Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Περίεργες μέρες

(πηγή)
του Κώστα Καναβούρη
από την

Περίεργες μέρες. Ακόμη και η απελπισία μοιάζει κουρασμένη. Χωρίς οργή. Ακόμη και το "περιθώριο" κατάντησε μια αυτάρεσκη πολυτέλεια αναίμακτης επίδειξης. Δίχως τραύματα, δίχως ήττα. Και δεν μιλάμε φυσικά για το αληθινό περιθώριο, που συσκοτίζεται ολοένα και περισσότερο γεννώντας άλλοτε την ορδή της απόλυτης φτώχειας και άλλοτε το αβγό το φιδιού. Δύσκολες μέρες, γονατισμένες. Καλά - καλά δεν φτάνουν μέχρι τα αυτιά σου. Λες και όλα όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν κάπου αλλού, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, σε κάποια άλλα όντα. Περίεργες μέρες.

Κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και ο καθρέφτης χάνει το νόημα και την υπόστασή του. Κοιτάζεις τον διπλανό σου και δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Κάνεις να κοιτάξεις στ' αλήθεια και το ταξίδι μέχρι τα μάτια του είναι αδύνατο. Κάνεις ν' απλώσεις το χέρι σου και το χέρι δεν υπάρχει. Έτσι θα προχωρήσουμε; Διαβάζεις τα ελεύθερα, ας πούμε, έντυπα με το σηκωμένο φρύδι και την πιο σηκωμένη μύτη στα τρέχοντα, αυτά τα έντυπα που μυκτηρίζουν κάθε άποψη που προέρχεται από την αριστερά, που εξοργίζονται με κάθε τι το οποίο δεν είναι τόσο "έξυπνο" τόσο "μοντέρνο", τόσο "απελευθερωμένο" ώστε να ανήκει στον κόσμο τους, και απορείς και εξίστασαι. Για να μην πούμε ότι στο τέλος απορείς με το να εξίστασαι. Και δεν εξίστασαι πια. Ούτε και απορείς. Και δεν αναρωτιέσαι πια πού κατοικεί όλος αυτός ο υπέροχος, ξένοιαστος, ελεύθερος κόσμος, ο τόσο προχωρημένος και αξιοζήλευτος. Πού βρίσκεται αυτή η υπέροχη ανήσυχη πόλη με τα άπειρα στέκια της, τους αλλεπάλληλους οργασμούς της πρωτοπορίας της, τη σκοτεινή ιλαρότητα των πρωτοπόρων επιλογών της.

Και γιατί να απορήσεις άλλωστε; Και γιατί να μιλήσεις; Αυτό όμως είναι η κούραση. Να μην μπορείς να μιλήσεις γιατί δεν υπάρχει κανένας να σε ακούσει. Αλλά έτσι οδηγούμαστε στην τρέλα, αφού σκέψη που δεν την εμπιστεύεσαι ξεχνιέται και χάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κι εσύ πνίγεσαι μέσα στην πλησμονή των σκέψεων.

Ας μην ξεχνάμε (ποιοι άραγε;) ότι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αυτοκτόνησε ένας πολύ μεγάλος αρχιτέκτονας, ο Άρης Κωνσταντινίδης. Οπαδός και τραγικός ιδαλγός μιας πόλης που θα ήταν πραγματική. Και δεν υπήρξε, τουλάχιστον μέχρι τώρα που οι μέρες γίνονται ολοένα και πιο περίεργες, ολοένα και πιο κουρασμένες, προσπαθώντας να κατανοήσουν τον εαυτό τους χωρίς να το καταφέρνουν. Γιατί οι μέρες της πόλης είμαστε εμείς' κι εμείς είμαστε πολύ κουρασμένοι για να ψάξουμε τους χάρτες της πόλης όπου κατοικούμε και τους χάρτες της χώρας βέβαια όπου κατοικούμε.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα έντυπα "ελεύθερης" κυκλοφορίας (δεν είναι της ώρας να εξηγήσουμε εδώ το νόημα της ελευθερίας): τα διαβάζεις και αναρωτιέσαι (στις στιγμιαίες εκλάμψεις που το καταφέρνεις) ποιος να είναι άραγε ο τοπωνυμικός της χάρτης. Πού βρίσκονται τα αστυνομικά της τμήματα όπου καταταλαιπωρούνται ανθρώπινες ψυχές και ζωές; Πού βρίσκονται τα νοσοκομεία της όπου πολλές φορές ο πόνος και η ταλαιπωρία είναι το άλλο όνομα της φρίκης; Πού βρίσκονται τα σχολεία όπου προετοιμάζεται η αυριανή υποταγή και όπου οι δάσκαλοι ξεπέφτουν στην κούραση; Πού βρίσκεται η κτηνωδία των δρόμων της και τόσα άλλα; Πού βρίσκονται; Πουθενά.

Η πόλη αυτή δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει θάνατος. Υπάρχει μόνο δραματική νωχέλεια και συγκλονιστικά αφηγημένη πεποίθηση για ζωή. Αν όμως δεν υπάρχει θάνατος, τότε δεν υπάρχει και ζωή. Αλλά αυτό μην το πεις, γιατί οι μέρες είναι περίεργες. Μέρες μιας κούρασης δογματικής που, ως φυσική συνέπεια, έχουν αντικαταστήσει τις μέρες της δογματικής, απόλαυσης και της δογματικής ευπιστίας. Και τώρα που ο δογματισμός εκπνέει, πνιγμένος μέσα στα ίδια του τα λύματα εσύ ψάχνεις να βρεις πού είναι το σπίτι σου, πού είναι η πόλη σου, πού είναι η χώρα σου. Περίεργη κατάσταση. Περίεργες μέρες.

Τσαρλατάνοι βγαίνουν και σου εξηγούν ότι βρίσκεσαι στην κόλαση. Τσαρλατάνοι βγαίνουν και σου εξηγούν ότι ο μόνος δρόμος είναι η κόλαση επειδή παράδεισος δεν υπάρχει. Οι ίδιοι τσαρλατάνοι (οι ίδιες προσωπίδες που εξακολουθούν να καμώνονται τα πρόσωπα) που σου εξηγούσαν ότι κόλαση δεν υπάρχει και υπάρχει μόνο παράδεισος, αρκεί να τους πιστέψεις.

 Έτσι και τώρα. Υπάρχει μόνο κόλαση, αρκεί να τους πιστέψεις. Στην πόλη, σου λένε, δεν υπάρχει εξουσία. Δεν υπάρχει σπατάλη εξουσίας που αντικαθιστά την πειθώ με τη δυνάστευση, τη σκέψη με τον τυφλό φόβο, την εκκωφαντική ψευδοοικονομική διάσταση του κόσμου, με την ελεύθερη φαντασία μιας ουσιαστικά έκπαγλης δυνατότητας του οικονομείν. Τίποτα δεν υπάρχει. Η πόλη δεν συλλογιέται γιατί είναι ένα συνάθροισμα ευπαθών ομάδων που παίζουν το φριχτό παιχνίδι "όλοι εναντίον όλων", με όρους επίθεσης των φτωχών εναντίον των απελπισμένων και τούμπαλιν. Μεγάλη κούραση. Χωρίς οργή.

Περίεργες μέρες. Φονικές. Γι' αυτό και το πιο διαδεδομένο έγκλημα -ήσυχο έγκλημα, όπως όλες οι τερατωδίες- των ημερών στον τόπο μας, στην πόλη που δεν ζούμε, αλλά ζούμε, είναι η παιδοκτονία. Σφαγή κανονική: Να βρεις δουλειά. Μην ονειρεύεσαι. Δεν υπάρχει μέλλον. Σε σφάζω. Υποτάξου. Γίνε τίποτα. Μην μιλάς. Πληρώνω φροντιστήρια, κύριε υπουργέ, έχει επτά πτυχία και μιλάει χίλιες γλώσσες, κύριε υπουργέ. Παιδοκτονία. Βασική προϋπόθεση και της πατροκτονίας βέβαια.

 Ας ησυχάσουμε όμως. Αυτή η πόλη δεν υπάρχει. Ας ησυχάσουμε τώρα. Απλώς η πραγματικότητα είναι ακατανόητη. Όπως πάντοτε. Από καταβολής κόσμου. Κάπως έτσι ξεκίνησε το εμπόριο μήλων, οι τσάντες από δέρμα φιδιού και φυσικά η βιομηχανία της μόδας που ξεκίνησε από ένα φύλλο συκής. Μόνο που από τον παράδεισο μεταφέρθηκε στην Ασία. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία κούρασης.

.-.-.-.-.


από MrAnywhere1

Απ' το παράθυρο κοιτώ - Ορφέας Περίδης 
στίχοι, μουσική: Ορφέας Περίδης
απο το δίσκο: Απ' το παράθυρο κοιτώ (2004)

Απ' το παράθυρο κοιτώ
σαν το χαιβάνι σα φυτό
που βλέπει έξω ένα ποτάμι
μα τους χωρίζει ένα τζάμι

Έξω βουβοί περαστικοί
κανείς δεν έχει τι να πει
κι εγώ στους γυάλινους τους θόλους
ο πιο αμίλητος απ' όλους

Βρέχει στο τζάμι μου κι εγώ
πίνω τ' αμίλητο νερό
την παγωμένη μου οθόνη
περνά η ζωή και τη θολώνει

Έξω αστράφτει και βροντά
ρωτώ κανείς δεν απαντά
βλέπουν στο τζάμι τη μορφή μου
μα δεν ακούνε τη φωνή μου

Απ' το παράθυρο κοιτώ
σαν το χαιβάνι σα φυτό
που βλέπει έξω ένα ποτάμι
μα τους χωρίζει ένα τζάμι

Έξω βουβοί περαστικοί
κανείς δεν έχει τι να πει
κι εγώ στους γυάλινους τους θόλους
ο πιο αμίλητος απ' όλους

Βρέχει στο τζάμι μου κι εγώ
πίνω τ' αμίλητο νερό
την παγωμένη μου οθόνη
περνά η ζωή και τη θολώνει

1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετο,οχι μονο ως κειμενο.Τρομερη δυναμη γραπτου λογου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή