Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Αναδιάρθρωση της ιδεολογίας;

«Οι δαίμονες έξω από το Αρέτσο»,
Τζιότο ντι Μποντόνε, π. 1296 (πηγή)
του Νικόλα Σεβαστάκη 
από τα Ενθέματα 

Μπορεί να κάνει κανείς παρακινδυνευμένες υποθέσεις για αυτό που συμβαίνει τώρα, στον παρόντα χρόνο, στη συγχρονία; Θα έλεγα ότι είναι ίσως η στιγμή που χρειάζεται για κάτι τέτοιο, παρά τη δυσπιστία που γεννούν πάντοτε οι ασκήσεις πολιτικής φαντασίας σε συγκυρίες αστάθειας και άδηλων εξελίξεων.

Ξεκινώ λοιπόν από κάτι που λίγοι θα το αμφισβητούσαν: ο κυβερνητικός δρόμος ή αλλιώς η εφαρμοσμένη μνημονιακή «αναμόρφωση» δεν φαίνεται να διαθέτει ενεργητικά κοινωνικά στηρίγματα, ισχυρές και κυρίως θετικές συναινέσεις. Από την αρχή σχεδόν επιχειρείται στη βάση της ψυχολογίας του φόβου, των επαγγελματικών κερματισμών, των ατομικών αναδιπλώσεων που φτιάχνουν ποικίλες στρατηγικές αυτοσυντήρησης ή διάφορες τεχνολογίες απόδρασης και αποστασιοποίησης από ένα καταθλιπτικό συλλογικό σκηνικό.

Η παγωμένη κοινωνική ατμόσφαιρα, αυτός ο χώρος μεταξύ δυσθυμίας, κυνικής απαρέσκειας και μαρμαρωμένης αποδοχής του αναπόφευκτου, είναι συνάρτηση των δυο μεγάλων εποχικών μεταβλητών: του ακραίου κερματισμού από τη μια και των αυτοσυντηρητικών ή «αναχωρητικών» διαθέσεων από την άλλη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο υπέδαφος ευνοεί ή δυσχεραίνει ιδεολογικές αναδιαρθρώσεις. Και αν υποθέσουμε ότι τούτο συμβαίνει, ένα δεύτερο ερώτημα αφορά τους προσανατολισμούς που διευκολύνονται ή αναστέλλονται.

Στο βαθμό που η αφετηριακή παραδοχή είναι ότι δεν υφίσταται ακόμα ένας συνασπισμός κοινωνικών δυνάμεων υπέρ της «αναμόρφωσης», θα πρέπει να φανταστούμε κάτι άλλο: ότι η κυβέρνηση και οι μερίδες των ελίτ οι οποίες αναγνωρίζονται στρατηγικά στο μνημονιακό πρόγραμμα πρέπει να αναζητήσουν συμφωνίες σε άλλα πεδία πολιτικής, σε πεδία συγκεκριμένα εκτός του ζοφερού πυρήνα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Λέμε βέβαια ότι όλες οι περιοχές της συλλογικής ζωής επηρεάζονται ή διασχίζονται από τις θεσμικές και υλικές συνέπειες του Μνημονίου. Αυτή η --ορθότατη-- θέση ωστόσο υποτιμά τους διαφορετικούς χρόνους, τις ασυμμετρίες έντασης με τις οποίες εισπράττονται οι μεγάλες αλλαγές στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και αυτές τις διαφορές έντασης αλλά και νοήματος μπορεί να τις αξιοποιήσει κάποιος που δεν διαθέτει κοινωνική συναίνεση αλλά θα ήθελε, στην παρούσα φάση, να αποκτήσει περισσότερα αποθέματα ανοχής και τη συμφωνία κάποιων κρίσιμων ακροατηρίων. Όλα επηρεάζονται και θίγονται, όχι όμως ομοιόμορφα και ομότροπα. Επομένως οι κυρίαρχες δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα κινήσεων που μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από τη ζώνη της απαγορευμένης συζήτησης (το πρόγραμμα «διάσωσης της χώρας», το νέο «πατριωτικό» χρέος προσαρμογής) σε πεδία ανοιχτά στην ιδεολογική διαφοροποίηση. Και η πιο παγωμένη κυβέρνηση χρειάζεται και αυτή κάποιες δόσεις ξεπαγώματος ή ευελιξίας στο επίπεδο των αξιακών προθέσεων.

Πάνω λοιπόν στο υπέδαφος των κερματισμών και των αποδράσεων κάθε λογής, ανοίγεται μια ευκαιρία για τον σοσιαλθατσερικό δρόμο. Θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, η επανεκκίνηση της κουρασμένης διαιρετικής τομής προοδευτικές/συντηρητικές αξίες και των επιμέρους ενσαρκώσεών της. Στη συγκεκριμένη συγκυρία κάτι τέτοιο θα ήταν μια προσπάθεια μετατόπισης από το μέτωπο της επίθεσης στην εργασία στο επίπεδο μιας υποθετικής συνάντησης όλων των «έλλογων» υποκειμένων του αστικού-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού εναντίον διαβόητων αντιπάλων: είτε των συντηρητικών εκκλησιαστικών κύκλων είτε, πολύ περισσότερο, της ενδυναμωμένης νεοφασιστικής απειλής ή ακόμα των αντιδραστικών φωνών που επεμβαίνουν σε ζητήματα οργάνωσης της γνώσης και της εκπαίδευσης.

Μια τέτοια πρόταση μετατόπισης πιστεύω ότι προαναγγέλλεται με την εκλογή Καμίνη και Μπουτάρη, αλλά κυρίως με την επανεμφάνιση του θέματος της αφυπνισθείσας «κοινωνίας των πολιτών». Η ξεχασμένη κυρία επανέρχεται στη δημοσιότητα στα πλαίσια ενός ευρύτερου λόγου που αμφισβητεί το κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης, σύστημα το οποίο αναπαριστάνεται απολύτως αρνητικά ως αποθέωση της πελατειακής παθολογίας και του «αρχαϊκού-αριστερού» ηγεμονισμού.

Είναι προφανές πως η αναζήτηση πολιτισμικών συναινέσεων και συμβολικών συναντήσεων σε αυτό το έδαφος προορίζεται, κυρίως, για την Αριστερά και τον κόσμο της. Αλλά για ποια Αριστερά; Ας πούμε, χάριν συντομίας, ότι διαθέτουμε αισίως τουλάχιστον τέσσερεις οικογένειες που διεκδικούν το γένος. Μια οικογένεια που αυτοθαυμάζεται σφυρηλατώντας με επιτυχία την τελετουργική της συσπείρωση (ΚΚΕ), μια οικογένεια που διαμορφώνεται ως «χρήσιμη δύναμη» για επιδιορθώσεις της καθημερινότητας (ΔΗ.ΑΡΙ., Οικολόγοι Πράσινοι), μια οικογένεια στρατηγικής ανατρεπτικής καθαρότητας (ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλοι) και τέλος μια οικογένεια που εδώ και καιρό κάνει τα πάντα για να μην είναι οικογένεια (Συνασπισμός και ΣΥΡΙΖΑ).

Για να μην κρυβόμαστε, οι δεύτερες σκέψεις των κυβερνώντων για κάποια μετατόπιση της ατζέντας καθιστούν ευάλωτη ιδιαίτερα την τελευταία οικογένεια. Επειδή ακριβώς αυτός ο χώρος φιλοξενεί ανέκαθεν αιτήματα πολιτισμικής χειραφέτησης και βεβαιωμένες ευαισθησίες υπέρ ενός κριτικού νεοδιαφωτισμού. Επειδή, δηλαδή, υπάρχει ήδη μια πολιτισμική ευαισθησία που θα μπορούσε, όπως πιστεύουν ή και προσδοκούν πολλοί, να μπει μπροστά σε διαμάχες αξιών όπου οι συμβιβαστικοί σοσιαλφιλελεύθεροι δεν θέλουν να εκτίθενται (όπως ακριβώς είχε συμβεί στην εποχή Χριστόδουλου με τις ταυτότητες). Προς μια παρόμοια κατεύθυνση στρέφει τις προσπάθειές του ο χώρος ο οποίος επενδύει κυρίως σε πραγματιστικές διορθώσεις των κακώς κείμενων «με καλή διάθεση» (ΔΗ.ΑΡΙ. και Οικολόγοι Πράσινοι). Σε αυτό το χώρο πολλές φωνές ενθαρρύνουν την γρήγορη μετάβαση από το κοινωνικό στο πολιτισμικό, από το σοσιαλισμό στην κοινωνική ευαισθησία και στους προωθητικούς προοδευτισμούς.

Όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν είμαι αισιόδοξος για τις δυνατότητες μιας αποτελεσματικής αριστερής απάντησης σε παρόμοια τεχνάσματα του αντιπάλου. Όχι μόνο για τους γνωστούς λόγους με το Συνασπισμό και το ΣΥΡΙΖΑ. Πιστεύω ότι δεν έχει συνειδητοποιηθεί επαρκώς η πολιτική ήττα που έχει υπάρξει μέχρι στιγμής απέναντι στο άτεγκτο νεοφιλελεύθερο «αναμορφωτικό» σχέδιο. Μια πολιτική ήττα είναι ήδη εδώ με την πρόδηλη στροφή τόσο μετριοπαθών όσο και ριζοσπαστικών ή ακόμα και «αντικαθεστωτικών» φορέων προς ένα είδος πολιτιστικής αντι-πολιτικής, προς την μακάρια χώρα των εναλλακτικών αυτοθεσμίσεων. Από τον κόσμο του έντεχνου αναρχισμού ως τον κόσμο που βρήκε εικόνα στον συμπαθή κύριο Αμυρά κερδίζει πλέον έδαφος η ιδέα της αναχώρησης από το δύσοσμο και καταθλιπτικό σκηνικό της λεγόμενης «παραδοσιακής» πολιτικής. Το αμεσοδημοκρατικό ξαναγίνεται μόδα σε ένα ευρύ τόξο που αρχίζει από τους αντιεξουσιαστές και καταλήγει στους νέους ακτιβισμούς αλλαγής τρόπου ζωής.

Δεν είναι φυσικά πολιτική ήττα η αναζήτηση νέων πεδίων διανοητικής και πολιτισμικής ενεργοποίησης των πολιτών. Μια τέτοια αναζήτηση μπορεί να πει κανείς ότι εμπλουτίζει τον κοινωνικοπολιτικό ριζοσπαστισμό με διαφορετικές ποιότητες και προκλήσεις σε ιδέες και εμπειρίες. Είναι όμως ήττα η αποσύνδεση του μικρο- και του μακρο- και η επένδυση είτε στην «έξοδο» είτε στην αγαθών προθέσεων «μερικότητα» ως υποκατάστατα για συλλογικές πολιτικές απαντήσεις.

Για όσους, από την άλλη, έχουν πειστεί ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα --ή και δεν την επιθυμούν-- για ανατροπή βασικών δεδομένων της παπανδρεϊκής-τροϊκανής επίθεσης, μπορεί και να μην είναι ήττα. Αναφέρομαι ιδιαίτερα σε εκείνους που περιορίζουν τη λειτουργία της Αριστεράς στην εξημέρωση των πιο βάρβαρων συνεπειών που έχουν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Πιθανότατα αυτός ο χώρος της διαμάχης των αποχρώσεων θα θεωρούσε ως δική του νίκη μια ενδεχόμενη επιλογή της κυβέρνησης να ανοίξει και κάποια θέματα αξιών. Προσωπικά όμως θα το έβλεπα ως πρόκληση για όλους και όλες που επιμένουν στην ιδέα και στην αναγκαιότητα για αυτόνομη πολιτική προοπτική μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η πρόκληση απευθύνεται σε όσους δεν αποσυνδέουν τις έλλογες κριτικές αξίες από το πρόβλημα του πιο επιθετικού και κυνικού καπιταλισμού. Σε όσους δηλαδή κατανοούν ότι σήμερα δεν υπάρχουν απλώς «κρίσεις» αλλά κανονική εκτροπή σε βασικούς όρους ακόμα και της πολιτικής δημοκρατίας. Η πρόκληση είναι να πείσει κανείς όχι μόνο για την οικονομική αλλά και για την ηθική-πολιτισμική επικινδυνότητα ενός μοντέλου το οποίο θεσπίζει τη μαζική επισφάλεια και κυρίως ένα πρωτόγνωρο αίσθημα συλλογικής αδυναμίας.

Η εντύπωση άλλωστε ότι η μνημονιακή αναμόρφωση είναι εν γένει αντιπαθής και ανεπιθύμητη στους πολλούς είναι ίσως μια γλυκιά αυταπάτη: δείχνει να επαναπαύεται στις δηλωμένες προτιμήσεις αγνοώντας ανομολόγητα στρώματα ενοχών και πεποιθήσεων. Με αυτά τα ιζήματα της «καθημερινής» ιδεολογίας δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα.


- Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ 
 

- Το κείμενο αυτό είναι το τέταρτο της τακτικής συνεργασίας του Νικόλα Σεβαστάκη με τα «Ενθέματα» , με γενικό τίτλο «Το δέντρο και το δάσος. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής»  
Τα προηγούμενα:  

Για την επανάσταση του αυτονόητου... (19/9)

Πνεύματα της Ευρώπης (3/10)
 
Επιτέλους τάξη! Ή για λίγους ακόμα παραλογισμούς του «κόμματος της λογικής» (31/10)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου