Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Η συνταγή που οδηγεί στη διάλυση...

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβαστεί. Γράφτηκε λίγο πριν την κορύφωση του δράματος του λαού της Αργεντινής και είναι απίστευτο το πόσο όμοιες με τις δικές μας καταστάσεις περιγράφει. Η συνταγή που ακολουθεί η κυβέρνηση ΓΑΠ είναι πανομοιότυπη με αυτήν της Αργεντινής, που οδήγησε στην απόλυτη φτώχεια και την διάλυση. Δυστυχώς, οι προειδοποιήσεις και προτάσεις του Claudio Katz δεν εισακούσθηκαν με την γνωστή τραγική κατάληξη. Τουλάχιστον εκεί είχαν και το "άλλοθι" πως ήταν οι πρώτοι που εφαρμόστηκε... Οι δικοί μας υποτακτικοί όμως ξέρουν κι επιμένουν! 
Κι εμείς πρέπει να μάθουμε για να μην πάθουμε..
Η οικονομική κρίση στην Αργεντινή:  
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Γιατί η οικονομική κρίση στην Αργεντινή είναι τόσο σοβαρή; Πώς η παρούσα και συνεχιζόμενη ύφεση μπορεί να εξηγηθεί; Η ύφεση έχει διαρκέσει ήδη τρία χρόνια, δύο φορές περισσότερο από την τυπική διάρκεια κυκλικών διακυμάνσεων. Η πτώση στις επενδύσεις επηρεάζει όλους τους τομείς και το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 4,3% από τις αρχές του 1998.

Του Claudio Katz (οικονομολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες) 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην La Insignia (16/7/01). 
Δημοσίευση στο International Viewpoint Σεπτεμβρίου Νο 334 
πηγή Σπάρτακος τ.63 Γενάρη 2002

Το πραγματικό επιτόκιο είναι πέντε φορές μεγαλύτερο από το διεθνή μ.ο και τορπιλίζει κάθε προσπάθεια οικονομικής αναζοωγόνησης. Η κατανάλωση έχει μειωθεί λόγω δραστικής συστολής της αγοραστικής δύναμης. Η ανεργία είναι στο 30% και το ετήσιο εισόδημα των μισών μισθωτών είναι λιγότερο από 500 πέσος ($320) . Η φτώχεια επηρεάζει το 37% του πληθυσμού. Δεν υπάρχει στην ιστορία της χώρας προηγούμενο κοινωνικής καταστροφής τέτοιου μεγέθους.

Το κυρίως σημείο της κρίσης την οποία αντιμετωπίζει η Αργεντινή εδώ και ένα χρόνο, είναι η ουσιαστική παύση πληρωμών από την κυβέρνηση για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους. Αυτό απειλεί τη συνέχιση όλων των μέτρων που εφαρμόζονται από τον Domingo Cavallo, υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

Ο κ. Καβάλο έλπιζε να επιτύχει μια ανάπαυλα με την αναβολή πληρωμών του χρέους μέσω της megacanje, ένα οικονομικό πακέτο που συνίσταται στην ανταλλαγή παλαιών κρατικών χρεογράφων με καινούργια μακροβιότερα. Παρόλα αυτά, το Υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ και η ΕΚΤ έχουν αρνηθεί να εγγυηθούν την έκδοση αυτών των χρεογράφων και το κόστος για την κυβέρνηση είναι σκανδαλώδες. Οι οφειλές έχουν αυξηθεί κατά $47.4 δις.

Καθώς η megacanje δεν οδήγησε σε οικονομική ανάκαμψη, ο κ. Καβάλο στοιχημάτισε στην ενθάρρυνση της αύξησης των εξαγωγών σαν μια λύση της κρίσης. Έτσι άνοιξε το δρόμο για μια διαδικασία υποτίμησης με την εισαγωγή μιας αγοράς χωρισμένης ανάμεσα στον εμπορικό και το χρηματο-οικονομικό τομέα. Αν και δεσμεύτηκε για τη διατήρηση μιας αυστηρής μετατρεψιμότητας με αναλογία μισο Ευρώ και μισό δολλάριο, ήδη η κυβέρνηση προβάλλει το ενδεχόμενο της υποτίμησης εάν η κρίση συνεχιστεί. Εντωμεταξύ η πτώση του ΑΕΠ συνεχίζεται.

Οποιοδήποτε από τα μέτρα του κ. Καβάλο μπορεί να οδηγήσει σε μία γενική κρίση που θα περιλαμβάνει την γενική εγκατάλειψη των κρατικών χρεογράφων, καταθέσεων πέσος και αργεντίνικων εμπορικών χαρτιών. Η εμφάνιση αυτού του φαινομένου θα οδηγούσε στην εμφάνιση μιας πιο δραστικής στροφής της οικονομίας είτε προς μεγάλες υποτιμήσεις, είτε προς δολαριοποίηση, είτε ακόμα και τα δύο. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας κρίσης είναι ανάλογο με τις οικονομικές καταρρεύσεις των προηγούμενων δεκαετιών (Rodrigazo το 1975, εθνικοποίηση του χρεόυς στην αρχή του 80 και υπερπληθωρισμός του 1989) και άρα ανατρέπει τις πρόσφατες ευκαιριακές εξηγήσεις που αποδίδουν την κρίση στη «διαφθορά του Μενέμ» και την έλλειψη ικανοτήτων του Φερνάντο ντε λα Ρούα» (πρόεδρος της Αργεντινής).

Δικαιολογώντας τον νεο-φιλελευθερισμό

Μέχρι το προηγούμενο έτος πολλοί νεο-φιλελεύθεροι περιόριζαν τις εξηγήσεις για την κρίση της Αργεντινής σε ατυχείς σύμπτωσεις εξωτερικών δυσκολιών όπως η ανατίμηση του αμερικανικού δολλαρίου, η υποτίμηση του Αργεντινού νομίσματος, η πτώση της τιμής των εξαγομένων αγαθών, η πτώση της αξίας του Ευρώ και η κατάρρευση άλλων οικονομιών της περιφέρειας του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Αλλά στο παρελθόν οι δυσκολίες αυτού του είδους ήταν συχνές. Το μόνο καινούργιο πράγμα σήμερα είναι πως η οικονομία της Αργεντινής προβάλλει ανυπεράσπιστη απέναντι σε τέτοιους κινδύνους ως συνέπεια της φιλελευθεροποίησης του οικονομικού συστήματος, της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης της οικονομίας, του εμπορικού ανοίγματος προς το εξωτερικό και της αποκηρύξεως της συναλλαγματικής και νομισματικής ανεξαρτησίας της κυβερνήσεως. Αλλά επειδή μια αναγνώριση των προηγουμένων θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή των αποτυχιών τους, οι «ορθόδοξοι» οικονομολόγοι γυρνάν στην αγαπημένη τους εξήγηση: το υψηλό επίπεδο κρατικών δαπανών.

Λένε πως «μόνο ο ιδιωτικός τομέας έχει κάνει την προσαρμογή» λες και οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι αποτελούν ένα κοινό σώμα που μοιράζεται τις θυσίες. Στη σταυροφορία τους ενάντια στο χρέος, αποκρύπτουν το γεγονός ότι αυτή η ανισορροπία δεν προκύπτει από κοινωνικές δαπάνες σε μισθούς και εκπαίδευση αλλά από τους πολλαπλούς μηχανισμούς αμέσων και εμμέσων επιδοτήσεων πρός την άρχουσα τάξη.

Οι νεοφιλελεύθεροι αποφεύγουν ειδικά στις εξηγήσεις τους την ερμηνεία ότι οι βασικές πηγές της κατάρρευσης των δημοσίων οικονομικών είναι οι πληρωμές τόκων και εξωτερικού χρέους. Αυτά έχουν συμβάλλει στον τριπλασιασμό των διοικητικών κυβερνητικών δαπανών, καταναλώνοντας 7 φορές περισσότερους πόρους από την κοινωνική πρόνοια και 23 φορές περισσότερα από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Οι κρατικές δημόσιες δαπάνες αυτομάτως πολλαπλασιάζονται με κάθε επαναδιαπραγμάτευση του χρεούς και δεν υπάρχει τρόπος αποκατάστασης αυτής της ανισορροπίας με νέες ιδιωτικοποιήσεις.

Οι νεοφιλελεύθεροι επίσης ξεχνούν ότι το έλλειμμα ξέφυγε από κάθε έλεγχο με την κατάργηση των συνεισφορών των εργοδοτών στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Τα «κίνητρα προς επενδύσεις» τελικά δημιούργησαν ανεργία επιπέδου ρεκόρ, δημιουργώντας μια απώλεια εσόδων για το κράτος, ίση με με το ένα τρίτο του δημόσιου χρέους. Μετά τη συσώρευση σημαντικών διαθεσίμων ο AFJP (οργανισμός συνταξιοδότησης) έχει μετατραπεί σε ένα μεγάλο πιστωτή ενός χρεωκοπημένου κράτους, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό συνταξιούχων παραμένει στα επίπεδα της φτώχειας και απειλεί να οδηγήσει την επόμενη γενιά συνταξιοδοτήσιμων σε ακόμα χειρότερη από την παρούσα κατάσταση.

Αντιμέτωπη με αυτό το ενδεχόμενο και για να προστατεύσει τα αμοιβαία κεφάλαια η κυβέρνηση προτείνει την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και τη μείωση του κατώτατου μισθού. Η επαναφορά της συνεισφοράς των εργοδοτών προς το κράτος και η εξάλλειψη του παρασιτικού συστήματος διοίκησης του AFJP θα μπορούσε να γιατρέψει αυτή την έλλειψη δημοσιονομικής ισορροπίας που οι νεοφιλελεύθεροι αμφισβητούν τόσο πολύ. Αλλά επειδή αυτά τα διορθωτικά μέτρα θα επηρέαζαν τα κέρδη του κατεστημένου, οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι ούτε καν εξετάζουν αυτό το ενδεχόμενο.

Ιδιωτικοποίηση

Λόγω του αποτελέσματος που είχε στην κοινή γνώμη η αποτυχία της Aerolineas, του εθνικού αερομεταφορέα της Αργεντινής, μερικοί νεοφιλελεύθεροι έχουν αρχίσει να αποδέχονται την ιδέα του ότι «κακά εκτελεσμένες ιδιωτικοποιήσεις έχουν δημιουργήσει την παρούσα κρίση». Αλλά και οι υπόλοιπες ιδιωτικοποιήσεις, εκτελέστηκαν καλά; Οι επιδοτήσεις των σιδηροδρόμων και το σύστημα διοδίων; Η πώληση των τηλεπικοινωνιακών οργανισμών σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές; Η χορήγηση μονοπωλιακών δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως στις εταιρίες ηλεκτρισμού; Είναι προφανές ότι, όποια από τις παραπάνω περιπτώσεις κάποιος εξετάσει, βλέπει πως το κράτος, αντί να απομακρυνθεί από την οικονομία, μεγένθυνε τον ρόλο επιδότησης, εγγυώμενο σε μια αποπληθωριστική περίοδο, αυξήσεις στα τιμολόγια των παραπάνω εταιρειών της τάξεως 40-100%.

Εαν οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις είχαν να αντιμετωπίσουν τον ίδιο ιδιωτικό ανταγωνισμό που υπάρχει στην υπόλοιπη οικονομία τότε θα είχαν τύχη αντίστοιχη με αυτή των Aerolineas. Παρόλες αυτές τις ενδείξεις οι οικονομολόγοι που μονοπωλούν τα τηλεοπτικά δίκτυα συνεχίζουν να μιλάνε για «απαραίτητες ιδιωτικοποιήσεις», (εθνικές τράπεζες, προνομιακά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, λαχείο κλπ.) και τους εκρεμμείς μετασχηματισμούς στην υγεία και την παιδεία σαν αυτοί οι μετασχηματισμοί να έχουν κάποιο ευεργετικό αποτέλεσμά για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα επιχειρήματά τους εξαντλούνται και οι νεοφιλελεύθεροι καταφεύγουν στο να μας ζητήσουν να έχουμε πίστη. Υπόσχονται ότι η δολλαριοποίηση του νομίσματος θα ολοκληρώσει τις αλλαγές και διαβεβαιώνουν για τη σταθερότητα του νομίσματος, έτσι ώστε να υπάρχει μια αύξηση στο ρυθμό εισροής ξένων κεφαλαίων στην Αργεντινή.

Αλλά αποφεύγουν οποιοδήποτε σχόλιο για την την άρνηση της Federal Reserve Board (κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) να βοηθήσει τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αποφεύγουν να αναφέρουν κάποια εξωτερικά νομισματικά «σήματα» και δεν ασχολούνται με τα αποτελέσματα που είχε το σύστημα της δολλαριοποίησης για κράτη όπως ο Παναμάς, τα οποία υπόκεινται ακόμα στο ίδιο είδος κρίσης που επηρεάζει οποιαδήποτε Λατινοαμερικανική χώρα και αν αναφέρουμε. Το νέο νομισματικό καθεστώς, το οποίο εφαρμόζεται μετά από μια περίοδο βαθιάς αποπληθωριστικής προσαρμογής, θα διευκολύνει μόνο τη μεταφορά ιδιοκτησίας με πιο συμφέροντες όρους για αυτές τις ομάδες που διαχειρίζονται το ξένο συνάλλαγμα.

Ο νεοφιλελεύθερος λόγος συνδυάζει την αμνησία με τη σχιζοφρένεια. Μιλάνε με υπερηφάνεια για τους μετασχηματισμούς του 1991 και 1995 σαν αυτές οι αλλαγές να ήταν ασυσχέτιστες με τις μετέπειτα καταστροφές και ξεχνούν την δικιά τους απάτη και ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας. Σε άλλες περιπτώσεις καταλογίζουν την κρίση στην τεχνολογική και επιστημονική οπισθοδρόμηση της Αργεντινής, ξεχνώντας την πολεμική υπέρ των μειώσεων του προϋπολογισμού για τα πανεπιστήμια και για κλείσιμο του Εθνικού Συμβουλίου για την Επιστημονική και Τεχνολογική Έρευνα (Conicet).

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι οργανωμένη σε τρία επίπεδα. Πρώτον, υπήρξε η απάντηση από τον πρώην υπουργό Οικονομίας Machinea ο οποίος μείωσε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και αύξησε τους φόρους για την μεσαία τάξη δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Αργότερα ήρθε η ακραία επίθεση με τον αντικαταστάτη του, Lopez Murphy, ο οποίος εισήγαγε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις από τις οποίες υποφέρουμε τώρα. Τέλος ήρθε ο αντιφατικός πραγματισμός του Cavalo, ο οποίος αντικρούει το βράδυ αυτά τα οποία πρότεινε το πρωί, καταφέρνοντας να κάνει ένα ρεκόρ αριθμού κινήτρων τα οποία εγκαταλείπονται πριν καν ανακοινωθούν. Μίλησε για προτεραιότητα αναζωογόνησης της οικονομίας με αυξήσεις στους δασμούς, μείωση των νομισματικών διαθεσίμων του κράτους και μείωση των επιδοτήσεων προς τους διαφόρους τομείς της οικονομίας, αλλά μετά στράφηκε προς πιο δραστικά οικονομικά μέτρα όπως η γενίκευση του ΦΠΑ και η ανανέωση των στόχων συλλογής φόρων που είχαν τεθεί από τους προκατόχους του.

Αμφισβήτησε το καταστροφικό δημόσιο χρέος, αλλά εξέδωσε ομόλογα που εξασφάλιζαν υψηλότερες τιμές και φορολογικά προνόμια στις τράπεζες. Μίλησε για μια κυβερνητική κάθαρση η οποία σταμάτησε αυτομάτως. Από τη μια πρότεινε την αποσύνδεση του πέσο από το δολλάριο για να έρθει κοντύτερα στο Ευρώ αλλά αντιφατικά εγκατέλειψε την εμπορική συμφωνία Mercosur που αποτελείται από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη για να μπει στη FTAA (Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου της Αμερικής, όχημα των ΗΠΑ), ενώ υποσχόταν να διατηρήσει τη μετατρεψιμότητα του αργεντίνικου νομίσματος και άνοιξε ένα πόλεμο ανταγωνιστικών υποτιμήσεων σε ολόκληρη τη Νότια Αμερική.

Κριτική του νεοφιλελευθερισμού

Ανάμεσα στους πολλούς οικονομολόγους που αντιτίθενται στην κυβερνητική πολιτική η πλειοψηφία επικεντρώνει τις αμφιβολίες της στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, αλλά χαρακτηρίζει την πολιτική αυτή με διαφόρους τρόπους. Η πιο πρόσφατη κριτική επικεντρώνεται στη μετατρεψιμότητα του νομίσματος. Το να υποθέσουμε ότι η κρίση μπορεί να επιλυθεί με μια μεταβολή της πολιτικής της μετατρεψιμότητας είναι μια ψευδαίσθηση όπως είναι και η λειτουργικότητα του μηχανισμού μιας «δημοφιλούς υποτίμησης» που αποφεύγει την απαξίωση των μισθών ή των μικροκαταθέσεων.

Διατηρώντας ως αμετάβλητες τις υποσχέσεις αποπληρωμής του χρέους και προσπαθώντας να ελέγξει την όποια οικονομική ευελιξία μέσω του ΔΝΤ, οποιαδήποτε υποτίμηση θα έχει ως αποτέλεσμα την εξαθλίωση του πληθυσμού. Πολλοί από αυτούς που αμφισβητούν την οικονομική κυβερνητική πολιτική εξηγούν τις συνέπειες της ύφεσης από τη μετατρεψιμότητα και ειδικότερα τη διατήρηση επιπέδων επιτοκίων ως έλλειψη ενεργούς πολιτικής από την κυβέρνηση. Αλλά αυτή η αναποτελεσματικότητα δεν παράγεται αποκλειστικά από την παγίδα της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αυτό που αποτρέπει όλα τα κράτη της περιφέρειας από την εφαρμογή κεϋνσιανών πολιτικών, για την επανενεργοποίηση των οικονομιών τους, είναι η εξάρτηση από τους επιθεωρητές του ΔΝΤ, οι οποίοι περιορίζουν την εσωτερική χορήγηση πίστης (δανείων) ώστε να βεβαιώσουν την αποπληρωμή των δανείων. Ακόμα και αν η έκταση των δανειακών υποχρεώσεων δεν είναι, σε ποσοστιαία βάση, μεγαλύτερη από αυτή των κυρίαρχων κρατών, είναι όμως σε ξένα νομίσματα και εξαρτάται από τις περιοδικές εξωτερικά καθορισμένες πολιτικές επαναχρηματοδότησης.

Εξαιτίας του οικονομικού κύκλου αυτά τα κράτη, εξαρτώνται περισσότερο από την παρακολούθηση στην οποία υπόκεινται από τους πιστωτές τους (και την επακόλουθη εισροή και εκροή κεφαλαίων) πάρα από τις εσωτερικές συνθήκες ζήτησης. Αυτό εξηγεί γιατί η νέα ελίτ των χρηματοοικονομικών οργανισμών αντικαθιστά την παλιά εθνική γραφειοκρατία και έχει αποκτήσει την διοίκηση της μακροοικονομικής πολιτικής των υπερχρεωμένων χωρών. Συχνά κανείς ακούει γνώμες σχετικά με το βάρος του χρέους που έχει παγιώσει την κυριαρχία της «παρασιτικής τάξης των τραπεζιτών πάνω στους παραγωγικούς βιομήχανους». Από αυτήν την άποψη τα προνόμια των τραπεζιτών που με τα ταχυδακτυλουργικά τους κόλπα κερδοσκοπούν ως μεσολαβητές, έρχεται σε αντίθεση με τις κακοτυχίες των μεγάλων επιχειρήσεων που δυσκολεύονται από το αυξημένο κόστος δανειοδότησης.

Αλλά αυτό το είδος επιχειρημάτων αγνοεί την τεράστια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στις δυο ομάδες και στην οικονομική διαφοροποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων οι οποίες ελέγχουν επιπλέον ένα μεγάλο ποσοστό των κυβερνητικών ομολόγων. Οι βιομήχανοι συμμετείχαν πλήρως στην φρενίτιδα ιδιωτικοποίησης και ήταν οι κύρια ευνοημένοι από την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων κατά το πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας. Τα θύματα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου υπήρξαν οι μισθωτοί, των οποίων η αμοιβή πέφτει κατά 0,5% για κάθε 1% αύξησης της παραγωγής και οι κεφαλαιοκράτες ήταν αυτοί οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την αβεβαιότητα της εργατικής τάξης κατά τη δεκαετία του 90.

Είναι εμφανές, παρόλ’αυτά ότι οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές της συναλλαγματικής μετατρεψιμότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής, του κοινωνικού αποκλεισμού σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού και το άνοιγμα προς το εξωτερικό για εισαγωγές διεύρυναν την οικονομική κρίση της Αργεντινής. Αλλά το μοντέλο αυτό δεν προκάλεσε την οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση, η οποία επηρεάζει όλες τις οικονομίες στην περιφέρεια των κυριοτέρων καπιταλιστικών οικονομιών, έχει τις ρίζες της στη δυναμική του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η κατάρρευση των εξαρτημένων χωρών

Η κρίση της Αργεντινής συνιστά ένα κρίκο της αλυσίδας οικονομικής αναταραχής που χτύπησε όλες τις αναπτυσσόμενες αγορές: Μεξικό το 95, Νοτιανατολική Ασία το 97, Ρωσία το 98, Βραζιλία το 99, Εκουαδόρ το 2000. Στην τελευταία του μορφή εκδηλώθηκε ως ντόμινο που επηρέασε αδιακρίτως όλες τις εξαρτημένες οικονομίες, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και τις δημοσιονομικές πρακτικές τους. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η πτώση των τιμών των εξαγωγών και η φυγή κεφαλαίων είχαν ένα ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο. Παρόλο που κάποιος μπορεί να εντοπίσει την ύπαρξη μιας κοινής νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε όλες τις επηρεαζόμενες χώρες, οι πρακτικές ήταν διαφοροποιημένες, ενώ η ύπαρξη μιας εξαρτημένης καπιταλιστικής τάξης είναι κοινή για όλες τις χώρες.

Οι συνέπειες του παγκόσμιου διαχωρισμού των επενδύσεων ανάμεσα σε αναπτυγμένες και «οπισθοδρομικές» χώρες είναι εμφανείς στις εξαρτημένες οικονομίες και προκάλεσαν την αναδιοργάνωση του καπιταλισμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90. Αυτά τα περιφερειακά κράτη έχουν ιδιαίτερα επηρεαστεί από τη γενική επίθεση των αφεντικών εναντίων των εργαζομένων και από τη γεωγραφική εξάπλωση του κεφαλαίου και της φρενίτιδας «ανταγωνιστικότητας» που συνοδεύουν την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.

Έχει εκτιμηθεί ότι το χάσμα ανισότητας μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών έχει αυξηθεί κατά 30 –60 φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια ενισχύοντας τη συγκέντρωση του 86% της παγκόσμιας κατανάλωσης από το 20% του πληθυσμού. Τα εξαρτημένα έθνη υποστήριξαν μια συστηματική και διογκούμενη μεταφορά πόρων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις αναπτυγμένες χώρες λόγω των άνισων όρων εμπορίου, της αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους και των κερδών που δημιουργούνται λόγω των χαμηλών μισθών των βιομηχανιών των κρατών της περιφέρειας.

Η οπισθοδρομική τεχνολογία, η οικονομική ευαισθησία, η βιομηχανική δυικότητα και η υπερίσχυση εμπορικών μειονεκτημάτων σε αυτές τις οικονομίες εντάθηκε εμφανώς τα προηγούμενα χρόνια ενισχύοντας την τελευταία οξεία κρίση. Η οικονομική κατάρρευση από την οποία υποφέρει η Αργεντινή είναι παρόμοια από αυτή την άποψη με την κρίση του συνόλου των χωρών της Λατινικής Αμερικής, Ασίας, Αφρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μια σχετική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι μια διαδικασία επαναποικιοποίησης, η οποία εντοπίζεται σε μια απώλεια αυτονομίας της τοπικής άρχουσας τάξης ως συνέπεια των συνδέσμων με το ξένο κεφάλαιο. Με αυτό τον τρόπο οι λειτουργοί του ΔΝΤ έχουν κερδίσει μια άνευ προηγουμένου δύναμη και επιρροή στις κυβερνητικές πολιτικές και αποφάσεις. Όλα αυτά μπορούν να συνοψιστούν με παλαιούς όρους: εντατικοποίηση της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης.

Όπως και στα άλλα εξαρτημένα κράτη, η οικονομία της Αργεντινής υποφέρει έντονα από της συνέπειες της υπερπαραγωγής. Υποφέρει από τις συνέπειες του μειούμενου ποσοστού κέρδους στις κεντρικές αναπτυγμένες οικονομίες (τόσο κατά τη φάση της ύφεσης όσο και κατά τη φάση μερικής ανάκαμψης) και επίσης υποφέρει από την έλλειψη αγοραστικής δύναμης ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Αλλά ο απλός χαρακτηρισμός αυτών ως «ανήθικες συνέπειες του καπιταλισμού που λειτουργεί με βάση το συμφέρον του μετόχου» μας εμποδίζει να δούμε στο βάθος τη συστηματική μεταφορά πλούτου προς τις ιμπεριαλιστικές εταιρείες. Το ότι ο ίδιος οικονομικός παρασιτισμός είχε διαφορετικά αποτελέσματα στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία είναι λόγω της ύπαρξης της διαδικασίας του ιμπεριαλιστικού διαχωρισμού.

Η πορεία της οικονομίας της Αργεντινής συνδέεται με μια γενική τάση υποβάθμισης της θέσης της Λατινικής Αμερικής στη παγκόσμια αγορά, που χαρακτηρίζεται από τον πολύ χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης που ξεκίνησε στη «χαμένη δεκαετία» του 1980. Όπως και στην υπόλοιπη περιοχή αυτό συνετέλεσε στην ηγεμονική οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ, χρηματοδοτώντας την οικονομική αναδιοργάνωση των τραπεζών που επηρεάστηκαν από τα εθνικά χρέη. Ανοιξε νέες αγορές για εξαγωγές λόγω της κυρίαρχης θέσης και διευκόλυνε την μεταφορά κερδών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες στα περιφερειακά κράτη.

Η άρχουσα τάξη της Αργεντινής κατέστησε αυτή τη μεταφορά κερδών έξω από τη χώρα δυνατή, υποβαθμίζοντας έτσι την εσωτερική αγορά. Απέτυχε επίσης στο σχέδιο επιβολής του Mercosur, το οποίο σκόπευε στη δημιουργία μιας γεωγραφικής περιοχής οικονομικής δραστηριότητας με κάποια αυτονομία από τις κύριες καπιταλιστικές χώρες. Η άρχουσα τάξη εμφανίζεται τώρα να απομακρύνεται ταχύτατα από τη Mercosur και να τείνει στην ενσωμάτωση της Αργεντινής στην Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου της Αμερικής (FTTA), την οποία οι ΗΠΑ προωθούν σε μια προσπάθεια εκτοπισμού των Ευρωπαίων ανταγωνιστών από τη Νότια Αμερική.

Η οικονομική κρίση της Αργεντινής συνιστά μέρος της παγκόσμιας οικονομικής αναδιοργάνωσης του καπιταλισμού η οποία δεν ευνοεί τα υπανάπτυκτα κράτη. Τα αποτελέσματα αυτής της αναδιοργάνωσης είναι ιδιαίτερα έντονα επειδή συνδυάζονται με μια παλινδρόμηση της οικονομίας, η οποία μετά από μια μακρά περίοδο έχει διαβρώσει την παραδοσιακή θέση της Αργεντινής στην περιφέρεια, ως χώρα με συγκριτικά υψηλό επίπεδο. Το πραγματικό κατα κεφαλή εισόδημα είναι σήμερα στα επίπεδα του 1974. Η σημαντική άνοδος του ΑΕΠ κατά 127% μεταξύ 1949 και 1974 ξεχωρίζει έντονα από την νωθρή ανάπτυξη του 55% από το 1974 εώς σήμερα.

Σε αντίθεση με τη Νότια Κορέα, η οικονομία της Αργεντινής δεν καταρρέει λόγω αναπόφευκτου ανταγωνισμού με μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά χάνει συνεχώς τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νεές περιφερειακές χώρες οι οποίες κινούνται, όπως η Ρωσία, προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και η οικονομική βιωσιμότητα της οποίας υποστηρίζεται από μια συστηματική καταστροφή των οικονομικών επιτευγμάτων του παρελθόντος. Επίσης για πρώτη φορά οι χώρες αυτές έρχονται αντιμέτωπες με καταστάσεις ακραίας φτώχειας, τυπικό χαρακτηριστικό των οικονομιών της αδύναμης περιφέρειας.

Αλλά αυτό το είδος ύφεσης δεν αποτελεί νεωτερισμό του καπιταλισμού, ενός συστήματος δομημένου γύρω από τα κέρδη και τη ροή κεφαλαίων προς τους τομείς και γεωγραφικούς χώρους που υπόσχονται τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Μέσα στην αρχιτεκτονική σταθερότητας που ξεχωρίζει τα ιμπεριαλιστικά από τα περιφερειακά έθνη, μια μεταβλητή γεωμετρία κυβερνά την υπανάπτυξη η οποία δημιουργεί την αναδιανομή, τις ανόδους και πτώσεις στον εσωτερικό χώρο των αποκλεισμένων εθνών.

Κράτος μαφίας

Η σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης της Αργεντινής έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να ερευνήσουν το επίπεδο της πολιτικής και τα αίτια της. Κάποιοι διανοούμενοι υποστηρίζουν ότι η κατάπτωση στην Αργεντινή προέρχεται από την θεσμική αστάθεια που δημιουργήθηκε από την παγίωση του κράτους μαφίας. Αλλά ακόμα και εάν είναι εμφανές ότι η επιταχυνόμενη σήψη του πολιτικού κλίματος προκλήθηκε από δωροδοκίες, ξέπλυμα χρήματος και ναρκοδιακίνηση, αυτές οι αποσυνθετικές δυνάμεις είναι συνέπεια της συνεχιζόμενης οικονομικής κατάρρευσης η οποία συστηματικά καταστρέφει τους κανόνες του παιχνιδιού τους οποίους οι διάφοροι ευκατάστατοι τομείς ενισχύουν και ταυτόχρονα υπονομεύει στα μάτια του πληθυσμού το κύρος των κομμάτων της άρχουσας τάξης.

Η πίστη ότι η διαφθορά είναι ανταγωνιστική προς την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη εμπνέεται από μια ιδανική άποψη του συστήματος την οποία αναπαράγει μια μίξη των νόμιμων και παράνομων τομέων των επιχειρήσεων. Είναι αρκετό να παρατηρήσει κανείς την βαρύτητα που έχει στο οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ η οικονομία εγκλήματος ή την κατάρρευση των σκιωδών επιχειρήσεων στις προσφάτως εκβιομηχανισμένες χώρες, όσον αφορά το εύρος των επενδύσεων, για να επιβεβαιώσει το γεγονός.

Είναι αστήριχτη φαντασία το ότι το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα δίνουν βραβεία για διαφάνεια. Εάν δεν ήταν η IBM, η Siemens, η Telefonica ή η Iberia τότε ποιός προώθησε τη σύναψη ληστρικών συμβάσεων με το κράτος; Οι πρεσβείες των ΗΠΑ και των Ευρωπαϊκών κρατών δεν ευνόησαν αυτές τις λειτουργίες; Η διαφθορά τρέφεται από την αναζήτηση για μεγαλύτερο κέρδος η οποία κυριαρχεί σε όλες τις καπιταλιστικές δραστηριότητες και επηρεάζει την ανταγωνιστική τύφλωση που υπονομεύει αυτές τις διαδικασίες. Σε αρκετές περιπτώσεις επιταχύνει τη συγκέντρωση κεφαλαίου και σε άλλες διαιωνίζει την κρίση.

Μια άλλη θεματική προσέγγιση πολλών αναλυτών προς την παρούσα κρίση είναι η διερεύνηση πολιτισμικών αιτίων, ανακινώντας τα παλιά ερωτήματα σχετικά με το χαρακτήρα των Αργεντινών. Όλες αυτές οι απόψεις επισημαίνουν την έλλειψη εθνικού σχεδίου. Κριτικάρεται ο «Ιθαγενής Χαρακτήρας» του πληθυσμού καθώς και η έλλειψη εργασιακής κουλτούρας. Αλλά σε αυτές τις επίπονες εξηγήσεις υποτίθεται ότι κάθε πολίτης συμβολιζόμενος ως ένα είδος κοινωνικού τύπου, έχει την ίδια ευθύνη για τη σημερινή κρίση με τους πανίσχυρους κατόχους του πλούτου. Αυτό αγνοεί το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη είναι αυτή που καθορίζει και ενορχηστρώνει την οικονομική πολιτική. Είναι απλά λανθασμένο αυτοί να καταλογίζουν τις αποτυχίες σε ολόκληρο τον πληθυσμό.

Φυσικά η οικονομική κατάπτωση μιας χώρας όπως η Αργεντινή με τόσες πλουτοπαραγωγικές πηγές έχει ιστορικά θεμέλια. Αλλά αυτά δεν συνδέονται με το ταμπεραμέντο των κατοίκων. Αντίθετα συνδέονται με τον αγροτικό μεταχηματισμό της Αργεντίνικης κοινωνικής δομής κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με τις μετέπειτα οικονομικές στρεβλώσεις ενός επιδοτούμενου εκβιομηχανισμού και με την πρόσφατη συστηματική μεταφορά πλουτoπαραγωγικών πόρων έξω από τη χώρα.

Η ίδια κατάσταση επικρατεί στις περισσότερες υπανάπτυκτες χώρες οι οποίες στερούνται «μιας επιχειρηματικής τάξης η οποία να ρισκάρει και να καινοτομεί.» Αλλά αυτό που είναι πιο σημαντικό δεν είναι η συμμόρφωση με αυτή την πραγματικότητα: δεν πρέπει να υποτεθεί ότι αυτό είναι το πεπρωμένο ούτε ότι τίποτα δεν αναμένεται από τις ομάδες οι οποίες παραδοσιακά διαχειρίζονται την εξουσία.

Το μέλλον της χώρας εξαρτάται από τη δράση των λαϊκών αυτών κομματιών του πληθυσμού που αν και βρίσκονται σε πλήρη κοινωνική υποχώρηση έχουν μάθει πώς να διατηρούν τις παλιές παραδόσεις της πάλης και να ενσωματώνουν νέες μορφές αντίστασης σε αυτές. Οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι συνιστούν τη μόνη κοινωνική δύναμη που είναι ικανή να δημιουργήσει μια εναλλακτική πρόταση για να ξεπεραστεί η παρούσα κρίση.

Προτάσεις για αλλαγή

Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να βελτιώσει την οικονομία της Αργεντινής σε ότι αφορά τους απλούς πολίτες εκτός και αν το επίπεδο της υλικής ευημερίας για τις πλατιές μάζες αποκατασταθεί στο επίπεδο της δεκαετίας του 1970. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που αποφεύγουν όλοι οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, οι οποίοι προτείνουν τη συνέχιση της προσαρμογής, και όλοι οι μη φιλελεύθεροι, οι οποίοι επικεντρώνονται σε μια λύση που θα στηρίζεται στην ανταγωνιστικότητα ή στον δασμολογικό προστατευτισμό.

Η διασφάλιση ενός κατώτατου εισοδήματος για τους ανέργους και η αύξηση των μισθών και των συντάξεων για την ενδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης είναι μια απαραίτητη συνθήκη οποιασδήποτε προοδευτικής εναλλακτικής λύσης στην παρούσα κυβερνητική πορεία. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών θα αποκατασταθεί αν ανακληθούν οι μετασχηματισμοί του εργατικού δυναμικού και διασφαλιστεί η σταθερότητα της εργασίας και όχι περιμένοντας για τη «μετάγγιση» των κερδών που οι επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει.

Ο Cavallo επιμένει στην εισαγωγή ενός φόρου στους τρέχοντες λογαριασμούς, την απόδοση των οποίων οι τράπεζες που έχουν καταφέρει να μειώσουν σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων, ή μετατρέποντας τη φορολογία και επιτρέποντας τμηματικές πληρωμές από τις μεγάλες επιχειρήσεις ενώ ταυτόχρονα διατηρείται ένα οπισθοδρομικό ποσοστό ΦΠΑ. Μια άμεση βελτίωση του επιπέδου ζωής για τους μισθωτούς και τους άνεργους είναι απαραίτητη για τη μείωση του χάσματος των εισοδημάτων που χωρίζει το πλουσιότερο 10% από το φτωχό κομμάτι του πληθυσμού, ένα χάσμα το οποίο αυξήθηκε κατά 57% τα τελευταία χρόνια.

Πλουτοπαραγωγικές πηγές

Μήπως υπάρχει έλλειψη πόρων για αυτές τις αλλαγές; Αν κάποιος κοιτάξει τους οφελημένους του μοντέλου θα ανακαλύψει γρήγορα ποιος οικειοποιήθηκε αυτά που αφαιρέθηκαν από τα εισοδήματα των εργαζομένων. Ενώ η χώρα βρίσκεται σε απόλυτη οικονομική μιζέρια 4 Αργεντίνοι φιγουράρουν στη λίστα των 538 πλουσιοτέρων ανθρώπων του κόσμου (Perez Companc, Rocca, Noble και Fortbat). Πολλοί συνδικαλιστές και κοινωνικοί ηγέτες έχουν καταδείξει ότι με την εξάλειψη των «κλοπών» των μεγάλων επιχειρήσεων (αξίας $20 δις) και με την επανεισαγωγή των εισφορών των εργοδοτών στο ασφαλιστικό, τα ποσά τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή σχεδίων εκτάκτου ανάγκης για την υποστήριξη της απασχόλησης και της οικογένειας μπορούν να συγκεντρωθούν αμέσως.

Από αυτή την άποψη ένα πρόγραμμα οικονομικού μετασχηματισμού δεν μπορεί να προωθηθεί χωρίς πρώτα να εξαλειφθούν οι σπάταλες ιδιωτικοποιήσεις με μια επανάκτηση κρατικού ελέγχου όλων των στρατηγικών επιχειρήσεων. Μπορεί να λεχθεί ότι τέτοιες πρωτοβουλίες συνιστούν παραβίαση των συμβάσεων. Αλλά μηπως κατά την τελευταία δεκαετία τηρήθηκαν όλοι οι νόμοι οι οποίοι προστάτευαν τα εργασιακά, κοινωνικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα; Η μόνη διαφορά θα ήταν ότι τώρα για πρώτη φορά η νομοθετική-δικαστική αστάθεια θα στρεφόταν εναντίον αυτών που πλούτισαν χρησιμοποιώντας τους νόμους του κράτους για το δικό τους συμφέρον.

Οπωσδήποτε μια τέτοια απόφαση θα επέφερε οικονομικά αντίποινα αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες, οι βιομηχανίες πετρελαίου και τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα δεν μπορούν να μεταφερθούν έξω από τη χώρα. Σε κάθε περίπτωση το πιο σημαντικό θέμα για την οικονομία της Αργεντινής αποτελεί το εθνικό χρέος. Όσο αυτό παραμένει, η καθημερινή πίεση από τους πιστωτές στα δημόσια οικονομικά δεν θα αφήνει περιθώρια για την υιοθέτηση μέτρων που θα συντελέσουν στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πλατιών μαζών. Έτσι κάτω από τις παρούσες συνθήκες είναι πιο συμφέρον να κηρυχθεί παύση πληρωμών παρά μια παθητική αναμονή της επόμενης κρίσης που θα σημάνει την χρεωκοπία. Μια τέτοια κήρυξη θα συνιστούσε μια κυρίαρχη πράξη που θα επέτρεπε τον επαναπροσανατολισμό των πόρων προς προτεραιότητες κοινωνικών δαπανών και οικονομικής αναζωογόνησης.

Είναι συνηθισμένο να υποθέσει κάποιος ότι αυτό το μέτρο θα έκανε οριακή τη θέση της χώρας στις διεθνείς αγορές. Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί ήδη μέσω της κυβέρνησης η οποία προσπαθεί να τηρήσει ανέφικτες υποσχέσεις; Κάποιοι επίσης προειδοποιούν για τη φυγή του ξένου κεφαλαίου ξεχνώντας ότι όλες οι συμφωνίες εξυπηρέτησης του χρέους δεν προβλέπουν επιστροφή των $100 δις που έχουν δοθεί ως εγγύηση κατατηθέμενα έξω από τη χώρα. Ο κύριος όγκος των πιστωτών δεν είναι κάποιοι σωτήρες αλλά συγκεκριμένες ομάδες επιχειρηματιών διεσπαρμένες σε όλη τη χώρα.

Υπάρχουν πολλές τακτικές για την αντιμετώπιση της παύσης πληρωμών ενός απατηλού χρέους. Η βιβλιοθήκη νομικών αιτίων για την δικαιολόγηση αυτής της μεθόδου είναι τεράστια. Η μόνη πραγματική πρόκληση έγκειται στην αντικατάσταση πομποδών διακηρύξεων με συγκεκριμένες ενέργειες. Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο αγώνας ενάντια στους πιστωτές είναι δυνατός μόνο αν υιοθετηθεί ως μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου οικονομικής αναδιοργάνωσης. Η παρούσα συζήτηση για την οικονομική πολιτική κυριαρχείται από τις αντιφιλελεύθερες προτάσεις της αντιπολίτευσης ενάντια στο επικρατούν μοντέλο. Σε αυτές τις συζητήσεις ο καπιταλισμός θεωρείται ως μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, αποτρέποντας κάθε μελέτη της ιδέας ότι το σύστημα δημιουργεί περιοδικές κρίσεις οι οποίες κάνουν την πλειοψηφία του πληθυσμού να υποφέρει.

Επομένως κάποιος πρέπει να σκεφθεί μια τρίτη σοσιαλιστική επιλογή η οποία δείχνει προς την κατεύθυνση ξεπερασμού της τυραννίας της αγοράς μέσα από δημοκρατικό προγραμματισμό. Μια δημοφιλής εναλλακτική πρόταση που συνίσταται σε βελτίωση της αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού, αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων και παύση πληρωμών, αποτελεί το σημείο εκκίνησης μιας προοπτικής κοινωνικής απελευθέρωσης.

Claudio Katz

16/7/2001 
.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.

Δήλωση της προέδρου της Αργεντινής για την Ελλάδα Θα τελειώσουν άσχημα...
Ερμηνείες και προτάσεις για την οικονομική κρίση της Αργεντινής (του Claudio Katz)
Πως και γιατί φτάσαμε εδώ: Οι βαθιές πολιτικές ρίζες της Ελληνικής χρεοκοπίας 
Η κατάργηση του ελληνικού κράτους ή το νέο ελληνικό αντι-κράτος 

2 σχόλια:

  1. Αξιζε τον κοπο!οι ομοιοτητες ειναι ανατριχιαστικες,καλα,παντου τα ιδια κανουν κ λενε αυτοι οι μαφιοζοι?παντου διαχεουν την ευθυνη σε ολους?[αυτο με τον ιθαγενη Αργεντινο που δεν εχει μαθει να δουλευει,ειναι ολα τα λεφτα,ειχα καταλαβει οτι εφαρμοζουν mind games για να πεισουν τους λαους οτι ειναι ενοχοι ετσι ωστε να δεχτουν αδιαμαρτυρητα τη σφαγη των εργασιακων τους δικαιωματων]

    Αυτο το αρθρο μαζι με το εξισου συγκλονιστικο αρθρο του Καζακη που διαβασα απο σενα πριν λιγες μερες,νομιζω λενε ολη την αληθεια.

    Παυση πληρωμων λοιπον κ οχι αναδιαρθρωση του χρεους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τελικά μήπως αυτοί οι τύποι είναι όντως ρέπλικες; Σαν να έχουν το ίδιο software "σκέφτονται". Χαχαχαχαχα τα μέτρα του Παπακωνσταντίνου! Ρε τι πουλημένα τομάρια είναι αυτά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή