Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

«Μπορεί να γίνει κι αλλιώς;»

σκίτσο του Matteo Bertelli από CartoonMovement
του Γιάννη Κιμπουρόπουλου 

Το παράδοξο με τον αστικό κόσμο είναι ότι καμιά πτέρυγά του δεν υπερασπίζεται αυτό που συμβαίνει. Καμιά πλευρά δεν υποστηρίζει ότι η πολιτική που προωθείται ως μονόδρομος «σωτηρίας» (ποιου; Και από ποιόν;) είναι καλή, δίκαιη και στοιχειωδώς αποτελεσματική. Όλοι προσφεύγουν στο έσχατο επιχείρημα (που περιλαμβάνει και μια δόση απόγνωσης): «Μα, μπορεί να γίνει κι αλλιώς;»

ΣΥΝΕΒΗ με την πρώτη εκδήλωση της κρίσης χρέους, συνέβη με το πρώτο Μνημόνιο, συνέβη με τις αναθεωρήσεις του, που πρόσθεσαν δηλητηριώδεις δόσεις λιτότητας, συμβαίνει τώρα, με τη δρομολογούμενη εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και την «τελική λύση» της Ε.Ε. για την υποτιθέμενη εξημέρωση του θηρίου των αγορών. Το οποίο αποδεικνύεται ανήμερο, όπως φανερώνει η ομοβροντία υποβαθμίσεων ή απειλών υποβάθμισης από τους οίκους αξιολόγησης…

Η αντίδρασή τους δηλώνει με σαφήνεια ότι το θηρίο των αγορών δεν πιστεύει στη λύση. Όχι μόνο για τους αυτονόητους λόγους (μη χάσουν τα λεφτά τους οι τράπεζες - πελάτες τους). Αλλά και γιατί το νέο ευρωπαϊκό «πασπαρτού» διαχείρισης της κρίσης είναι πιθανότερο να τη γενικεύσει παρά να την περιορίσει.

ΠΟΙΑ είναι η αντίδραση των κυβερνητικών αξιωματούχων και όσων συντεταγμένα τάσσονται υπέρ της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» της χώρας στην ταχύτατη και θορυβώδη απαξίωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων; «Μα, μπορούσε να γίνει κάτι άλλο;». Αυτό το ερώτημα - εκβιασμός της κοινωνίας είναι ίσως το μόνο στοιχείο συνοχής του αστικού κόσμου μπροστά στη ρητή ή υπόρρητη παραδοχή ότι το όλο μοντέλο οδηγείται σε φιάσκο.

Οι ασκήσεις αισιοδοξίας του Μαξίμου και κάποιων φανατικών «μνημονιακών» υπουργών αποτελούν γραφική υποσημείωση σ’ αυτό το αδιέξοδο, που ωστόσο δεν τους εμποδίζει να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις ταξικού πολέμου εις βάρος της μισθωτής εργασίας, των δημοσίων αγαθών και του κρατικού πλούτου. Έτσι, σε τελευταία ανάλυση, ανάγουν σε πολιτική ακριβώς αυτό το αδιέξοδο. Γιατί… «δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς».

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να πει κανείς ότι αυτή η ομολογούμενη υπαρξιακή αγωνία του αστικού κόσμου ίσως είναι και καλό πράγμα. Ίσως ανοίγει παράθυρα ευκαιρίας στην κοινωνία. Αλλά στην πραγματικότητα εμπεδώνει σε ευρύτατα στρώματα, χωρίς βαθιές εμπειρίες αντίστασης, μια ψυχολογία απελπισίας. Και, με φόντο αυτά τα συναισθήματα, βρίσκουν ευκαιρίες έκφρασης αυταρχικές, τυχοδιωκτικές, φασίζουσες αντιλήψεις. Που ξεκινούν από τις παγκάλειες περικοκλάδες ότι δημοκρατία και νομιμότητα σημαίνουν παραίτηση από κάθε έκφραση διαμαρτυρίας (που πρέπει να αναχθεί σε έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου), προχωρούν σε δημόσια εγκώμια για το υποδειγματικό υβρίδιο πολιτικού της «νέας τάξης» (τον Γ. Καρατζαφέρη, φυσικά) και καταλήγουν στην υποστήριξη εθνοσωτηρίων λύσεων, σαν αυτές που προβάλλουν μερικά από τα ιερά τέρατα του πάλαι ποτέ εκσυγχρονισμού (βλέπε απόψεις Αλέκου Παπαδόπουλου περί μετώπου των «δυνάμεων του ορθολογισμού»).

Ωστόσο, πρέπει να το παραδεχτούμε: βρίσκουν και τα κάνουν. Το ερώτημα «μα, μπορεί να γίνει κι αλλιώς;», που αναδεικνύει ως μοναδική λύση την κοινωνική καταστροφή και τη μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο των πιστωτών, διατυπώνεται με φόντο την ισχνή επιρροή των εναλλακτικών λύσεων ή και την απουσία τους.

Η ΕΓΓΥΤΕΡΗ εναλλακτική, τουλάχιστον ως λύση συστημική και λύση διακυβέρνησης, είναι αυτή που διατυπώνει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος διεκδικεί την ανάκτηση της ηγεμονίας στον αστικό χώρο, το χρίσμα του πολιτικού «διαχειριστή» της κρίσης. Αλλά ακόμη κι αυτή αφενός βάλλεται με φανατισμό από τις μνημονιακές δυνάμεις -πάλι διά του ερωτήματος «μπορεί να γίνει αλλιώς;»-, αφετέρου χάνεται σ’ ένα θολό σχήμα για λίγες «δόσεις ανάπτυξης» στο πέλαγος της ύφεσης που αποτελεί το Μνημόνιο.

Ο ΚΛΗΡΟΣ πέφτει στην αριστερά. Που θα μπορούσε με πειστικό και λαϊκό τρόπο να πείσει ότι πράγματι, «μπορεί να γίνει αλλιώς», και χωρίς να έρθει η συντέλεια του κόσμου.  
Ξεκινώντας από την ίδια τη φύση της κρίσης που γεννήθηκε στα σκοτεινά dealing room του τραπεζικού συστήματος και φούντωσε σε λαμπερά και θορυβώδη fora των ηγεμόνων της Ε.Ε., τρεις είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους πρέπει να χτιστεί μια νέα λαϊκή αυτοπεποίθηση για το εφικτό μιας πραγματικής εναλλακτικής:

  • Πρώτον, έξοδος από την κρίση χρέους χωρίς να πληρώσουν, και μάλιστα ακριβά, οι βασικοί «παραγωγοί» της, οι τράπεζες, δεν γίνεται. 
  • Δεύτερον, και συνακόλουθο, έξοδος από την ύφεση χωρίς να αποδεσμευτεί ο πλούτος που τρέφει σήμερα τις νεοπλασίες του τραπεζικού Λεβιάθαν πάλι δεν γίνεται
  • Τρίτον, και κρισιμότερο, η διαφυγή της κοινωνίας από τη φυλακή της τοκογλυφίας περνά μέσα από την εξουδετέρωση των δεσμοφυλάκων. 
Κι αυτούς τους αναγνωρίζουμε σαφώς στο πολιτικό σύστημα, που θέτει ως μοναδικό λόγο ύπαρξής του τη διάσωση των πιστωτών. Η σωτηρία περνάει από την κατεδάφισή του. Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου