Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Φταίμε όλοι;

 από ΑΥΓΗ
του Σταμάτη Μαυροειδή

Είμαστε ήδη μάρτυρες μιας καλά οργανωμένης επικοινωνιακής εκστρατείας, η οποία εκπέμπει αγωνιωδώς το σήμα του κινδύνου: Πρέπει να ενωθούμε όλοι, να στηρίξουμε αδιαμαρτύρητα τα σκληρά μέτρα, να ξεχάσουμε ή να θυσιάσουμε ό,τι πολύτιμο “κεκτημένο” μάς “παραχωρήθηκε” από το κοινωνικό κράτος. Φταίμε όλοι! Ο δήμιος και το θύμα στην ίδια μοίρα, αυτός που συσσώρευσε αμύθητα κέρδη κι εκείνος που εξοντώθηκε από την εκμετάλλευση, είναι επιτέλους ισότιμοι εταίροι. Μαζί λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίσουν την επικείμενη θεομηνία, η οποία απειλεί -προσέξτε- όχι πια το κοινωνικό Κράτος, αλλά την ίδια την Πατρίδα! Στο όνομά της γίνεται η έκκληση, στο όνομά της εκβιάζεται η συναίνεση, απέναντί της είμαστε ολοι υπόλογοι, συνυπεύθυνοι, συμμέτοχοι και... συνένοχοι. Επειδή θεωρούμε ότι η επίκληση αυτής της συλλογικής ενοχής είναι μια καλοστημένη παγίδα, θέσαμε το ερώτημα "Φταίμε όλοι λοιπόν;" ζητώντας απο την Πέπη Ρηγοπούλου, τον Δημήτρη Σεβαστάκη, τον Σταύρο Σταυρίδη και τον Ξενοφώντα Κομνηνό να απαντήσουν αντικρούοντάς το.



Απάντηση σε ένα επίκαιρο ερώτημα 
της Πέπης Ρηγοπούλου
καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


Η έννοια της συλλογικής ενοχής είναι ένα εργαλείο καταπίεσης ή και εξόντωσης ολόκληρων λαών που κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται με εξαιρετικά αποτελέσματα
Το πρώτο που μου έρχεται να απαντήσω στο ερώτημα αυτό είναι ένα απλό "όχι". Έτσι αυθόρμητα και μέσα από το βάθος της ψυχής μου. Δεν είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Δεν ασκήσαμε όλοι εξουσία και σε όσους συνέβη, δεν την άσκησαν στον ίδιο βαθμό και με τον ίδιο τρόπο, όπως και να την αντιλαμβάνονταν, κάθετα είτε οριζόντια. Και επί πλέον κάθε άποψη περί συλλογικής ευθύνης μυρίζει ρατσισμό. Κανένας λαός δεν «φταίει» ολοκληρωτικά. Γιατί αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, τότε μπορούμε εκ των υστέρων να δώσουμε δίκιο στην παράνοια του Χίτλερ, στον Στάλιν που εξόριζε κατά κύματα τις διάφορες εθνότητες στα βάθη της Ασίας, στον Πολ Ποτ που αποφάσιζε να «καθαρίσει» τον δικό του λαό, εξορίζοντας τους αρρώστους από τις πόλεις. Η έννοια της συλλογικής ενοχής είναι ένα εργαλείο καταπίεσης ή και εξόντωσης ολόκληρων λαών που κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται με εξαιρετικά αποτελέσματα. Γιατί βασίζεται σε ένα βαθύ και καθοριστικό δίπολο που κυριαρχεί συχνά στις ανθρώπινες κοινωνίες: Δίπολο που περιλαμβάνει από την μια την τάση δαιμονοποίησης του διαφορετικού από τον θύτη και από την άλλη το αίσθημα ενοχής στην ψυχή του θύματος. Τι είναι και πώς αναπτύσσεται το αίσθημα αυτό; Γιατί σε άλλους είναι έντονο και σε άλλους πιο χαλαρό;

Αρνούμενοι αυτό το δίπολο μπορούμε λοιπόν να ξεφύγουμε τόσο από την αδιέξοδη δαιμονοποίηση των άλλων, ως των απόλυτων κακών, όσο και από την ενοχική δαιμονοποίηση του εαυτού μας. Αυτό που συμβαίνει αυτήν την ώρα στην Ελλάδα είναι αφ' ενός καρπός μιας κρίσης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και ευρύτερα του μοντέλου ζωής και ανάπτυξης του πολιτισμού, και αφ’ ετέρου μιας εσωτερικής κρίσης θεσμών και αξιών που συνοδεύει και επιτείνει την οικονομική. Η περίοδος που ονομάστηκε συμβατικά "μεταπολίτευση" βασίστηκε σε ένα ψέμα, πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα κόμματα και οι διάφορες άλλες εξουσίες. Το ψέμα αυτό ήταν ότι ο ελληνικός λαός -υπό την ηγεσία, υποτίθεται, των αποτυχημένων πολιτικών ηγεσιών του που σήκωσαν ξανά κεφάλι με την πτώση της Χούντας- σύσσωμος αγωνίστηκε για να πέσει η χούντα των Συνταγματαρχών. Έτσι εν μια νυκτί όλοι και όλα απέκτησαν ένα άρωμα ληξιπρόθεσμης αντίστασης.

Η θολή μεταπολίτευση και η νεκρανάσταση των αποτυχημένων πολιτικών ηγεσιών παρήγαγαν σε σημαντικό -αλλά σε καμιά περίπτωση απόλυτο- βαθμό πλατιά στρώματα κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Ένα πλαίσιο όπου το πελατειακό σύστημα, η οικογενειοκρατία, το ρουσφέτι και η κομπίνα έγιναν αυτονόητος τρόπος ζωής. Από την πολιτική της μεταπολίτευσης ο δρόμος ήταν ανοιχτός όχι μόνο για την οικονομική φούσκα του χρηματιστηρίου, αλλά και για την πολιτιστική φούσκα των ταλέντων μιας χρήσεως που πλασάρονται από συμφέρον ή βλακεία από τα μήντια. Τα όρια της ελληνικής ευθύνης είναι περίπου αυτά.

Αλλά και αυτή την ευθύνη είναι αδιανόητο να πούμε ότι την μοιραζόμαστε είτε όλοι οι Έλληνες είτε μόνον οι Έλληνες. Δεν είμαστε όλοι οι Έλληνες που στήσαμε τις κομπίνες με τον Κοσκωτά, το Χρηματιστήριο, τα δομημένα ομόλογα, την Siemens και το Βατοπέδι. Και δεν είναι ελληνικές ούτε οι εταιρείες που από την μια συμβουλεύουν το όποιο ελληνικό κράτος και από την άλλη του σκάβουν τον λάκκο, δεν είναι ελληνικοί οι «οίκοι» και οι αγορές που βυσσοδομούν για να μας γδάρουν, δεν είναι ελληνικά τα μήντια που προωθούν τον ανθελληνικό νεορατσισμό ούτε οι κυβερνήσεις που τα χαϊδεύουν.

Μένει το ερώτημα: Πώς θα αντισταθούμε; Είναι δυνατόν να προκρίνουμε την αυτιστική αποκοπή από την Ευρώπη; Η απάντηση πρέπει να είναι ένα ακόμη κάθετο "όχι". Το ότι δεν υπάρχουν κακοί λαοί ισχύει όχι μόνον για τον εαυτό μας, αλλά και για τους άλλους Ευρωπαίους, με τους οποίους πρέπει να ενώσουμε δυνάμεις. Απαντώντας στο γράμμα «Ενάντια στην τρομοκρατία των αγορών», που απευθύναμε και στους Ευρωπαίους φίλους μας ο Αλμπέρτο μας έγραψε ανάμεσα στα άλλα: «Ας προσέξουμε να μην γίνουν με τίποτε οι λαοί εχθροί μεταξύ τους». Προσθέτω. Ας αγωνιστούμε για να βγούμε μαζί από την κρίση.


Η Ηχώ της ενοχής
του Δημήτρη Σεβαστάκη
ζωγράφος, επίκουρος καθηγητής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Η επιλογή της διαχεόμενης αιτιακής ενοχής είναι πολιτιστική στρατηγική. Δεν δημιουργεί μόνο πολιτικές ενδοτικότητες, αλλά διευρύνει συνεχώς τα συντακτικά στοιχεία του οικονομικού αφηγήματος 
Η μαζική ενοχοποίηση διαχέει την ενοχή με πολλά και ευεργετικά αποτελέσματα: αποεντοπίζει τον συστημικά ένοχο, στενεύει τις αιτίες της κρίσης στα προβλήματα ποιότητας που έχουν τα μεταδικτατορικά μοντέλα αντιπροσώπευσης, νομιμοποιεί -ως παραγωγικά αποτελεσματικότερες- τις αντιδημοκρατικές ανασχέσεις (π.χ. τις ποινικοποιήσεις κινητοποιήσεων ή την καύση στην τηλεοπτική πυρά των απεργών). Ακόμα εξασφαλίζει την πολιτική διαθεσιμότητα των πληττόμενων. 

Η διάχυση της ενοχής συντελείται με εικονογραφική τεχνική. Σχηματίζονται πορτραίτα ενόχων: παραβάτες πολιτικοί (έκπτωτοι μιας τάχα κοινοβουλευτικής κανονικότητας), απεχθείς εργατοπατέρες (ως παραμορφώσεις του «υγιούς», δηλαδή τρεηντγιουνίστικου συνδικαλισμού), δημόσιοι υπάλληλοι (ως εξάρσεις της πελατειακής παρεκτόπισης του καθαρού κράτους και της δημοκρατικής συνθήκης) κ.λπ. Η περίπλοκη συστημική συμμαχία οριζόντιων κομματικών περιοχών, μέσα από τον ψευδή και απλουστευτικό υπερπροσδιορισμό του «κακού», της αιτιακής ρίζας, απαλλάσσει τη δομή του συστήματος από τις ίδιες του τις επιπτώσεις, το ξανασκηνοθετεί. Η αρρώστια, η κρισιακή εκτροπή δηλαδή, είναι οι «μικροβιολογικές μετρήσεις», οι συμπτωματικές εγγραφές στο κοινωνικό σώμα, η περιπτωσιολογική απαρίθμηση. Το «κακό κράτος», ο «εργατοπατερισμός», τα «κομματικά στερεόπρακτα», σε αντιδιαστολή με την αγαθή, αλλά αιχμάλωτη ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Το κατηγόρημα γίνεται συντριπτικό συνάρτυμα του κατηγορήματος. 

Νομίζω ότι η επιλογή της διαχεόμενης αιτιακής ενοχής είναι πολιτιστική στρατηγική. Δεν δημιουργεί μόνο πολιτικές ενδοτικότητες, αλλά διευρύνει συνεχώς τα συντακτικά στοιχεία του οικονομικού αφηγήματος: Κρίση είναι πάντα κάτι ευρύτερο των προσληπτικών δυνατοτήτων των υποκειμένων, κάτι αεριωδώς διαστελλόμενο. Υπάρχεις. εσύ ο εργαζόμενος, εντός του, ως ελαττωματικό και ένοχο υποκεφάλαιο. Συχνά δε, πίσω από την τιμωρητική μαζικοποίηση της «εικονογραφίας», πάει να συνθλιβεί ο πολιτικός και οργανωσιακός πόλος, έτσι όπως συμπυκνώθηκε στη μεταδικτατορία: Η συνδικαλιστική μορφοποίηση, οι κομματικές κατασκευές, τα ποικίλα αφηγήματα - όπως είναι τα έπη της αριστεράς. Όλα αυτά, ως οργανικά μέρη του νεοελληνικού η μεταελληνικού εποικοδομήματος, πρέπει να καταπέσουν. 

Η συλλογική ενοχή είναι το κεντρικό εργαλείο μιας τέτοιας εφόδου. Το αναγνωρίζουμε στις αντιαριστερές και ρεβανσιστικές εμπάθειες προβεβλημένων συστημικών στελεχών που εκτείνονται από τη σοσιαλδημοκρατία ώς τον νεοφασισμό. Βεβαίως η ηθικοπολιτιστική ηγεμονία της αριστεράς ανατρέπεται. Λογικό. Εφόσον δεν μετασχηματίστηκε -από τις γνωστές αδυναμίες και την αυτοαναφορικότητα της ίδιας της αριστεράς- σε θεωρητική υπεραξία και παρέμεινε είτε στον εμπειρισμό της εμπράγματης πολιτικής είτε στην ιδεοκρατική φιλολογία. Το ιδεολογικό, λοιπόν, κέλυφος της αριστεράς παρουσιάζεται εύθραυστο και μαχητό. 

«Φταίμε όλοι, ανισοϋψώς». Νά μια δεύτερη, πιο αληθοφανής, πιο δημοκρατικοφανής διαπραγμάτευση της συλλογικής ενοχής. Μετριάζει το έγκλημα, τις ποινές, τους βαθμούς ανεκτικότητας, τις παραδοχές. Οι «ήπιοι» συνδικαλιστές, οι «συζητήσιμοι» αριστεροί, μπορούν να εισφέρουν στο σύστημα τη θεωρησιακή βεντάλια που έχει ανάγκη για τις ισορροπίες του. Το σύστημα δηλαδή είναι μια ορθή αρχιτεκτονική επιτέλεση και μόνο οι εξαιρέσεις, οι παρεκβάσεις, οι λειτουργικές απροσδιοριστίες του, το καθιστούν ελαττωματικό, όχι όμως μη ιάσιμο. Διορθώνουμε τις εξαιρέσεις (τη συνδικαλιστική εντροπία κ.λπ.), βοηθούσης και μιας «δημοκρατικής» και «λογικής» αριστεράς, και το σύστημα αποκαθίσταται ως συνώνυμο του κύρους της χώρας, ως ανορθωτής του κουρελιασμένου εθνικού-εαυτικού αφηγήματος. 

 Η δεύτερη αυτή τακτική είναι ακόμα πιο κρυπτική του πυρήνα αληθείας. Είναι μια πανούργα διαπλάτυνση των όρων δικαίου που αποσταθεροποιεί κάθε ηθική παραδοχή. Μια «λογική» και «εξυγιασμένη» εξουσία, με μια «λογική» συνδικαλιστική ηγεσία και μια «λογική» αριστερά, μπορεί να υποσχεθούν την αποκέντρωση σε ένα ηθικό παντού. Με αυτή την τεχνική, η διάχυση της ενοχής δεν αποκρύπτει μόνο την αιτία, τους αυτουργούς και την πλανητική οικονομική δικτατορία, αλλά συσσωματώνει και πολλές από τις πολιτικές παραδόσεις. Επανασυστημικοποιεί ολόκληρη την πολιτική βεντάλια, σε μια τερατωδία αυτή τη φορά. Το σύστημα γίνεται αίτιο, παράγωγο και μόρφωμα του εαυτού του. Χωρίς το ενοχλητικό πολιτικό «άλλο», τη ρηξιακή αλλότητα. Συντομότερα, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «αφανισμό της αριστεράς».

Το ενοχικό «εμείς» είναι ένα δηλητηριώδες σκεύασμα 
του Σταύρου Σταυρίδη
επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Πέραν του αμυντικού "εμείς" του συμφέροντος, της εθνικής ταυτότητας και της καλλιεργούμενης συλλογικής ενοχής, ας αναζητήσουμε τα πολλά "εμείς" μιας ζωής που μπορεί να φτιάχνεται από άλλα συστατικά και άλλες αξίες 
Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «εμείς» που τόσο συχνά και εμφατικά χρησιμοποιούν οι κρατούντες για να απευθυνθούν στην κοινωνία στη σημερινή εποχή της κρίσης; Στο όνομα ποιας κοινής μοίρας καλούν την κοινωνία να στηρίξει τις επιλογές τους;

Πρώτα-πρώτα πρόκειται για το "εμείς" μιας φαντασιακής κοινότητας που πρέπει να ξεχάσει, να ξεχνά διαρκώς, τους ανταγωνισμούς και τις αντιστάσεις που την διαπερνούν: «είμαστε όλοι Έλληνες και η χώρα κινδυνεύει, πρέπει λοιπόν να την στηρίξουμε». Τούτο το "εμείς" είναι το "εμείς" μιας κοινής ταυτότητας που απειλείται από τους «άλλους» (τους Γερμανούς, τους μετανάστες κ.ο.κ.).

Έπειτα υπάρχει και ένα "εμείς" που συγκροτείται φαντασιακά ως το "εμείς" ενός κοινού συμφέροντος: για το καλό όλων πρέπει να συμμετάσχουμε σε βάρη και θυσίες, να δεχτούμε περιορισμούς αγαθών και δικαιωμάτων.


Αν το ένα "εμείς" εμφανίζεται ως η αθώα και άδολη υπεράσπιση μιας ταυτότητας χωρίς υστεροβουλίες, το δεύτερο "εμείς" το χαρακτηρίζει ένας υπολογισμός, είναι ένα "εμείς" που πρέπει να υπάρξει για να προστατευτούν όλα τα μεγάλα και μικρά ατομικά συμφέροντα («αν πτωχεύσει η Ελλάδα, όλοι θα χάσουμε»).

Κοινός μηχανισμός οργάνωσης και των δυο "εμείς", η αίσθηση μιας άμυνας απέναντι σε ένα κακό που από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους κρατούντες και τους ισχυρούς του χρήματος εμφανίζεται σαν να είναι φυσική καταστροφή. Κάτι σαν επιδημία, που απειλεί τους πάντες το ίδιο. Χρειάζεται όμως ένα ακόμη πανίσχυρο συστατικό για να ενεργοποιηθεί τούτο το δηλητηριώδες σκεύασμα, που πασχίζει να εξουδετερώσει αντιστάσεις συλλογικές και ατομικές: το ενοχικό "εμείς". Όλοι κάτι έχουμε κάνει για να φτάσει η οικονομία ώς εδώ, μας λένε: Εσύ δεν έκοβες αποδείξεις, εσύ δεν δούλευες αρκετά, εσύ ζητούσες φακελάκι, εσύ ήθελες να διοριστεί το παιδί σου, εσύ… Μικρές και μεγάλες απάτες εξισώνονται σε τούτο το ενοχικό "εμείς" και κάποιοι, συχνά πιο ένοχοι από τους περισσότερους, αναλαμβάνουν τον ρόλο του εξομολογητή ιεροκήρυκα: θα πληρώσουμε όλοι την ευημερία που ζήσαμε εξαπατώντας.

Υπάρχουν δυστυχώς απόψεις που ενώ κρίνουν την κοινωνία, δέχονται σαν πραγματικότητα το εξαναγκαστικό "εμείς", τουλάχιστον σε κάποια από τις εκδοχές του. Το ενοχικό "εμείς" συχνά αποτελεί τη βάση καταγγελιών που προέρχονται από οικολογικές ευαισθησίες: «όλοι μαζί ευθυνόμαστε για την κατάντια του πλανήτη, την κατάντια της Ελλάδας…», λες και αρκεί να γίνουμε όλοι πιο προσεκτικοί στις συνήθειές μας για να πάψει η όποια BP να αφανίζει τη θάλασσα και τον αέρα.

Το συμφεροντολογικό "εμείς", αντίστοιχα, στον καταγγελτικό λόγο κάποιων αριστερών και αναρχικών περιγράφει την κοινωνία ως μια θάλασσα βουλιμικών μικροαστών χωρίς διακρίσεις: το αυθαίρετο πανωσήκωμα στη Νίκαια κάποιου που πασχίζει να δώσει χώρο στο παιδί του εξισώνεται, έτσι, με την αυθαίρετη ή αδήλωτη πισίνα μιας βίλας στην Εκάλη.


Να καταστρέψουμε τη γλώσσα του εξαναγκαστικού "εμείς" δεν σημαίνει να δούμε ξανά την κοινωνία σαν μια απέραντη αρένα αντικρουόμενων συμφερόντων, επιβεβαιώνοντας είτε χιλιαστικές προβλέψεις είτε κυνικές επιλογές. Σημαίνει να αναζητήσουμε, εμείς που δεν χρωστάμε, αλλά μας χρωστάνε, τρόπους να οργανώσουμε την αντίστασή μας. Γιατί τα "εμείς" ως συλλογικότητες αντίστασης, σήμερα παρά ποτέ, μπορεί να γεννήσουν συναντήσεις αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού και, επιτέλους, πραγματικής ανιδιοτέλειας. Πέραν του αμυντικού "εμείς" του συμφέροντος, της εθνικής ταυτότητας και της καλλιεργούμενης συλλογικής ενοχής, ας αναζητήσουμε τα πολλά "εμείς" μιας ζωής που μπορεί να φτιάχνεται από άλλα συστατικά και άλλες αξίες. Όλοι εκείνοι μιλούν για το χρέος. Εμείς χρειάζεται να μιλήσουμε και για το δώρο, την προσφορά. Την προσφορά που μπορεί να γεννά δίκτυα αλληλοστήριξης και αγώνα για ένα αλλιώτικο μέλλον.

Ένα άνισο παζάρι…
του Ξενοφώντα Κομνηνού
συγγραφέας-μεταφραστής
Πρότερο του υπονοούμενου ερωτήματος «τις πταίει;» τίθεται το απώτερα πολιτικό ερώτημα «τι λείπει;» Προς την απουσία αυτή νεύει το βλέμμα του «ριγμένου» κοινού ανθρώπου μας, όταν αναζητάει στήριγμα πέρα από τις δικές του δυνάμεις και δεν το βρίσκει 
Τι ζητάει το συνθηματικό αυτό «όλοι φταίμε», που συνοψίζει κάπως χονδροειδώς το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης, από έναν κοινό άνθρωπο; Την ευθύνη-υπαιτιότητα που αναλογεί στον πολίτη-ιδιώτη για τα προβλήματα της κοινωνίας του; Φοβούμαι πως οι σιωπηρές, ενδιάθετες παραδοχές του συνθήματος αυτού, όπως η έννοια του πολίτη-ιδιώτη, καθώς και εκείνες που αυτή προϋποθέτει, όπως της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών, δεν είναι κάτι το δεδομένο στη σημερινή ελληνική κοινωνία.

Τη συνείδηση του πολίτη πρωτίστως την χτίζουν μέσα στην καθημερινότητά του τα υλικά και άυλα εκείνα αγαθά που του προσφέρει η πολιτεία ως κρηπίδα των ατομικών του επιδιώξεων και που ο ίδιος είναι αδύνατον να προσφέρει εκ των πραγμάτων στον εαυτό του. Ας δούμε από κοντά τον κοινό αυτό άνθρωπο μέσα στις κοινές συνθήκες του βίου του. Ένα μεγάλο μέρος των αγαθών αυτών όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ο άνθρωπός μας δεν γνωρίζει καν ότι του τα οφείλει η πολιτεία, ένα άλλο μέρος πιστεύει ότι του δίνονται χαριστικά και πρέπει να νιώθει υποχρεωμένος και ένα άλλο μέρος είναι τόσο ευτελούς ποιότητας που ο άνθρωπός μας τα παρακάμπτει όταν έχει την δυνατότητα. Από πού λοιπόν θα προέλθει η συνείδηση του πολίτη;

Ο άνθρωπός μας νιώθει την ύπαρξή του «ριγμένη» μέσα στον κοινωνικό βίο του μην έχοντας άλλο στήριγμα πάρεξ τον εαυτό του και τους «δικούς» του. Ούτε βέβαια η πολιτεία έχει συνείδηση ότι συνιστά πολιτεία, αφού οι ζωντανοί φορείς της, οι δημόσιοι λειτουργοί με την ευρεία έννοια, είναι κι αυτοί άτομα «ριγμένα» όπως ο άνθρωπός μας, με τη διαφορά ότι στα ατομικά μέσα τους για να τα «βγάλουν πέρα» χρησιμοποιούν την εξουσία που απολαμβάνουν ως «δημόσιοι λειτουργοί». Γι' αυτό ο κύκλος είναι φαύλος και όχι ενάρετος.

Ούτε όμως ιδιώτης μπορεί να είναι ο ανθρωπάκος μας που παρακολουθούμε. Ιδιώτης υπάρχει μόνο σε αντίστιξη και συνάρτηση με την ύπαρξη μιας διακεκριμένης και οριοθετημένης δημόσιας σφαίρας και αυστηρών αντικειμενικών κανόνων που διέπουν τις σχέσεις τους. Η διάκριση και η αντικειμενικότητα των σχέσεων είναι αδύνατον να συγκροτηθεί, αφού υπονομεύεται διαρκώς εκατέρωθεν από την υποκειμενικότητα των ζωντανών φορέων τους, νοθεύοντας τόσο την υπόσταση του «δημόσιου λειτουργού» όσο και εκείνη του «ιδιώτη». Γι' αυτό και το δημοσιονομικό έλλειμμα συμβαδίζει με το παραγωγικό έλλειμμα. Γι’ αυτό η μόνη δυνατή σχέση που μπορεί να συγκροτηθεί ανάμεσά τους είναι εκείνη του παζαριού, ενός παζαριού όμως εξ ορισμού άνισου και απώτερα πάντα εις βάρος του κοινού ανθρώπου μας. Την άνιση αυτή ανταλλαγή συσκοτίζει το σύνθημα «όλοι φταίμε». Πρότερο του υπονοούμενου ερωτήματος «τις πταίει;» τίθεται το απώτερα πολιτικό ερώτημα «τι λείπει;» Προς την απουσία αυτή νεύει το βλέμμα του «ριγμένου» κοινού ανθρώπου μας, όταν αναζητάει στήριγμα πέρα από τις δικές του δυνάμεις και δεν το βρίσκει.


πηγή εικόνας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου