Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Ο Δεκέμβρης στη Θεσσαλονίκη

της Σταυρούλας Πουλημένη

«Εμείς δεν ζήσαμε Πολυτεχνεία, αλλά ζήσαμε τον Δεκέμβρη». Αυτή θα μπορούσε να είναι η φράση που αποτυπώνει σήμερα το αίσθημα της νεολαίας, αλλά και πολλών που ενεπλάκησαν στην κοινωνική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Ο Δεκέμβρης έγινε πολύ γρήγορα ταυτότητα η οποία δίχασε την κοινωνία. Η διαχωριστική γραμμή χαράχτηκε.  
  • Από τη μια αυτοί με ένα αίσθημα κοινωνικο-οικονομικού αδιεξόδου, με τη γνώση ότι το μέλλον επιφυλάσσει χειρότερες καταστάσεις, με την οργή για την ατιμωρησία των αστυνομικών (υποθέσεις όπως αυτή της ζαρντινιέρας, του παιδιού με τα πράσινα παπούτσια, των βιαιοπραγιών εναντίον μεταναστών στα αστυνομικά τμήματα) - με την τόση συσσωρευμένη οργή που την κρίσιμη στιγμή τους έκανε να μοιάζουν έτοιμοι από καιρό να προκαλέσουν μια κοινωνική έκρηξη. 
  • Από την άλλη, αυτοί που φοβήθηκαν ότι το ιδεολογικοπολιτικό οικοδόμημα στο οποίο στηριζόταν ο κυρίαρχος λόγος άρχισε να ραγίζει.
Όπως στην Αθήνα, έτσι και στην Θεσσαλονίκη, χρειάστηκαν μόνο λίγα τηλεφωνήματα, λίγη ώρα μετά τη δολοφονία του Α.Γρηγορόπουλου, ώστε η πόλη να μείνει ξύπνια εκείνο το βράδυ. Και αμήχανη, χωρίς να ξέρει πώς ακριβώς να αντιδράσει στο άκουσμα «15χρονος νεκρός από σφαίρα αστυνομικού». Από εκείνη τη στιγμή, όπου έγινε και η πρώτη συνέλευση στο Πολυτεχνείο, μετά τις πρώτες συγκρούσεις και τα δακρυγόνα, τα πράγματα έδειχναν ότι, όχι μόνο εκείνη η νύχτα, αλλά και οι επόμενες μέρες επεφύλασσαν κάτι το πρωτόγνωρο σε ένταση και εμβέλεια. Ιδιαίτερα για τα δεδομένα μιας πόλης που πολύ συχνά την προσδιορίζουν ως την πόλη «του Ψωμιάδη, του Παπαγεωργόπουλου και του διαχρονικού Άνθιμου».

Χιλιάδες νέοι, μαθητές, φοιτητές (ποικίλης ταξικής διαστρωμάτωσης), άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, μετανάστες, πολιτικές οργανώσεις και άνθρωποι που δεν είχαν ξαναβγεί από το (υποθηκευμένο στα δάνεια) σπίτι τους, ήταν, το πρωί της Κυριακής 7 Δεκεμβρίου, αποφασισμένοι να δείξουν ότι κάτι έπρεπε να γίνει. 
Το μούδιασμα της πρώτης πορείας, της πρώτης πορείας δίχως συγκροτημένο κάλεσμα, ήταν φανερό και μπορούσε να αποτυπωθεί μόνο σε ένα ερωτηματικό για την δολοφονία, αλλά και σε ένα αίσθημα μίσους προς τη «λαμπερή» βιτρίνα μιας υποτιθέμενης ευημερίας που αφορούσε πάντα λίγους. Έτσι οι πορείες, που για μόνο καθοδηγητή είχαν την αυθόρμητη διάθεση συλλογικής έκφρασης, κατευθύνθηκαν προς τον αυτονόητο στόχο: τα αστυνομικά τμήματα της πόλης, τις τράπεζες και τις πολυεθνικές. Ίσως ήταν και η πρώτη φορά που τα χτυπήματα σε αστυνομικά τμήματα και τράπεζες έβρισκαν κοινωνική αποδοχή ευρύτερη των ιδεολογικοποιημένων κομματιών του κινήματος.

Οι μέρες απέκτησαν μεγαλύτερη διάρκεια
και αυτό που θυμόμαστε όλοι είναι ότι μείναμε στους δρόμους για παραπάνω από ένα μήνα. Η πόλη έμοιαζε να είναι ξαφνικά δική μας, είχε τους ρυθμούς μιας συνεχόμενης πορείας, τη διάθεση των ανθρώπων να συζητήσουνε για όλα όσα τους έβγαζαν στο δρόμο: την πίεση στο σχολείο, την οικονομική ανέχεια, την αστυνομική καταστολή, την πολιτική της κυβέρνησης, το κενό αξιών και την κυριαρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας του θεάματος. Είχε την αντοχή στην κούραση και στους τόνους δακρυγόνων που έπεφταν σε κάθε πορεία, είχε  το ωράριο των συνελεύσεων των σχολών, της γειτονιάς, το κλίμα της αυτοοργάνωσης στα κατειλημμένα δημόσια κτίρια.

Ο συντονισμός των διαφορετικών συλλογικοτήτων της πόλης, πολλές από τις οποίες δημιουργήθηκαν εκείνες τις ημέρες, γινόταν με τη βοήθεια των διαδικτυακών κοινωνικών μέσων (social media), που εκείνη την περίοδο γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση και δημιούργησαν έναν νέο τρόπο επικοινωνίας, ανταγωνιστικό προς τη λογική των κυρίαρχων ΜΜΕ. Όλη εκείνη την περίοδο ζούσαμε την σχιζοφρενική αποτύπωση του «Δεκέμβρη» σε δύο εκδοχές: σε αυτήν που διαμορφώναμε (ασχέτως των διαφορετικών αντιλήψεων και πρακτικών) όλη την ημέρα και σε αυτήν που αντικρίζαμε στις βραδινές ειδήσεις του MEGA.

Έτσι η κάμερα, αν και παλαιόθεν εχθρός για κάποια κομμάτια του κινήματος, δεν ήταν παράξενο που έγινε σε ένα βαθμό εργαλείο καταγραφής, από τα κάτω, όσων γίνονταν και όσων η τηλεόραση αποσιωπούσε. Δεν ήταν παράξενο, απλά γιατί όλοι γνώριζαν ότι αυτό που συμβαίνει ξεπερνάει το όριο του κοινωνικού αυτοματισμού σε στιγμές συγκίνησης. Και καταλάβαιναν ότι το επικοινωνιακό σημείο ισορροπίας της υποτιθέμενης «κοινωνικής ειρήνης» χάθηκε, έστω και για λίγο. Κι αυτό γιατί η κοινωνική ειρήνη την οποία ο τότε πρωθυπουργός διεμήνυε ότι διασαλεύτηκε από «σκοτεινές» πολιτικές δυνάμεις, απλά δεν υπήρξε ποτέ.
 
Στη Θεσσαλονίκη τις μέρες του Δεκέμβρη απελευθερώθηκαν κατά κάποιο τρόπο όλες εκείνες οι ρητές ή άρρητες αμφισβητήσεις του κυρίαρχου πολιτικού πλαισίου, οι δειλές τοποθετήσεις για ένα διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της ζωής, της εργασίας και της καθημερινότητάς μας που θα βασίζεται σε ένα μη ανταγωνιστικό πλαίσιο αρχών και αξιών. Οι τοίχοι απέκτησαν και αυτοί φωνή, καθώς τα stencils και τα συνθήματα εκφράζανε όχι μόνο την οργή για τον άδικο χαμό του παιδιού («15χρονών ήταν μόνο, γαμώτο!»), αλλά και την αγανάκτηση για τον κόσμο του εμπορεύματος και της αποξενωτικής του δράσης. Χαρακτηριστική συμπύκνωση της τελευταίας διαπίστωσης κάνει ένα σύνθημα σε τοίχο της οδού Βενιζέλου: «Αν η ζωή σου όλη είναι ένα αμαξάκι, βάλτο φωτιά μόνος σου».

Η εξέγερση δημιούργησε νέες μορφές συλλογικής δράσης, ευφάνταστους τρόπους δικτύωσης, αλλά και έναν σαφή αντισυστημικό πολιτικό λόγο. Οι πορείες σταμάτησαν να αφορούν μόνο το κέντρο της πόλης και μεταφέρθηκαν και σε περιοχές που δεν είχε ξαναγίνει πορεία ποτέ έως τότε. Χαρακτηριστική ήταν εκείνη που με πρωτοβουλία αντιεξουσιαστικών κινήσεων οδηγήθηκε υπό καταρρακτώδη βροχή σε όλες σχεδόν τις δυτικές συνοικίες, διήρκησε τρεις ώρες και βρήκε την αποδοχή μεγάλου μέρους των κατοίκων, που πρώτη φορά έβλεπαν να περνάει μαζική πορεία κάτω από το μπαλκόνι τους. Οι διαδηλωτές φώναζαν σε όλη τη διάρκεια της πορείας «είμαστε οι δέκα κουκουλοφόροι» (συνηθισμένο μοτίβο των μεγαλοδημοσιογράφων), ενώ πολύς κόσμος από τις γειτονιές ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και ακολούθησε την πορεία, με αποτέλεσμα ο όγκος της, παρά τις αντίξοες συνθήκες, αντί να μικραίνει, να μεγαλώνει συνεχώς.

Ακόμη όμως και η «καθιερωμένη» απεργία της ΓΣΕΕ στις 10 Δεκέμβρη για τον προϋπολογισμό πήρε άλλα χαρακτηριστικά: συμπεριέλαβε τα αιτήματα των επισφαλώς εργαζόμενων και την αποδοκιμασία στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Συνδέθηκε με το περιεχόμενο που έδινε η ταυτότητα του Δεκέμβρη, αυτό μιας «μη καθιερωμένης» κοινωνικής εξέγερσης. Παρόμοια, η συναυλία στις 18 Δεκέμβρη στην πλατεία της ΧΑΝΘ μετατράπηκε σε συλλαλητήριο, δίνοντας νόημα στο σύνθημα ότι η «εξέγερση θα είναι γιορτή» και δίνοντας φωνή στο στίχο «ακόμη και όταν θα νομίζεις πως μου πήρες τη ψυχή θα σε καίω, ακόμα και όταν θα νομίζεις πως τα πάντα έχουν χαθεί, θα ανατέλλω...».

Η επιρροή του «αυθόρμητου», αλλά και η διάχυση της συγκρουσιακής ατμόσφαιρας συνέβαλαν στη δημιουργία «συνελεύσεων γειτονιάς» σε πολλές συνοικίες. Μέσα στη γενικότερη κρίση κοινωνικής αντιπροσώπευσης και σε μια προσπάθεια αντίστασης στην ιδιώτευση, οι συνελεύσεις της γειτονιάς διαμόρφωσαν έναν αμεσοδημοκρατικό τρόπο διαβούλευσης και οργάνωσης της δράσης των κατοίκων, δημιουργώντας ένα καινούριο παράδειγμα κοινωνικής χειραφέτησης με αφετηρία την ίδια την κοινωνική βάση. Παρά το γεγονός ότι τις συνελεύσεις αυτές επισκέφθηκε πλήθος μη εξοικειωμένων με πολιτικές διαδικασίες κατοίκων, η ανάδυση άτυπων ιεραρχιών ή η επικράτηση συγκεκριμένων λόγων δεν άφησε σε πολλές περιπτώσεις να ακουστούν απόψεις (κυρίως φόβοι) που απέκλιναν από τις εξεγερσιακές. Το ενθαρρυντικό είναι ότι η προσπάθεια εκείνη ήταν το σπέρμα για τη συνέχιση της λειτουργίας των συνελεύσεων γειτονιάς, οι οποίες ασχολούνταν όλο το προηγούμενο διάστημα με σημαντικά τοπικά κοινωνικά ζητήματα (κεραίες κινητής τηλεφωνίας, σχολική στέγη, ελεύθεροι χώροι κ.λ.π.), τέθηκαν έτσι οι προϋποθέσεις για μια επαναπροσέγγιση των ανθρώπων στην πολιτική.
 

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τουλάχιστον κατά τη χρονική διάρκεια της, η εξέγερση του Δεκέμβρη «μπήκε» σε όλα τα σπίτια, έγινε μέρος της καθημερινότητας σε πολλές οικογένειες με περισσότερο ή λιγότερο εσωτερικές συγκρουσιακές συνέπειες. Ήταν ένα συμβάν στο οποίο κανένας δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος, ασχέτως τι στάση θεωρούσε ότι έπρεπε να κρατήσει και ποια τελικά κράτησε.

Και μετά;

Και μετά ήρθε το ΠΑΣΟΚ... σαν τις μέλισσες. Ήρθε το ΠΑΣΟΚ ως το ικανό κόμμα που μπορεί να επαναφέρει την τάξη σε μια εικόνα χάους και διάλυσης του κράτους, έτσι όπως τα κυρίαρχα ΜΜΕ την περιέγραφαν τις μέρες εκείνες. Ήρθε το ΠΑΣΟΚ για να φέρει τα ακόμη χειρότερα που φοβήθηκαν όλοι όσοι συμμετείχαν στον Δεκέμβρη και που ως τότε δεν ήταν ακόμα γνωστά: το ΔΝΤ, τα μέτρα της τρόικας, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την επιδεινούμενη ανασφάλεια και την εξαθλίωση ακόμη μεγαλύτερων τμημάτων της κοινωνίας μας.

Δεν έφερε ο Δεκέμβρης το ΠΑΣΟΚ. Ο Δεκέμβρης δημιούργησε μια ρωγμή, στην οποία το σύστημα και οι μηχανισμοί του αντιστάθηκαν με όλα τα μέσα και, προς το παρόν, νίκησαν. Ο Δεκέμβρης, όμως, ως γνήσια κοινωνική εξέγερση, με τα ερωτήματα που δημιούργησε - και που παραμένουν ακόμη σήμερα αναπάντητα-, με τα ίχνη στη συνείδηση των δρώντων και μη υποκειμένων, με τις άδηλες προσδοκίες του «τι κόσμο θέλουμε», αλλά και με τη σαφώς δηλωμένη θέση «σίγουρα όχι αυτόν», αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια στην κοινωνική δυναμική να εκδηλωθεί με ανάλογες καταστάσεις, και ίσως με πιο συγκροτημένα πολιτικά αιτήματα και στόχους.

Ζητήματα όπως αυτό της νεολαίας και του εργασιακού της μέλλοντος, της καταστολής και γενικότερα της αστυνομικής αυθαιρεσίας, των εξοντωτικών νόμων της αγοράς και ενός ανταγωνισμού που τρώει ήδη τις σάρκες όχι μόνο των πιο περιθωριοποιημένων πολιτικά και κοινωνικά, αλλά και αυτών που έως τώρα πίστευαν ότι «κάπως θα τη βολέψουν», είναι παραπάνω από επίκαιρα.
Οι αφορμές για νέους «Δεκέμβρηδες» είναι πλέον παρά πολλές και οι αιτίες τώρα πιο ξεκάθαρες από ποτέ…

 

- Η Σταυρούλα Πουλημένη είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια Πολιτικής Επιστήμης και μέλος της συντακτικής ομάδας του ειδησεογραφικού πόρταλ alterthess.gr. Είναι επίσης συμπαραγωγός του ντοκυμανταίρ «Οργισμένος Δεκέμβρης».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου