Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Ιδεολογικοί τόποι: 1797, 1824

Αλέξης Πολίτης, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Πόλις, Αθήνα 2000, σ. 164-171 (πρώτη δημοσίευση: περ. Αντί, αφιέρωμα στον Ρήγα Βελεστινλή, τχ. 652, 16.1.1998)
από την Αυγή

Οι θούριοι γράφτηκαν για να τραγουδιούνται, και τραγουδιόνταν. Έτσι τα κείμενά τους δεν είναι σταθερά· όσα αντίγραφα γνωρίζουμε --τα περισσότερα χειρόγραφα, και αχρονολόγητα-- παραλλάζουν αρκετά. Έπειτα, καθώς είναι κείμενα δράσης, επιδιώκουν να συντονίζονται με το πολιτικό κλίμα της κάθε στιγμής. Κατά κάποιον τρόπο ανήκουν πιο πολύ στον τραγουδιστή, παρά στον συγγραφέα – γι’ αυτό και οι περισσότεροι παραδίδονται ανώνυμα, ή αποδίδονται στον γνωστότερο ποιητή του είδους, τον Ρήγα.
 
Ακριβώς λοιπόν οι μεταλλαγές που παρατηρούνται από εκδοχή σε εκδοχή μάς επιτρέπουν σήμερα να διαπιστώσουμε καθαρότερα τι αντιστοιχούσε και τι όχι στο ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής τους, να τους διαβάσουμε, μ’ άλλα λόγια, προσεκτικότερα.

Το φυλλάδιο που είχε τυπώσει στα 1797 ο ίδιος ο Ρήγας δεν σώθηκε· το ανατύπωσε όμως τον επόμενο χρόνο ο Χριστόφορος Περραιβός στην Κέρκυρα --στην Κέρκυρα των δημοκρατικών Γάλλων-- κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως η ανατύπωση στάθηκε πιστή.1 Από εκεί μαθαίνουμε πως ο Ρήγας είχε επιλέξει και τον σκοπό: «εις το ήχον Μία προσταγή μεγάλη», διαβάζουμε πλάι στον τίτλο -- ένα μακρόσυρτο τραγούδι, ρίμα για την ακρίβεια, ιστορικού περιεχομένου. Έπειτα το «Ως πότε παλικάρια» ξανατυπώθηκε στα τέλη του 1824, στη συλλογή των δημοτικών τραγουδιών του Φοριέλ, δηλωμένη εξαίρεση ανάμεσα στα άλλα ιστορικά τραγούδια.

Τα είκοσι πέντε ενδιάμεσα χρόνια κύλησαν πολύ γοργά για τις εθνικές συνειδήσεις όλων των ευρωπαϊκών εθνών -- και των Ελλήνων. Η γαλλική επανάσταση έγινε στο όνομα της κοινωνικής ελευθερίας, όμως σύντομα, και με καταλύτη τους αμυντικούς, αρχικά, πολέμους, χρειάστηκε να προστεθεί το εθνικό συναίσθημα ώστε να ενισχυθεί ο συγκινησιακός ψυχισμός όσων υπεράσπιζαν τη Δημοκρατία. Πολύ σύντομα το ίδιο συναίσθημα επικαλέσθηκαν όσοι υπερασπίζονταν τώρα τη δική τους πατρίδα από τις, επεκτατικές πια, διαθέσεις του Ναπολέοντα. Έτσι, όσο προχωράει ο καινούριος αιώνας, ο δέκατος ένατος, τόσο περισσότερο δικαιολογεί το όνομα που επρόκειτο να του αποδοθεί: ο αιώνας των εθνικισμών.

Ας αρχίσουμε από κάποιες χρονολογικές διευκρινίσεις. Το κείμενο του 1824 ετοιμάστηκε για το τυπογραφείο τέλη του καλοκαιριού με αρχές του φθινοπώρου 1823, και πιθανότατα είχε φτάσει στα χέρια του γάλλου εκδότη έναν περίπου χρόνο νωρίτερα -- αντιστοιχεί λοιπόν με τις απαρχές της ελληνικής επανάστασης. Ο Ρήγας πάλι πρέπει να είχε συνθέσει το δικό του κείμενο στα 1796, στα χρόνια που η γαλλική δημοκρατία είχε εδραιωθεί, η ακραία επαναστατική περίοδος είχε παρέλθει, και άρχιζαν οι εκστρατείες του Βοναπάρτη.

Είπαμε ότι η αρχική έκδοση δήλωνε και τον σκοπό του τραγουδιού· η λεπτομέρεια αυτή δεν υπάρχει στη δεύτερη εκδοχή -- αλλά μάλλον δεν πρέπει να δώσουμε σημασία στο πράγμα. Πιο σημαντική είναι μια δεύτερη παράλειψη: πριν από τους περίφημους στίχους  
 
Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε  
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!  
Μήτε να τους δουλεύω, μήτε να πλανηθώ  
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.  
……………………………………………….  
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν΄αστράψ’ ο Ουρανός  
και να με κατακάψει, να γένω σαν καπνός!

Το κείμενο του Ρήγα παρέχει και μια σκηνοθετική οδηγία: «Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες ορθοί και, υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον». Βέβαια τα λόγια ετούτα προδηλώνονται και από τους αμέσως προηγούμενους στίχους («και τότε με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν» κ.λπ.), ωστόσο η παραστατικότητα της εικόνας οπωσδήποτε αδυνατίζει. 2

Το βασικό, νομίζω, στοιχείο που μας ενδιαφέρει είναι ο τόπος της ορκωμοσίας. Η σκηνοθεσία μάς οδηγεί στο ύπαιθρο -- έχουμε δηλαδή κάτι ανάλογο με τις τελετές λατρείας του Υπέρτατου Όντος που ξέρουμε από τη γαλλική επανάσταση. Και πραγματικά, ο «Θεός» του Ρήγα δεν είναι ο χριστιανικός θεός, ή μάλλον, ορθότερα, είναι κάτι ενδιάμεσο: υπάρχει και ο «σταυρός» ως σύμβολο, αλλά απαλείφεται όλο το εκκλησιαστικό πλέγμα· ούτε ιερείς ούτε τίποτα τρίτοι ενδιάμεσοι.

Οι άλλες, σημαντικότερες, διαφορές είναι είτε συντομεύσεις είτε αλλαγές. Βέβαια, κάθε τραγούδισμα συντέμνει συνηθέστερα παρά επισωρεύει, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός από τους σχετικούς με τον Πασβάνογλου, άκαιρους πια στίχους, αφαιρούνται και όλοι εκείνοι που αναφέρονταν στα ασιατικά είτε αφρικανικά εδάφη της οθωμανικής επικράτειας: ο Ρήγας απευθυνόταν και στον πασά της Προύσας, και στον πασά της Συρίας, και στους Αιγύπτιους, και στους Λαζούς του Πόντου, ακόμα και στους Μαλτέζους. Ανήκε ακόμα τότε στους ιππότες της η Μάλτα, και οι μνήμες του στόλου της παρέμεναν ισχυρές. Απευθυνόταν επίσης και στους Αρμένιους (που το 1824 αντικαταστάθηκαν από τους «Σέρβους»), ενώ το «αράπηδες και άσπροι» φεύγει, για να πάρει τη θέση του το «νησιώται κι ηπειρώται».  
 
Ώς πότε οφικιάλος σε ξένους βασιλείς;  
Έλα να γίνει στύλος δικής σου της φυλής.
 Κάλλιο για την Πατρίδα κανένας να χαθεί  
ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί  
 
σάλπιζε ο Ρήγας. Οι στίχοι ετούτοι κρατήθηκαν, ασφαλώς, ωστόσο οι αμέσως επόμενοι, που αναφέρονται στην προοιωνιζόμενη εξέγερση, δεν βρίσκονται στη μετεπαναστατική εκδοχή.

Και όσοι προσκυνήσουν δεν είναι πλιο εχθροί·  
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.  
Μα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να σταθούν,  
εκείνοι και δικοί μας αν είναι, θα χαθούν.  
 
(«Εθνικοί», δηλαδή ειδωλολάτρες, άπιστοι. Ο Ρήγας δεν είχε, φαίνεται, ενσωματώσει ακόμα στο λεξιλόγιό του τις καινούριες νοηματικές τροπές της λέξης «έθνος» και των παραγώγων του). Η απουσία δηλώνει ολοκάθαρα τη μετάπτωση από τον κοινωνικό στον εθνικό στόχο. Ο Ρήγας είχε κατά νου την Ελευθερία, μία αδιαίρετη, παγκόσμια. Φυσικά, καθώς ο άμεσος εχθρός ήταν ο σουλτάνος, και οι χριστια­νοί οι πιο καταπιεσμένοι υπήκοοί του, θα το έκρινε εύλογο να ερεθίσει το χριστιανικό συναισθηματικό υπόβαθρο -- ωστόσο οι τελικοί στίχοι του Θούριου φανερώνουν με αρκετήν σαφήνεια το πολιτικό του όραμα:  
 
Πως οι προπάτορές μας πηδούσαν σαν θεριά,  
για την Ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά,  
έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια  
τ' άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά!

Να σφάξομεν τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν,  
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν·  
στεριάς και του πελάγου να λάμψει ο Σταυρός,  
κι εις την δικαιοσύνην να σκύψει ο εχθρός·  
ο κόσμος να γλιτώσει απ’ αύτην την πληγή  
κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γη!  
 
Στην έκδοση του 1824 τα λόγια αυτά αλλάζουν λίγο, τόσο ώστε να αποκτήσουν εθνικό χρωματισμό:  
 
Να σφάξομεν τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν,  
και Έλληνες τολμώσιν σκληρά να τυραννούν  
…………………………………………………….  
να ’λθει δικαιοσύνη, να λείψει ο εχθρός.  
 
Έλληνες, στη θέση του πανανθρώπινου «Χριστιανοί και Τούρκοι». Η αλλαγή μάλιστα στον άλλο στίχο κρύβει ουσιαστικό νόημα· η ενιαία εικόνα σπάζει σε δύο: στην πρώτη εκδοχή ο εχθρός θα αναγκαστεί να αποδεχθεί τη δικαιοσύνη, ενώ στη δεύτερη η δικαιοσύνη απλώς θα έρθει, και ο εχθρός θα χαθεί.

Αυτήν τη σαφή ελληνοποίηση της ελευθερίας τη συναντάμε και σε άλλο σημείο, εκεί που ο Ρήγας καλεί τους ξενιτεμένους να επιστρέψουν: 
«Η Ρούμελη τους κράζει μ’ αγκάλες ανοιχτές»,
έλεγε, 
«εδώ Ελλάς τους κράζει», 
διαβάζουμε στην ύστερη εκδοχή. Το εθνικό αντικατέστησε το πραγματικό· οι πιο πολλοί ξενιτεμένοι ήταν Ρουμελιώτες, δηλαδή Βαλκάνιοι, όχι Μικρασιάτες.  
 
Ωστόσο η Ελλάδα υπάρχει και στους στίχους του Ρήγα, προσωποποιημένη μάλιστα (σε χωρίο που λείπει από την παρισινή έκδοση). Η θέση της όμως, στο τέλος μιας ενότητας, μας επιτρέπει να συλλάβουμε ακριβέστερα το νόημα που έδινε στην εικόνα ο Ρήγας. Πρόκειται για την ενότητα στην οποία καλούνται οι πληθυσμοί της οθωμανικής επικράτειας να εξεγερθούν. Η προτροπή απευθύνεται πρώτα στους Σουλιώτες και τους Μανιάτες, ακολουθούν οι Μαυροβούνιοι, οι σταυραετοί του Ολύμπου, οι Αγραφιώτες, οι ανδρείοι Μακεδόνες, οι αδελφοί του Σάβα και του Δούναβη, κατόπιν οι ναυτικοί της Μαύρης Θάλασσας, του Εύξεινου δηλαδή, και οι Λαζοί --αναφορές που δεν υπήρχαν, είδαμε, στο δεύτερο κείμενο-- οι ναυτικοί της Ύδρας, της Κρήτης και των άλλων νησιών (οι δεύτεροι αντικαταστάθηκαν, εύλογα, από τους Ψαριανούς), τέλος οι Μαλτέζοι: όλους αυτούς θέλει και κράζει η Ελλάδα «με μητρική φωνή».

Πρώιμος μεγαλοϊδεατισμός; Ή, για να κρατήσομε τη διατύπωση του Γιάννη Κορδάτου, «Ο Ρήγας πρόδρομος του νεοελληνικού ιμπεριαλισμού»;3 Στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», αν το μεταγενέστερο αντίγραφο που μας έχει διασωθεί δεν έχει, κι αυτό, υποστεί ιδεολογικές προσαρμογές, έχουμε σαφή αναφορά στην «Ελληνική Δημοκρατία» που οραματίζεται ο Ρήγας, και η οποία «είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας». Και στο παράρτημα του «Συντάγματος», όπως το ονομάζουμε, εκεί που αναφέρονται τα σύμβολα του μελλοντικού κράτους, σημειώνονται τα εξής: «Όλοι οι Έλληνες στρατιώται φορούν εις το κεφάλι περικεφαλαία», και «Κάθε Έλλην και Ελληνίς, ομοίως και κάθε κάτοικος της Δημοκρατίας ταύτης, πρέπει να φο­ρεί εις την περικεφαλαίαν του ή την σκούφιαν του έν παρόμοιον ρόπαλον [...] γραμμένον ή κεντημένον εις άσπρο πανί [...]. Τούτο είναι το σημείον τού να γνωρίζονται οι ελεύθεροι δημοκράται και ισότιμοι αδελφοί». Το ρόπαλο είναι το «ρόπαλον του Ηρακλέους»:4 οι εξεγερμένοι δημοκράτες δεν χρειάζονταν στο συμβολικό επίπεδο παρά ένα απλό και ρωμαλέο όπλο --κάτι σαν τη σφιγμένη γροθιά, αργότερα-- απέναντι στον περίτεχνο οπλισμό του δυνάστη, ακριβώς επειδή η δική τους δύναμη ήταν ανάλογη του Ηρακλή.

Νομίζω πως οι συμβολισμοί είναι καθαροί. Η περικεφαλαία του Άρη, μα και της Αθηνάς, η σκούφια, το κάλυμμα των φτωχών, σε αντίθεση με το καπέλο --έτσι δεν παριστάνονταν και η γαλλική Δημοκρατία-- το ρόπαλο. Ανάλογα και η Ελλάδα αντιστοιχεί περισσότερο με την Αρετή, τη Σοφία, την Ελευθερία, τη Δημοκρατία των αρχαίων.

Όλοι αυτοί οι πολιτικοί και ιδεολογικοί τόποι θα επιβιώσουν ως την ελληνική επανάσταση. Καθώς θα κρυσταλλώνονται, όμως, θα αποκτούν ολοένα και περισσότερο εθνικό περίγραμμα και θα αποβάλλουν, σιγά σιγά, τον κοινωνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα τους. Μισόν αιώνα μετά τον Ρήγα, οι Έλληνες θα τονίζουν περισσότερο τη φυλετική παρά την ιδεολογική τους συγγένεια με τους αρχαίους.

Αλέξης Πολίτης
 
1 Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, Επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα και ο ύμνος στον Μποναπάρτε του Περραιβού. Η έκδοση της Κέρκυρας (1798), Αθήνα 1998.

2 Έχουμε μιαν αρκετά μεταγενέστερη και ίσως όχι ολότελα ασφαλή πληροφορία ότι οι στίχοι ετούτοι ενθουσίαζαν ιδιαζόντως τους αρματολούς. «Περί τα 1796-1797 διεσκορπίθησαν τα φυλλάδια του αειμνήστου Ρήγα Φεραίου περί της ελληνικής εθνεγερσίας, και διήγειρον τα πνεύματα των ελλήνων καπεταναίων, ιδίως δε η ακόλουθος ορκωμοσία» κλπ., Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήνα 1863, σ. 145-146.

3 Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του, Αθήνα 1931, σ. 82. Αυτές οι διατυπώσεις (ή μάλλον ολόκληρη η σχετική ανάλυση) χάνεται στην αναθεωρημένη, ύστερα από τις εμπειρίες που σωρεύθηκαν, και κυρίως τις προοπτικές που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, βλ. Ο Ρήγας Φεραίος και η Βαλκανική ομοσπονδία, Αθήνα 1945, σ. 161-163.

4 Λ. Ι. Βρανούσης, Ρήγας, Αθήνα 1953, σ. 388.


- από το ένθετο της χθεσινής Αυγής, αφιερωμένο στο "Θούριο" του Ρήγα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου