Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Η Μεγάλη (Εκλογική) Αριστερά: τρεις στο λάδι, τρεις στο ξύδι;

της Ντίνας Τζουβάλα
από REDNotebook

Ήταν τελικά η Αριστερά πρώτη δύναμη στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου; 

Ένα εκλογικό αποτέλεσμα σαν αυτό της πρώτης (κυρίως) Κυριακής μπορεί και πρέπει να αναγνωστεί από πολλές οπτικές γωνίες. Κι αυτό, ώστε να έχουμε μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα μιας πραγματικότητας αντιφατικής, της οποίας οι αντιφάσεις και τα «παράδοξά» φαντάζουν αγεφύρωτα. 

Πολλά είναι τα στοιχεία τα οποία τα μπορούσαν να τραβήξουν την προσοχή μας:
 

* Η πτώση των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ, που όμως δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη άνοδο της ΝΔ, σηματοδοτώντας ίσως το τέλος του μεταπολιτευτικού σχήματος, όπου η πτώση του ενός πόλου του δικομματισμού συνοδευόταν απ την άνοδο του άλλου.
 

* Η αναμφισβήτητη επιτυχία του ΠΑΣΟΚ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, όπου δια της «μεταμφιέσεως», του χρήσιμου ρόλου της Δημοκρατικής Αριστεράς και των Οικολόγων και την αόριστη ρητορεία κατά της «συντήρησης» και υπέρ της  προόδου (δίλημμα ιδιαίτερα επίκαιρο τον 18ο  αιώνα...), το κυβερνόν κόμμα κατάφερε να κερδίσει τους δύο κομβικότερους δήμους της χώρας.
 

* Η ανησυχητικά εντυπωσιακή άνοδος της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής στο Δήμο Αθηναίων, η οποία, με 10.000 ψήφους και επωφελούμενη ως έναν βαθμό από την αποχή, εξέλεξε για πρώτη φορά δημοτικό σύμβουλο.
 

* Τέλος, η σαφής τάση μεγάλου ποσοστού των ψηφοφόρων να κινηθούν προς το αριστερό φάσμα του πολιτικού σκηνικού. Κύριος εκφραστής αυτής της υπαρκτής τάσης έγινε το ΚΚΕ, το οποίο κατέγραψε ένα ποσοστό 11% επί της έγκυρης ψήφου, αυξάνοντας και τον αριθμό των ψηφοφόρων του.
 

* Ο ΣΥΡΙΖΑ -παρ όλο που είχε υποστεί δύο διασπάσεις- κράτησε σταθερά τα ποσοστά του στο 4,5%, χωρίς όμως να καταφέρει να γίνει προνομιακός εκφραστής της εξ αριστερών αμφισβήτησης της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, ενώ το φιλόδοξο (εάν όχι βολονταριστικό) εγχείρημα του διεμβολισμού του κυβερνώντος κόμματος με την υποψηφιότητα Μητρόπουλου στην περιφέρεια Αττικής, απέτυχε.
 

* Τουλάχιστον εντυπωσιακή κρίνεται η καταγραφή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οποία κατάφερε να εκλέξει 5 περιφερειακούς και αρκετούς δημοτικούς συμβούλους πανελλαδικά και να καταγράψει ένα ποσοστό της τάξης του 1,8% .
* Μαζί με τα παραπάνω αξιοσημείωτες ήταν οι καταγραφές τόσο των Οικολόγων Πράσινων όσο και της Δημοκρατικής Αριστεράς στην περιφέρεια Αττικής, με ποσοστά κοντά στο 4%.

Το σημαντικό όμως ζήτημα δεν είναι  η απλή καταγραφή και αναφορά στατιστικών στοιχείων, αλλά ποια ερμηνεία τους δίνεται. Δεν χαράσσουν οι αριθμοί πολιτική, αλλά ο τρόπος που τους προσεγγίζουμε. Σε μεγάλο βαθμό δε, η ερμηνεία αυτή - όσο τουλάχιστον επηρεάζει την τακτική της Αριστεράς – καθορίζει και την περαιτέρω διακύμανση των αριθμών. Ακόμα περισσότερο, μάλιστα, την εξέλιξη των αγώνων στην ελληνική κοινωνία.

Όμως, την επαύριο της 7ης Νοεμβρίου, μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας και των εντός της Αριστεράς τοποθετήσεων έχει αφιερωθεί σε  ένα ιδιότυπο μαθηματικό πείραμα, αμφίβολης ορθότητας -και χρησιμότητας. Εκκινώντας από μιαν ορθή αντίληψη για την αναγκαιότητα της ενότητας της αριστεράς, επιχειρείται επί χάρτου να αθροιστούν ποσοστά με τρόπο εν πολλοίς αυθαίρετο: 14% το ΚΚΕ και 6% ο ΣΥΡΙΖΑ και 4% οι Οικολόγοι και 4% η ΔHΑΡΙ και 2% η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και 2% ο Αλαβάνος ... ίσον 32%. Αν δε σ΄ αυτό προσθέσουμε και τους μισούς ψηφοφόρους του... περίπου αντιμνημονιακού Δημαρά,  καταλήγουμε σε ένα ποσοστό του 40% και μια Αριστερά πρώτη δύναμη.

Προεκτείνοντας το συλλογισμό, ισχυρίζομαι μια τέτοια Αριστερά θα αποτελούσε πόλο έλξης για ένα μεγάλο κομμάτι όσων απείχαν, οπότε η Αριστερά στην Αττική θα είχε περίπου 60%. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα είχε λάβει ένα σαφές μήνυμα: λαϊκή εξουσία  με αντινεοφιλελεύθερο, αντι-μνημονιακό (ή περίπου αντι-μνημονιακό), αντικαπιταλιστικό, αντικατοχικό πρόταγμα που παράλληλα θα σέβεται τον καθαρά αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών και δεν θα ΄ναι ούτε αριστερά ούτε δεξιά, αλλά… μπροστά.

Δεν αμφιβάλλω ότι αυτή η τάση προς τα αριστερά γεννά ελπίδες. Ούτε βεβαίως ότι η πολυδιάσπαση της Αριστεράς της στερεί σημαντικό κομμάτι της δυναμικής της και της κοινωνικής της «επικινδυνότητας». Εν τούτοις, οι αποτελεσματικές κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες ποτέ δεν έγιναν με αθροίσεις ποσοστών και σε πείσμα των υπαρκτών διαφωνιών. Αντίθετα, όταν έγιναν τέτοιες προσπάθειες χωρίς πραγματική σύγκλιση και συνάντηση στους αγώνες και στις αντιλήψεις, οδήγησαν σε περαιτέρω διασπάσεις. Αναδεικνύοντας και παροξύνοντας, έτσι, τις αντιφάσεις των εγχειρημάτων και των χώρων που τα συγκροτούσαν, οδήγησαν πολλές φορές στη συνολική απαξίωση της Αριστεράς. Δεν μας χρειάζονται άλλα κοινά προγράμματα και πορίσματα σήμερα. Ούτε και είναι απαραίτητο ή χρήσιμο σήμερα η Αριστερά να έχει ένα μόνο πολιτικό υποκείμενο.

Αν ισχύουν τα παραπάνω, δύο είναι τα καίρια -και επιλύσιμα- ερωτήματα που έχει η Αριστερά ενώπιόν της σήμερα. Πρώτον, η κοινή δράση. Δεύτερον, η ανασύνθεση όσων τμημάτων θέλουν και μπορούν να ανασυντεθούν.
 

1. Η κοινή δράση στους αγώνες είναι δυνατόν να συσπειρώσει ευρύτατα τμήματα, όχι μόνον της Αριστεράς, αλλά και ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που δεν φαίνονται διατεθειμένοι να δεχθούν την πλήρη κατεδάφιση μισθών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων - έστω κι αν επί του παρόντος δεν φαίνονται έτοιμοι να αποδεσμευθούν από τον πολιτικό τους φορέα. Οι αντιφάσεις και οι έντονοι διαξιφισμοί εντός της ΠΑΣΚΕ, για παράδειγμα, πιθανώς να δίνουν χώρο για αξιόλογες μεταβολές στο συνδικαλιστικό τοπίο. Εν πάση περιπτώσει, όμως, η συμπαράταξη και η κοινή δράση των παραπάνω δυνάμεων και αναγκαία είναι και δυνατή. Αρκεί να λάβει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να πιέσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου η διασπαστική -αλλά φαινομενικά δυναμική αντίδραση προς το ΠΑΣΟΚ-, κέρδισε έδαφος, συγκρινόμενη με την αμηχανία και την εσωστρέφεια της υπόλοιπης Αριστεράς.
2. Το ζήτημα της ανασύνθεσης έπεται των παραπάνω. Προϋποθέτει δε τη συνάντηση στο κίνημα - ειδάλλως, μιλάμε για επίπλαστη ενότητα από τα πάνω, προβληματική όχι μόνο για λόγους αριστερής ηθικής, αλλά επειδή ανά πάσα στιγμή είναι ευάλωτη στη διάλυση. Φανταστείτε απλώς ένα κόμμα στο οποίο θα έπρεπε να συνθέσουν -ή, χειρότερα, να αποφασίσουν δια της πλειοψηφίας- οι φοιτητές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το δεξιό τμήμα της ΔHΑΡΙ. Όλα τα ερωτήματα της πρώτης και της δεύτερης  Διεθνούς (!) θα έπρεπε να ξανατεθούν στο τραπέζι και να συζητηθούν εξ αρχής. Ισχυρίζομαι -επιτρέψτε μου αξιωματικά- ότι αυτό θα πήγαινε την Αριστερά και το κίνημα κυριολεκτικά 130 χρόνια πίσω.

Σε όλα τα ερωτήματα υπάρχουν περισσότερες της μιας απαντήσεις - εύκολες και δύσκολες. Η επίκληση στην ενότητα είναι κατ΄ αρχήν σωστή, αλλά προκαλεί διασπάσεις όταν γίνεται χωρίς όρους και στόχους. Ίσως, εν τέλει, να πρέπει να επανεξετάσουμε τη θέση ότι η Αριστερά είναι αδύναμη επειδή είναι διασπασμένη. Ίσως ο ισχυρισμός ότι η Αριστερά είναι διασπασμένη ακριβώς επειδή είναι αδύναμη να αποτυπώνει καλύτερα την πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, θα πρέπει να βάλουμε στον εαυτό μας καθήκοντα πολύ δυσκολότερα από τις μαθηματικές ακροβασίες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου