Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Λέξεις κενές

(πηγή)
του Κώστα Καναβούρη
από την Κυριακάτικη Αυγή 

Όταν κάνεις κουρασμένες σκέψεις είναι βέβαιο ότι θα τις διατυπώσεις με κουρασμένες λέξεις. Με λέξεις που θα έχουν χάσει προ πολλού τη φεγγοβολή τους από "την πολλή συνάφεια" με το δεδομένο και το τετριμμένο και θα περιφέρονται ως θαμπά υπολείμματα του ένδοξου παρελθόντος τους και τρίμματα ευκλεών σωμάτων που κάποτε είχαν τη θέληση, την ικανότητα και τη διάθεση να ερωτευτούν τον κόσμο. Τι να πεις, λοιπόν, με τις κουρασμένες σου λέξεις;

Πώς να διατυπώσεις καίρια το ακριβές και το απαραίτητο; Κι όσο δεν μπορείς, τόσο απομακρύνεσαι από το γλωσσικό μητρώο των εννοιών που χρειάζονται στις μέρες μας. Με τη μνήμη των νοημάτων δεν κάνουμε τίποτα αν αυτή η μνήμη δεν είναι το υπόστρωμα, το βιολογικό υπόστρωμα όπου θα ανθίσουν οι νέες λογικές χειροθεσίες του κόσμου. Αν παραμείνουμε στη μνήμη, άρα και στη μνήμη των λέξεων που κάποτε μας κράτησαν ζωντανούς, θα έρθει η πικρή στιγμή (και έρχεται πάντοτε, συνεπέστατη στο ραντεβού της με τον χαμό) όπου οι λέξεις θα πεθάνουν μέσα στα χέρια μας και ο ήχος τους θα σβήσει (ή μήπως έχει ήδη σβήσει;) πίσω από το έρχος των οδόντων μας και δεν θα μπορούμε να πούμε τίποτα.

Γιατί δεν θα έχουμε κάτι να πούμε και η σιωπή μας δεν θα είναι το γόνιμο διάστημα ανάμεσα σε δύο φράσεις, αλλά το απύλωτο κενό που θα μας απομακρύνει φοβερά από τα γεγονότα. Περίεργο και επικίνδυνο είδος σιωπής, χωρίς τις προειδοποιητικές βολές μιας ύποπτης ησυχίας που προανακρούει την έλευση των κινδύνων ή όχι. Εδώ σιωπή δεν υπάρχει. Το αντίθετο. Εδώ υπάρχει λογόρροια που ξεγελάει καθώς οι λέξεις παλαιών συμπερασμάτων κροταλίζουν ευχάριστα στα αυτιά σου, αφού συμπεραίνουν με ευκολία έναν κόσμο ορατό, κατακτημένο και ευεξήγητο. Όμως όσο εσύ μιλάς ο κόσμος απομακρύνεται, φεύγει και χάνεται αφήνοντας πίσω του ένα φάσμα με το οποίο καταγίνεσαι, ξεχνώντας ότι πρόκειται για μια παγίδα οφθαλμαπάτης. Έτσι όμως και οι σκέψεις μαζί με τις λέξεις γίνονται μια τερατώδης αυταπάτη που αδυνατεί να ανακαλύψει τις φλέβες του νερού.

Εκείνες τις λέξεις, δηλαδή, που θα υγράνουν την τριβή για να κινηθεί η ιστορία χωρίς να αναφλεγεί πριν ακόμα προλάβει να υπάρξει. Ένας άνυδρος λόγος πάει να πει. Ένας λόγος στεγνός από παρόν. Ένας λόγος που περιορίζεται στον πανικόβλητο εγωισμό τού να επιβιώσεις, αντί να εκτείνεται θαρραλέα μέσα στο σκοτεινό άγνωστο. Εκεί όπου ανακαλύπτεις από την αρχή, ή μάλλον ανατυμπανίζεις τις λέξεις από την αρχή, προκειμένου να ξαναγίνουν έμφορτες με το υλικό -το ζέον και ελπιδοφόρο- που αξίζει κάθε φορά στην εποχή. Φυσικά δεν μιλάμε εδώ για την (πετυχημένη) συστημική προσπάθεια αποφορτισμού των λέξεων, απονοηματοδότησης του λόγου ύπαρξής τους, δεν μιλάμε για την κατάντια να υποβιβάζονται οι λέξεις σε κέλυφος συγκροτημένης αφασίας. Ολόκληρη η ιστορία της πολιτικής ορθότητας είναι διατυπωμένη με τέτοιες λέξεις.

Ολόκληρη η (πετυχημένη επίσης) προσπάθεια της αποκοπής των ανθρώπων από τη δράση, δηλαδή από τη δομική επαναδιαπραγμάτευση της γλώσσας με την εποχή της, στηρίζεται σε τέτοιες λέξεις. Σε λέξεις-κελύφη, που δεν πηγαίνουν μακρύτερα από τον ήχο τους σπαταλώντας έως σφαγιασμού κάθε συμφραζόμενο που θα μπορούσε να προκύψει, άρα και κάθε δυνατότητα δημιουργίας συνειρμών. Ας θυμηθούμε τη λέξη "καινούργιο" τον καιρό που ο σημερινός πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου αποκτούσε θεία χάριτι την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ με προσχηματικές τακτικές καταπάτησης κάθε δημοκρατικής διαδικασίας, που μάλιστα είχαν εισχωρήσει στον συλλογικό νου ως διαδικασίες σχεδόν άμεσης δημοκρατίας.

Σήμερα που σπαράσσονται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, σήμερα που το Σύνταγμα κατάντησε μπαίγνιο στα χέρια "αγορών" και "αγοραστών", βλέπουμε πού πήγε η άμεση δημοκρατία και εκείνο το περίφημο "καινούργιο" το οποίο διατυμπανιζόταν... Έτσι. Απλώς έτσι. Χωρίς περιεχόμενο, χωρίς επεξήγηση, χωρίς συμφραζόμενα. 

Αλήθεια, πού πήγε εκείνο το "καινούργιο"; Πουθενά δεν πήγε, επειδή ποτέ δεν υπήρξε. Απλώς υποστήριξε λεκτικά και εν πλήρη συνειδήσει, καίρια και επιτυχημένα τον στόχο της άρχουσας τάξης που ήταν η αποφόρτιση κάθε δυναμικής της ανατροπής, διά της μεθόδου της γλωσσικής απραξίας. Δηλαδή της αποτροπής από την πράξη που θα έθετε εν κινδύνω τα συμφέροντά της. Τα κέρδη της. Και είναι μακριά νυχτωμένος όποιος θεωρεί ότι η συστημική γλώσσα είναι κενή περιεχομένου, είναι ξύλινη, είναι "λίγη". Η συστημική γλώσσα είναι πάμπλουτη. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εφεύρει την εποχή της. Και να την εφευρίσκει διαρκώς, με διαρκώς νέες διατυπώσεις. 

Άλλωστε, για να αποχυμώσεις κάτι, πρέπει να γνωρίζεις ότι αυτό το κάτι έχει χυμούς. Και να τους τρυγάς. Και να αφήνεις στους υπόλοιπους λέξεις στεγνές, άνευ περιεχομένου. Αφύσικα υπολείμματα μιας περασμένης καρποφορίας. Και μάλιστα με επιδότηση στην καλλιέργεια λέξεων που δεν τις αγοράζει κανένας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου