Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Κύμα νεόπτωχων σε όλη τη χώρα

του Μάκη Ντόβολου

Φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης πρωτοφανή για τη χώρα, τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και μετά, φέρνει η οικονομική κρίση και η εφαρμογή του Μνημονίου καθώς ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ανέργων και κοινωνικά περιθωριοποιημένων οικογενειών θα αδυνατεί να ικανοποιήσει ακόμη και βασικές ανάγκες. Όμως και για πολλούς απασχολούμενους η κατάσταση δεν είναι ρόδινη, αφού η σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος δημιουργεί μια μεγάλη ομάδα «εργαζόμενων φτωχών», ατόμων δηλαδή που ναι μεν εργάζονται αλλά ο μισθός τους επαρκεί μόνο για την κάλυψη των βασικών υποχρεώσεων.

Η μελέτη που συνέταξε ο δρ. Θ. Μητράκος, και περιέχεται σε έκθεση του Οικονομικού Επιμελητηρίου, αποκαλύπτει τις νέες διαστάσεις που λαμβάνει η φτώχεια στη χώρα μας, υπό το πρίσμα της ύφεσης αλλά και των συνεπειών που έχει η εφαρμοζόμενη πολιτική του Μνημονίου. Όπως επισημαίνεται, «οι άμεσες προοπτικές ως προς την εξέλιξη των εισοδημάτων και της ανεργίας κάθε άλλο παρά θετικές δείχνουν να είναι, και δεν είναι καθόλου απίθανο να δούμε για πρώτη φορά κατά τις τελευταίες δεκαετίες σημαντική αύξηση της φτώχειας ακόμη και σε απόλυτους όρους». Με άλλα λόγια όλη η πρόοδος που συντελέσθηκε από τη μεταπολίτευση και μετά θα αρχίσει να αντιστρέφεται, καθώς θα αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων που το εισόδημά τους δεν θα επαρκεί για την επιβίωσή τους, δηλαδή για τη διατήρηση της φυσικής τους δύναμης και υγείας. Παράλληλα βέβαια θα αυξηθεί και το γενικότερο ποσοστό της φτώχειας στη χώρα, απόλυτης και σχετικής, το οποίο και προ κρίσης ήταν το υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για το 2008, το 20% του πληθυσμού της Ελλάδας ή δύο και πλέον εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από το όριο της φτώχειας, έναντι 16% που ήταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης.

Επιπλέον, σημειώνει η μελέτη, καταγράφεται περαιτέρω αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων, οι οποίες ήδη ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ευρωζώνη. Με βάση τα στοιχεία για το 2008, το εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,9 φορές υψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20%, όταν στην Ευρωζώνη ο σχετικός δείκτης ήταν στο 4,8. Όπως υποστηρίζει ο κ. Μητράκος, η μείωση της προοδευτικότητας στη φορολογία εισοδήματος, η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ, αλλά και η καθιέρωση του Ενιαίου Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΕΤΑΚ) οδήγησαν στη δυσανάλογη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των φτωχότερων νοικοκυριών. Επίσης, οι μεγάλες αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα και στα καύσιμα επηρέασαν τους φτωχούς πολύ περισσότερο από τα πιο πλούσια νοικοκυριά.

Σύμφωνα με τον κ. Μητράκο, ο κοινωνικός ιστός φαίνεται πλέον ότι μπορεί εύκολα να διαταραχθεί διότι:
  • Η οικονομική κρίση σε συνδυασμό με τη μερική αποδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας αλλά και την έλλειψη αποτελεσματικού δικτύου κοινωνικής προστασίας, οδηγούν σε κατάσταση ανασφάλειας στρώματα που παραδοσιακά δεν ένιωθαν κάποια «απειλή» (π.χ. νέοι πτυχιούχοι, στελέχη επιχειρήσεων).
  • Καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η προσπάθεια των νέων, κυρίως, ζευγαριών να αποφύγουν την υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου. Αν και αναζητούν τρόπους (δανεισμός, εκποίηση περιουσιακών στοιχείων κ.ά.) ώστε να διατηρήσουν τη δαπάνη τους σε υψηλά επίπεδα, η κρίση έχει στερήσει από τα νοικοκυριά την εύκολη δυνατότητα χρηματοδότησης των αναγκών τους.
Φτώχεια και μεσαία τάξη

Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της μελέτης είναι τα νέα φαινόμενα φτώχειας που εμφανίζονται σε ομάδες του πληθυσμού που μέχρι τώρα ανήκαν στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται από την ομάδα των ηλικιωμένων ατόμων προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών με παιδιά αλλά και προς τους νέους εργαζομένους. Σε αυτό φαίνεται να έχει συμβάλει η δυσκολία πρόσβασης των νέων στην απασχόληση και οι νέες μορφές ευελιξίας της αγοράς εργασίας (μερική απασχόληση, συμβάσεις έργου, εργασία «φασόν» κ.ά.). Επιπλέον, ανάλογες μετατοπίσεις της φτώχειας καταγράφονται από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές και από τους λιγότερο εκπαιδευμένους προς τους πιο μορφωμένους.

Συνολικά διογκώνεται το φαινόμενο που ονομάζεται «φτώχεια των εργαζομένων» (ιδιαίτερα για ορισμένες μορφές οικογενειακής δομής όπως είναι οι μονογονεακές οικογένειες), η οποία αποδίδεται στις χαμηλές αποδοχές σε συνδυασμό με την υποαπασχόληση. Αν και η απασχόληση φυσιολογικά αμβλύνει το επίπεδο της γενικής φτώχειας, εντούτοις οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας τα τελευταία χρόνια, και όχι μόνο μετά την οικονομική κρίση, οδηγούν σε έναν αυξανόμενο αριθμό χαμηλόμισθων, οι οποίοι είναι εξαιρετικά ευάλωτοι στην εργασιακή φτώχεια. Όπως δείχνουν και τα στοιχεία για το 2008, το 14% των εργαζομένων στη χώρα μας ήταν κάτω από τη γραμμή της φτώχειας, έναντι μέσου ποσοστού 8% στην Ε.Ε.-15. Εξαιρετικά υψηλό έναντι των άλλων χωρών (Ε.Ε.-15: 11%) ήταν και το ποσοστό φτώχειας για τους μερικώς απασχολούμενους στη χώρα μας (Ελλάδα: 26%).

Πάντως δυσανάλογα υψηλή συμβολή στη διαμόρφωση της συνολικής φτώχειας εξακολουθούν να έχουν τα μέλη των αγροτικών νοικοκυριών, οι ηλικιωμένοι, τα μέλη νοικοκυριών με αρχηγό απασχολούμενο του πρωτογενή τομέα, συνταξιούχο ή άνεργο, καθώς και τα μέλη των νοικοκυριών με αρχηγό άτομο χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου.

Φτώχεια και παιδιά

Στην Ελλάδα, η παιδική φτώχεια βρίσκεται σε μια διαδικασία διεύρυνσης καθώς, με βάση τα στοιχεία της Εurostat, καταγράφεται μια μετατόπιση των ποσοστών παιδικής φτώχειας σε υψηλότερα επίπεδα μετά το 2002. Αντίθετα με ό,τι συνέβη στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., το ποσοστό των παιδιών μέχρι 15 ετών που ζουν κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας στην Ελλάδα αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια φθάνοντας το 23% το 2008 έναντι 19% το 2005, που σημαίνει ότι περίπου 450.000 παιδιά ζουν και μεγαλώνουν σε φτωχά νοικοκυριά.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε συνθήκες φτώχειας είναι περισσότερο ευάλωτα σε προβλήματα υγείας, έχουν χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, φτάνουν σε χαμηλότερο επίπεδο στην εκπαιδευτική βαθμίδα και τη σχολική αποφοίτηση και αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο ανεργίας. Εφόσον τα οικονομικά προβλήματα συχνά μεταβιβάζονται από τους γονείς στα παιδιά, η φτώχεια αναπαράγεται μέσα στις οικογένειες. Επομένως, η άνοδος της παιδικής φτώχειας οδηγεί σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο σπιράλ φτώχειας που διατρέχει τις γενιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου