ρέκορντμαν (μαζί ίσως με τον Στέλιο Παπαθεμελή) σε μεταγραφές, διαγραφές, ιδρύσεις και διαλύσεις κομμάτων, προσπάθησαν να εκφράσουν πολιτικά το κίνημα των Αυτονόητων, ιδρύωντας βραχύβια κόμματα όπως οι «Φιλελεύθεροι», το αλήστου μνήμης Κίνημα Ενεργών Πολιτών του Δημήτρη Αβραμόπουλου και η Δράση. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το τελευταίο δείγμα της σειράς, η «Δημοκρατική Συμμαχία» της Ντόρας Μπακογιάννη, αν και με πολύ πιο προσεχτικά βήματα και πολύ πιο σαφείς φιλοδοξίες. Μέχρι τώρα, όλες αυτές οι εμπνεύσεις απέτυχαν οικτρά, καθώς το κίνημα αυτό, παρά τα λεγόμενά του, δεν χρειαζόταν στην πραγματικότητα νέες και καινοτόμες ιδέες, αφθαρτά πρόσωπα κοκ, στο βαθμό που μπορούσε να στηρίζεται με αποτελεσματικότητα στις πολύ πιο εγγυημένες λύσεις των δύο κομμάτων εξουσίας.  

Έτσι, ακόμα και μέσα από την κρίση, το τιμόνι του κινήματος παραμένει στα στιβαρά χέρια του έμπειρου πολιτικού προσωπικού της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ακόμα και αν αυτή η μάχη απαιτεί και «γεναίες δόσεις αυτοκριτικής»). Πολύ πιο χρηστική και προωθημένη από τις ακραίες νεοφιλελεύθερες καρικατούρες ωστόσο –αυτό οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε- είναι η συνεισφορά της παραδοσιακής εγχώριας ακροδεξιάς, κάτω από την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Γιώργου Καρατζαφέρη. 

 Το ΛΑΟΣ, καθώς στερείται κάθε σύνδεση με την οργανωμένη κοινωνία όπως οφείλει να διατηρεί κάθε σχετικά σοβαρό κόμμα εξουσίας, έχει υιοθετήσει πολύ πιο αιχμηρά «αυτονόητα» αιτήματα, τα οποία έρχονται σε ρήξη με ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις και κατακτήσεις. Το «πρόγραμμα» του αποτελεί στο σύνολό του ξεπατίκωμα καφενειακής συζήτησης, με θέσεις εμφανώς αντιφατικές, που θέτουν άμεσα σε κίνδυνο την ομαλή αναπαραγωγή της κοινωνίας. Αυτό βέβαια δεν τους ενοχλεί καθόλου καθώς άλλωστε ποτέ δεν θα κληθούν να το εφαρμόσουν ως τέτοιο. Οι θέσεις αυτές τεστάρουν -και διευρύνουν- την ανοχή της κοινωνίας στις επιθέσεις, στηρίζουν και δικαιολογούν έμμεσα τις μετριοπαθέστερες εκδοχές των κομμάτων εξουσίας, αλλάζουν και διαμορφώνουν την πολιτική ατζέντα του αυτονόητου. Δίνουν επίσης τη δυνατότητα στην ακροδεξιά να συμμετέχει στις πολιτικές μάχες από θέσεις προκεχωρημένης εμπροσθοφυλακής, περιμένοντας υπομονετικά να φτάσει σε κάποιες από αυτές και ο ίδιος ο «μεσαίος χώρος», για να βγει ο Καρατζαφέρης στη Βουλή και να τους κλείσει το μάτι συγχαίροντάς τους που επιτέλους τον άκουσαν.  

Το Κίνημα του Αυτονόητου όμως δεν αντλεί τη δύναμή του από το σαθρό πολιτικό σκηνικό, αλλά από την ίδια την κοινωνία. Αλλωστε, ενώ είναι πολύ φανατικό με τη δημοκρατία, παράλληλα είναι και πολύ ενάντια στα κόμματα και ενώ δεν ανέχεται να γιουχάρει κανένας τον Πάγκαλο, αναγνωρίζει ότι η βαθειά κρίση του πολιτικού μας συστήματος και η διαφθορά έχουν διαλύσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας απένανι στην πολιτική και τους πολιτικούς. Έτσι, διάφοροι εξωκοινοβουλευτικοί παράγοντες ανταγωνίζονται για να καλύψουν το διαφαινόμενο κενό, προσπαθώντας να αναδειχθούν στην ηγεσία του Κινήματος.  

Στην αρχή προσπάθησαν να βγουν μπροστά οι επιχειρηματίες, με πρώτο τον Ανδρέα Βγενόπουλο (κορυφαίο δείγμα ευθείας πολιτικής παρέμβασης η επιστολή μετά τους θανάτους στη Marfin). Σύντομα φτάσαμε να μιλάμε για υπό ίδρυση «κόμμα επιχειρηματιών», αλλά η λύση αυτή μπλόκαρε, καθώς ακόμα υπάρχουν κόμματα που κάνουν καλύτερα αυτή τη δουλειά. Επίσης, κανείς φέρελπις Έλληνας Μπερλουσκόνι δεν φαίνεται να μπορεί να υποστηρίξει την εικόνα του νέου, αδιάφθορου, δημιουργικού και υγιή επιχειρηματία. Πάντως, ο Πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος συνεχίζει να παίζει σημαντικό ηγετικό ρόλο στο Κίνημα, αναλαμβάνοντας πολλές φορές και τη διατύπωση του πολιτικού του προγράμματος.  

Η φυσική ηγεσία όμως ανήκει ήδη, και δικαίως, στους δημοσιογράφους. Πρώτος από όλους ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο Τάσος Τέλλογλου, ο Πάσχος Μανδραβέλης, ο Γιώργος Παπαδάκης και τόσοι άλλοι δίνουν εδώ και χρόνια την καθημερινή μάχη του αυτονόητου, ακόμα και εκεί που η κυβέρνηση δεν τολμά. Αποκαλύπτουν τις παθογένειες και τις στρεβλώσεις, τα βάζουν με τους προνομιούχους συνδικαλιστές και την παλαβή αριστερά. Έχουν λοιπόν κατοχυρώσει τέτοιο κύρος, που δεν κωλώνουν ακόμα και να μαλώνουν στον άερα υπουργούς. Η «Ανατροπή» και το Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων του Μέγκα αποτελεί τουλάχιστο το τηλεοπτικό ισοδύναμο της Βουλής στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας.  

Βέβαια, ακόμα και ο Πρετεντέρης, ούτε κυβερνά, ούτε «ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις»: προσφάτως για παράδειγμα, ούτε τον ευνοούμενό του για την προεδρία ενός διαλυμένου και ηττημένου ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Η δουλειά του δεν είναι στο διεφθαρμένο κόσμο της πολιτικής, αλλά στον άφθαρτο κόσμο των ιδεών και αυτό, προς το παρόν τουλάχιστον, του αρκεί. Ο Γιάννης Πρετεντέρης έχει αναλάβει πολύ πιο δύσκολα καθήκοντα από το να παπαγαλίζει τις ίδιες, γνωστές, θέσεις του Αυτονόητου, όπως κάνανε παραπάνω πχ η Άννα και η Μαίρη. Ο Πρετεντέρης ξέρει και να τις χειρίζεται: τις αναδιατυπώνει, τις αναπροσαρμόζει στη συγκυρία, τις τεκμηριώνει, δίνει επιχειρήματα στον κόσμο του Κινήματος.  

Ο Πρετεντέρης σπάνια αναγκάζεται να καταφεύγει σε ηθικές επικλήσεις, που αποκαλύπτουν την αδυναμία του λόγου σου. Προτιμά τη μαγική γλώσσα των αριθμών: το κράτος χρειάζεται 50 δις και έχει περιουσία 300. Αυτονόητο δεν είναι να ξεκινήσει από το να πουλά τη δική του περιουσία; Τί θέλετε δηλαδή, να μας βάλει και άλλους φόρους; 

Κάποιες φορές μάλιστα, με πολύ προσοχή, απελπισμένος μπροστά στην καθυστέρηση της ελληνικής κοινωνίας και την ανεπάρκεια ακόμα και των πιο επίλεκτων πολιτικών, αναγκάζεται να κατέβει από τα σύννεφα της ιδεολογίας και να κάνει ο ίδιος πολιτική: να διαπραγματευτεί με τους αντίπαλους, να υποδείξει πρακτικές λύσεις, να αναγνωρίσει τις υπαρκτές αντιθέσεις. Την αμέσως επόμενη στιγμή βέβαια, με μια μαγική πιρουέτα επιστρέφει στα αυτονόητα και πετά ένα κήρυγμα για το έλλειμμα.  

Λίγοι άλλοι δημοσιογράφοι έχουν αναλάβει τέτοια καθήκοντα. Ο Πάσχος Μανδραβέλης για παράδειγμα συνήθως περιορίζεται στο να προσαρμόζει τη βασική επιχειρηματολογία σε κάθε ζήτημα που προκύπτει –δουλειά λάντζα αλλά διόλου ευκαταφρόνητη- ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει και να προσφέρει στο Κίνημα μερικά αξιόλογα συνθήματα όπως αυτό με την «παλαβή αριστερά».  

Παρακάτω, ακολουθεί μια στρατιά δημοσιογράφων, διανοούμενων, συγγραφέων, καλλιτεχνών και πανεπιστημιακών, που χωρίς να προσφέρουν πάντα κάτι καινούργιο, αναλαμβάνουν τη διάχυση της γραμμής στη βάση του κινήματος. Άλλες φορές, καλούνται να αναλάβουν τη βρώμικη δουλειά σε συγκεκριμένες μάχες. Τα παραδείγματα άπειρα και τόσο διαφορετικά: η συνεπής στράτευση της Σώτης Τριανταφύλλου στην υπηρεσία των εκδοτών της, οι αντικειμενικές αναλύσεις για την ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας διαφόρων έγκριτων καθηγητών Πολιτικής Οικονομίας, η στήριξη των ανανεωτών καθηγητών στις προσπάθειες εξορθολογισμού του χάους που επικρατεί στα ΑΕΙ κ.ο.κ.

 Η βάση του κινήματος  

Το ενδιαφέρον όμως θα ήταν να πάμε ακόμα πιο κάτω και να αναζητήσουμε και την πραγματική κοινωνική βάση του Κινήματος του Αυτονόητου. Πέρα από τα στρώματα που γενικά αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία ή συναινούν στην αστική ηγεμονία (αυτό αντικειμενικά και αναγκαία το κάνει άλλωστε πάντα η πλειοψηφία), πέρα από την καθεαυτό αστική τάξη, που μέσω ακόμα και των επισήμων της θεσμών στηρίζει έμπρακτα και ανοιχτά την Επανάσταση του Αυτονόητου (και την κυβέρνηση), πρέπει να υπάρχουν και ευρύτερα στρώματα, κυρίως νέων επαγγελματιών και επιχειρηματιών, που στρατεύονται κάθε μέρα στη μάχη του Αυτονόητου, με τον αντίστοιχο περίπου τρόπο που στρατεύεται κάποιος σε οποιοδήποτε κίνημα: παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις, έχουν άποψη, προσπαθούν με πάθος να πείσουν το διπλανό τους για τα δίκαια αιτήματά τους, εχθρεύονται την αριστερά και τα άλλα κινήματα.  

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι (γιατί πάνω από όλα δεν θέλουν να ξεχνούν πως είναι άνθρωποι), όπως η Μαίρη και η Άννα, πρώτα και κύρια δεν είναι ακραίοι. Στηρίζουν τη δημοκρατία, αλλά δεν ταυτίζονται με τα κόμματα, όπως επίσης αγαπούν τον αθλητισμό, αλλά καταδικάζουν τον οπαδισμό. Κατανοούν ότι πρέπει να κάνουμε θυσίες, αλλά ασκούν και κριτική στην κυβέρνηση. Δέχονται ότι οι εργαζόμενοι δικαιούνται να διαμαρτύρονται (κόσμια), αλλά γνωρίζουν ότι όλα αυτά δεν οδηγούν πουθενά. Αγαπούν την πατρίδα τους, αλλά δεν ανέχονται τον ακραίο εθνικισμό. Πιστεύουν βαθειά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και έχουν δικαιώματα, αλλά καταλαβαίνουν επίσης ότι δεν πάει άλλο με την αθρόα λαθρομετανάστευση. Είναι πολύ ευαισθητοποιήμενοι απέναντι στην καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά αναγνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να σταματάμε όλες τις επενδύσεις στο όνομα της προστασίας. Αγαπούν ιδιαίτερα το θέατρο, αλλά δεν έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Καταγγέλουν τη φοροδιαφυγή, αλλά ψάχνουν να βρουν και κάποιο τρόπο να περιορίσουν κάπως το ΦΠΑ (στο κάτω-κάτω, πάντα αυτοί θα είναι τα κορόιδα που θα πληρώνουν;) Πιστεύουν στο διάλογο και -πάνω από όλα- σιχαίνονται και καταδικάζουν τη βία από όπου και αν προέρχεται.  

Όλοι αυτοί, που πολύ λίγο πια μοιάζουν με τον οργισμένο και θριαμβευτή γιάπι (ή ΔΑΠίτη) του ’89 ή τον μικρομεγαλοεπενδυτή του ’96, αν και πιθανά έχουν υπάρξει και από τα δύο, σήμερα πιστεύουν ακράδαντα ότι αυτοί είναι η κοινωνία, ότι μάχονται για το συμφέρον του τόπου, ότι παλεύουν για τα αυτονόητα. Και, σε αυτή την κατεύθυνση πάντα, είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν οτιδήποτε. Το Αυτονόητο σήμερα τυγχάνει να έχει –ευτυχώς- τη μορφή μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και για αυτό όλοι αυτοί φρίττουν ακόμα και με μια συμβολική επίθεση σε κάποιο βουλευτή. Σε άλλες στιγμές, το Αυτονόητο πήρε πολύ πιο αποκρουστικές μορφές. Αυτό δεν εμπόδισε την πλειοψηφία να συνεχίζει να το θεωρεί αυτονόητο.  

Είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ δεν εκλέχθηκε λέγοντας τρελαμάρες, αλλά λογικά και απλά επιχειρήματα. Θέωρησε αυτονόητο ότι δεν μπορούν οι εβραίοι να ελέγχουν την οικονομία και να κερδοφορούν εις βάρος των γερμανών, και την ίδια στιγμή οι εβραίοι να δουλεύουν και γερμανοί να είναι άνεργοι. Θεώρησε αυτονόητο ότι η Γερμανία δεν άντεχε άλλο να υφίσταται την εξοντωτική και ατιμωτική τιμωρία που της επέβαλλαν οι εχθροί της για την ήττα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (όταν με αντίστοιχα απλά και αυτονόητα επιχειρήματα πείστηκε μέχρι και η εργατική τάξη και το κόμμα της να στηρίξει την κήρυξη πολέμου στους προαιώνιους εχθρούς του έθνους) και δικαιούται μια ρεβάνς.  

Το που οδήγησαν τα απλά και αυτονόητα αυτά επιχειρήματα, είναι ακόμα πιο γνωστό. Γενικά, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ιστορικά ο φασισμός αποδείχτηκε πολύ πιο ικανός από τη δημοκρατία στο να στηρίζει και να στηρίζεται από τα Αυτονόητα και ότι σε καιρό κρίσης και πολέμου αυτά αναδεικνύονται ακόμα πιο επιθετικά σε σχέση με την ειρήνη. Για τους οπαδούς των αυτονόητων λοιπόν, ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες των προθέσεων. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμοι να γίνουν φασίστες: είναι όμως αποφασισμένοι να υπερασπιστούν την κοινωνία τους, πιθανά με κάθε κόστος.

 Τα κινήματα ενάντια στα Αυτονόητα  

Κάθε ανταγωνιστικό κίνημα από την άλλη, είναι υποχρεωμένο να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Αν το αυτονόητο σε κάθε κοινωνία είναι η διατήρηση της κυρίαρχης τάξης, η αμφισβήτηση της κυριαρχίας της εμφανίζεται πάντα ως παραλογισμός. Αν αυτό ισχύει σε απόλυτο βαθμό για κάθε κίνημα που θέτει θέμα εξουσίας, ισχύει σε κάποιο βαθμό ακόμα και για τα συνηθισμένα κοινωνικά κινήματα που διεκδικούν συγκεκριμένα αιτήματα ή υπερασπίζονται παλιές κατακτήσεις.  

Το τελευταίο φοιτητικό κίνημα κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16 υπερασπιζόταν στην πράξη την απαγόρευση ελεύθερης επένδυσης κεφαλαίου σε ένα νευραλγικό και προσοδοφόρο οικονομικό πεδίο, σε μια κατά τα άλλα κεφαλαιοκρατική οικονομία. Δεν χρειάζεται να είσαι ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος για να το βρίσκεις αυτό απλά παράλογο. Οι αγρότες κλείνουν κάθε χρόνο τους δρόμους για να διεκδικούν κρατικές επιδοτήσεις σε μια ελεύθερη αγορά (σε εποχή μάλιστα δημοσιονομικής κρίσης). Οι εργαζόμενοι του δημοσίου υπερασπίζονται τα προνόμιά τους την ώρα που η ιδιωτική παραγωγή καταρρέει κοκ.  

Οι διεκδικήσεις αυτές δεν είναι καθόλου αυτονόητες, μπορεί όμως να είναι παρά πολύ δίκαιες. Τα κοινωνικά κινήματα σπάνια έχουν την πολυτέλεια να απαντούν σε γενικά αποδεκτές αλήθειες: συνήθως είναι υποχρεωμένα να ανοίγουν μόνα τους το θεωρητικό χώρο όπου θα συγκροτήσουν το λόγο τους, να ψάξουν μόνα τους δρόμους για να επικοινωνήσουν τις θέσεις τους με τα άλλα, αγωνιζόμενα ή μη, κομμάτια της κοινωνίας. Σε αυτή τη διαδικασία συνήθως υποχρεώνονται να αντιπαρατεθούν με το σύνολο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Μέσα σε αυτή την αντιπαράθεση αναζητούν φυσικά ρωγμές, αντιφάσεις για να πιαστούν και να στρέψουν τα όπλα του αντιπάλου τους εναντίον του. Μπορεί έτσι ακόμα και να επικαλούνται ότι αυτά υπηρετούν καλύτερα τις κοινώς αποδεχτές αρχές από ο,τι οι κυρίαρχοι.  

 Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούν να αποκτήσουν την αυταπόδεικτη προφάνεια, την κυκλική αυτοαναπαραγούμενη συνεκτικότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο λόγος των κινημάτων είναι από τη φύση του αποσπασματικός, αντιφατικός, ρευστός. Αλλάζει από τόπο σε τόπο και από στιγμή σε στιγμή, για να προσαρμόζεται στον ιδιαίτερο συσχετισμό δυνάμεων, στα επίδικα της συγκυρίας. Ο Θεός είναι παντού Θεός για έναν χριστιανό, αλλά το κεφάλαιο, η εργασιακή δύναμη, το σωματείο, το κόμμα, η γειτονιά, η απεργία ή η κατάληψη δεν είναι ποτέ τα ίδια. Το εργατικό κίνημα και όλα τα ανταγωνιστικά κινήματα δεν μπορούν με τίποτα να αποκτήσουν ένα ενιαίο, συνεκτικό, σταθερό και σαφές πρόταγμα, γιατί αυτή τη μορφή έχει μόνο η κυρίαρχη ιδεολογία και αυτή δεν είναι δική τους.  

Η μόνη συμμαχία που μπορούν να έχουν σε αυτόν τον εξ ορισμού άνισο ανταγωνισμό με την κυρίαρχη ιδεολογία είναι η πολιτική αριστερά. Αυτός άλλωστε, σε ένα βαθμό τουλάχιστο, είναι και ο ιστορικός ρόλος της στις αστικές κοινωνίες: να διευρύνει τις δυνατότητες κινηματικής δράσης, να κυκλοφορεί και να αναπαράγει το λόγο των κοινωνικών κινημάτων, να συμβάλει στο θεωρητικό και πολιτικό εξοπλισμό τους. Για να το κάνει αυτό, θα πρέπει επίσης να αποδέχεται ότι και ο δικός της λόγος θα έρχεται σε διαρκή ρήξη με τα Αυτονόητα, θα ανταγωνίζεται διαρκώς την κυρίαρχη ιδεολογία και θα είναι έτσι αναπόφευκτα ασυνεχής, αντιπαραθετικός και αντιφατικός.  

Για να ανταγωνιστείς όμως την κυρίαρχη ιδεολογία, αναγκάζεσαι φυσικά να δίνεις μάχες στο έδαφος της, να υιοθετείς τα μέσα της, να κάνει και εσύ, ως ένα βαθμό ιδεολογία. Η ιδεολογία όμως, όπως έλεγε χοντρικά ο Αλτουσέρ, είναι μία και όχι όσες οι πλευρές των ενδιαφερομένων. Έχει έτσι, κατά τα γνωστά, την ικανότητα και την τάση να σε απορροφά και να σε ενσωματώνει. Εϊναι πολύ δύσκολο να αμιφισβητείς τα Αυτονόητα μιας ολόκληρης κοινωνίας και πολύ πιο βολικό πολλές φορές να ισχυρίζεσαι ότι εσύ μπορείς να τα εκπροσωπήσεις καλύτερα. Και αυτό μέσα στο παιχνίδι είναι, αλλά μετά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα λες τα ίδια πράγματα και –κυρίως- ότι θα βοηθάς τα κινήματα.  

Πρόσφατα για παράδειγμα στην Ελλάδα, κομμάτια της αριστεράς και καλοπροαίρετοι προοδευτικοί διανοούμενοι, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι υπάρχει ένα αυτονόητο πρόβλημα με την παράνομη μετανάστευση, την υποβάθμιση και την εγκληματικότητα, και όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί. Οπότε, προτίμησαν να το χρεώσουν στον Αντίπαλο (για τη μετανάστευση φταίει η πολιτική της Δύσης στον 3ο Κόσμο, η φτώχεια και ο πόλεμος) για να εμφανίζονται πάλι ως αντιπρόσωποι της «λύσης», που είναι ουσιαστικά η κατάργηση των αιτίων της μετανάστευσης (και άρα της ίδιας της μετανάστευσης). Αυτή η θέση, που προσπαθεί να προσαρμοστεί στην αυτονόητη αγανάκτηση των κατοίκων πχ του Άγιου Παντελεήμονα απέναντι στην εγκληματικότητα, στην πραγματικότητα δεν βοηθά κανέναν. Φυσικά και δεν πρόκειται να κάνει τους κατοίκους πιο φιλικούς με την αριστερά ή πιο εχθρικούς με τον καπιταλισμό. Ούτε επίσης να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν το «πραγματικό πρόβλημα», όποιο και να είναι αυτό.

 Η παλαβή αριστερά  

Συνεπώς, ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι καθόλου να λεει το αυτονόητο, ακόμα και εκεί που αυτό βγάζει μάτι. Ο ρόλος της είναι να αμφισβητήσει τις αυθόρμητες (και άρα ύποπτες για υποταγή στην κυρίαρχη ιδεολογία) προσεγγίσεις, να αρνηθεί τις απλές προτάσεις, να υποδείξει το σύνθετο των προβλημάτων και –κυρίως- να στηρίξει τα πραγματικά κινήματα που παρεμβαίνουν στο εκάστοτε πεδίο. Στον Άγιο Παντελεήμονα πχ το «πρόβλημα» δεν είναι γενικά και αφηρημένα η μετανάστευση, αλλά η ποινικοποίησή της και ο έλεγχός της. Η λύση λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθεί στα πολύ γνωστά στην αριστερά αιτήματα της νομιμοποίησης, της κοινωνικής εξίσωσης και των ανοιχτών συνόρων. Τα αιτήματα αυτά έχουν από πίσω τους και συγκεκριμένα κινηματικά υποκείμενα, το μεταναστευτικό και το αντιρατσιστικό κίνημα. Αντί λοιπόν να αναζητά ιδεολογικά πλαίσια, η αριστερά μπορεί να στηρίζει και να αναπτύσσει -όσο τραγικά δύσκολο και να είναι κάποιες στιγμές- το λόγο των ίδιων των κινημάτων.  

Το κόστος φυσικά θα είναι να μην μπορεί έτσι να φτιάξει ένα «δικό της», ολοκληρωμένο πρόγραμμα με τέτοιο εύρος που να μοιάζει με αυτό της κυρίαρχης ιδεολογίας. Τα κινήματα πολλές φορές ζητάνε και πράγματα αντιφατικά: μπορεί να θέλουμε να σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή, αλλά διαφωνούμε με την αντικατάσταση του λιγνίτη από πυρηνική ενέργεια, προκρίνουμε τις εναλλακτικές πηγές, αλλά συμπαραστεκόμαστε στα τοπικά κινήματα που αντιστέκονται στα τεράστια, ιδιωτικά αιολικά πάρκα.  

Γενικά, αν για να διαμορφώσεις τις θέσεις δεν σου φτάνουν μόνο κάποιες γενικές αξίες, αλλά πρέπει να λάβεις υπόψη σχέσεις ιδιοκτησίας και εξουσίας, συσχετισμούς δύναμης, οικονομικά μεγέθη, πολιτικές αντιλήψεις, οικολογικές διεργασίες και χίλια ακόμα πράγματα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να έχεις προτάσεις εξίσου επικοινωνιακές και θελκτικές με τις κυρίαρχες. Για να θυμηθούμε πάλι τον Χίτλερ, αυτόν τον εξαιρετικό πολιτικό του μεσοπολέμου, έλεγε χοντρικά: οι κομμουνιστές παρουσιάζαν τα προβλήματα του λαού ως περίπλοκα και δύσκολα και για αυτό έχασαν, ενώ εγώ τα παρουσίασα ως απλά και προφανή και για αυτό κέρδισα.  

Το απλό και το αυτονόητο είναι πάντα πολύ πιο προσιτό και ανακουφιστικό. Προσφέρει σιγουριά και θαλμπωρή, απέναντι σε έναν απειλητικά σύνθετο κόσμο. Για αυτό άλλωστε και η ίδια η αριστερά αναζητά εναγωνίως και αέναα τα δικά της «αυτονόητα», τις δικές της «απλές αλήθειες», τα δικά της συνολικά προτάγματα. Αυτή η τάση μάλιστα δεν έχει να κάνει με ενδοαριστερούς συσχετισμούς, καθώς διαπερνά οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους. Πολύ πιο έντονη είναι για παράδειγμα στους αντιεξουσιαστικούς χώρους, όπου παρά τα διαγγέλματα ενάντια στην ιδεολογία, όλη η πολιτική παρέμβαση συγκροτείται συνήθως γύρω ή μέσα από ιδεολογικά προτάγματα, τα οποία όλο και περισσότερο μοιάζουν να επικαλούνται όχι τις πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά το καλό και το συμφέρον ολόκληρης της «πραγματικής» κοινωνίας, του «αγωνιζόμενου πλήθους», των «απλών ακομμάτιστων ανθρώπων», απέναντι συλλήβδην στο κράτος, τους μηχανισμούς του και τα κόμματα. Στη μορφή του, λίγο απέχει αυτό από τα αυτονόητα της Άννας και της Μαίρης.  

Πόσες φορές η αριστερά δεν έχει αυτοοικτιριστεί που δεν παρουσιάζει ένα «συνεκτικό και πειστικό πρόγραμμα» που θα δίνει «ελπίδα στους πολίτες»; Πόσες φορές δεν διαμαρτυρήθηκε ο «απλός αριστερός» για την αριστερά «που δεν λεει τίποτα για» αυτό ή το άλλο πρόβλημα ; Και πόσες φορές δεν έχει προσπαθήσει η ίδια η αριστερά -με αποτυχία συνήθως- να μιλήσει «τη γλώσσα του λαού» και να καταγγείλει τα «χαράτσια της φορομπηχτικής πολιτικής»; Δυστυχώς όμως, ή τουλάχιστον για λόγους αισθητικής ευτυχώς, η μοίρα της αριστεράς είναι να αναλύει, να σκέφτεται, να μπερδεύεται και να αντιφάσκει. Το απλό και το αυτονόητο, μπορεί να μην οδηγεί με ασφάλεια στο φασισμό, αλλά πάντως δεν υπηρετεί την ανάγκη για τομές και ρήξεις. Άλλωστε, όπως έλεγε και ένα παλιό σύνθημα, τα αυτονόητα πεθάναν το ’89. Θεός σχωρέσ’τα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου