Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Και ο αγώνας συνεχίζεται…

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938
του Στρατή Μπουρνάζου
από τα "Ενθέματα"
της Κυριακάτικης Αυγής

 
Το καλό νέο δεν άργησε να κυκλοφορήσει, το απόγευμα της Τετάρτης. «Τέλειωσε η απεργία!», «Νικήσαμε!», «Πάμε στην Υπατία!»· μέσα σε λίγα λεπτά, με sms, μαίηλ και τηλέφωνα, εν χορδαίς και οργάνω, η είδηση άρχισε να κάνει τον γύρο. Τον γύρο του θριάμβου. Συναισθήματα πολλά, μα πρώτα απ’ όλα χαρά και ανακούφιση. Aρκεί να δει κανείς τις φωτογραφίες: χαμόγελα μέχρι τ’ αυτιά, γέλια, χαρές, χοροί και γλέντια — μια ατμόσφαιρα που ο Πιτσιρίκος συνόψισε θαυμάσια επιγράφοντας το άρθρο του για τους απεργούς μετανάστες «Τα γελαστά παιδιά» (pitsirikos.net, 10 Μαρ. ’11).

Μια χαρά λυτρωτική, όπως τουλάχιστον την ένιωσα εγώ, καθώς φτάσαμε στη λύση χωρίς να ζήσουμε την τραγωδία. Αν είχαμε νεκρούς, μπορεί το πολιτικό κόστος να το πλήρωνε η κυβέρνηση και το κρίμα να έπεφτε στο λαιμό της, ωστόσο το βάρος θα ήταν ασήκωτο για όλους εμάς: τους συμπαραστάτες, τους αλληλέγγυους, όσους και όσες, από κοντά ή μακριά, καθένας και καθεμιά με τον τρόπο του, συμπάσχαμε με τους απεργούς. Ασφαλώς και η κυβέρνηση δεν ήθελε νεκρό γιατί φοβόταν το «κόστος», εμείς όμως –γιατί πάντα, θυμάστε, «εμείς μιλάμε γι’ ανθρώπινες ζωές»– ήμασταν εκείνοι που θα νιώθαμε συντριβή αν πάθαινε κάτι κάποιος απεργός.

Από κει και πέρα, και ανεξάρτητα από τον βαθμό προσωπικής εμπλοκής του καθενός, όλη η ιστορία της απεργίας πείνας αξίζει και πρέπει να αποτιμηθεί. Καταθέτω λοιπόν λίγες πρώτες σκέψεις.

α) Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για σημαντική πολιτική νίκη. Νίκη πρώτα απ’ όλα των απεργών, αλλά και των αλληλέγγυων, των πολιτικών δυνάμεων και των συλλογικοτήτων που στήριξαν την απεργία, νίκη ενάντια στον αγριανθρωπισμό που εκδηλώθηκε. Η νίκη, πιστεύω, ήταν τεράστια στο συμβολικό επίπεδο, αν συνυπολογίσουμε τη συγκυρία και τη σιδηρά στάση της κυβέρνησης, καθώς και τον πολύ δύσκολο συσχετισμό που είχε διαμορφωθεί από τις πρώτες μέρες της απεργίας, με την έξωση από τη Νομική. Και λέγοντας «συμβολικό» δεν εννοώ βέβαια κάτι λίγο, φτενό, προσχηματικό· αντίθετα, κάτι που μπορεί να εμψυχώσει, να δώσει φτερά σε όσους αγωνίζονται, να δώσει τον τόνο, να αλλάξει το κλίμα και την ψυχολογία. Πολλά και σημαντικά είναι εκείνα που κρίνονται πάντα στο επίπεδο αυτό.

Σημαντικές όμως είναι και οι συγκεκριμένες κατακτήσεις, όπως το «καθεστώς ανοχής», η μείωση του χρόνου και των ενσήμων που απαιτούνται για να υποβάλει κανείς αίτηση νομιμοποίησης: ούτε δεδομένες ούτε εύκολες ήταν τη δεδομένη στιγμή. Πόσο σημαντικές; Εξαρτάται από το τι έχει κανείς σαν μέτρο, αυτά που επιδιώκει ή τα συγκεκριμένα δεδομένα. Γενικότερα, πάντως, το εύρος της επιτυχίας θα φανεί από τη συνέχεια· από το αν, δηλαδή, οι κυβερνητικές εξαγγελίες θα συρρικνωθούν και θα παγώσουν ή, αντίθετα, θα εμπεδωθούν και θα διευρυνθούν.

β) Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος των καναλιών, που πρωτοστάτησαν εξαρχής στην αντιμεταναστευτική εκστρατεία. Παρά τους στενότατους δεσμούς διαπλοκής τους με τους κυρίαρχους οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους, τα μήντια, ταυτόχρονα, αναδεικνύονται σε πόλο εξουσίας με σχετικά αυτόνομο ρόλο. Το θέμα είναι μεγάλο και δεν προσφέρεται σε απλουστεύσεις, ωστόσο, ως προσημείωση για μελλοντική ανάπτυξη, καταγράφω πόσο έχει κυριαρχήσει στα ιδιωτικά κανάλια ένας μισαλλόδοξος λόγος (και εικόνα), που αγοράζει και πουλάει το μίσος, που τρέφεται από τον φόβο, την αγριότητα, την εξαχρείωση. Σε αυτό το πλαίσιο, σε μια αξιοσημείωτη γκάμα θεμάτων, πέραν του πολιτικού, πριμοδοτούνται ακροδεξιές θέσεις — και εδώ παραπέμπω στο σπουδαίο βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά "Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς", το οποίο παρουσιάζεται αυτή την Τρίτη το βράδυ στην ΕΣΗΕΑ.

γ) Όσο συγκινητική και σημαντική ήταν η στάση των ανθρώπων που πλαισίωσαν τους απεργούς, που έμεναν τα βράδια στην Υπατία, που έτρεχαν στα νοσοκομεία –ένας ολόκληρος κόσμος, κυρίως νέοι και νέες–, όσο πλούτο ανθρώπινο και πολιτικό κι αν φανερώνει αυτή η ευγενής στράτευση, ταυτόχρονα, ex contrario, τονίζει την απάθεια της κοινωνίας. Γιατί δεν εκδηλώθηκε ένα ενεργητικό και μαζικό κίνημα συμπαράστασης, οι πολίτες αυτής της πόλης στάθηκαν ουδέτεροι ή και εχθρικοί — κάτι που δεν πρέπει να προσπεράσουμε εύκολα.

δ) Η επιτυχής έκβαση μας δείχνει, ότι, παρά τα όσα λέγονται καμιά φορά με ευκολία, δεν έχουμε «χούντα», ότι το ελληνικό κράτος –όσο κι αν αυταρχικοποιείται, όσο κι αν βιάζονται πολλοί να κάνουν την κηδεία της μεταπολίτευσης– δεν είναι απλώς μια συμπαγής αυταρχική μηχανή, χωρίς αντιφάσεις και ρωγμές. Αν ήταν έτσι, θα είχε λιγότερους ενδοιασμούς να παίξει με τον θάνατο ή να κάνει ό,τι η κυβέρνηση Σιράκ τον Αύγουστο του 1996 με τους απεργούς του Αγίου Βερνάρδου: τα γαλλικά ΜΑΤ, τότε, έσπασαν την πόρτα της εκκλησίας, συλλαμβάνοντας (και απελαύνοντας στη συνέχεια τους περισσότερους από) τους απεργούς. Αν ψάξουμε το ζήτημα, θα ανακαλύψουμε άλλη μια αντίφαση: αυτή η ίδια κοινωνία, η ξενόφοβη και φοβισμένη μαζί, που ήταν εχθρική προς την απεργία πείνας, πιθανότατα δεν θα υποδεχόταν μετά βαΐων και κλάδων μια τέτοια επιχείρηση. Και είναι πολύ χρήσιμο, νομίζω, να σκεφτούμε και να εμβαθύνουμε πάνω σε τέτοιες αντιφάσεις και ρωγμές, αντί να στήνουμε απέναντί μας ένα άτρωτο «μπαμπούλα»· όχι μόνο για λόγους αναλυτικής ακρίβειας, αλλά και για να το συνεκτιμάμε στην πολιτική μας δράση.

 
***

Όπως έλεγα και πριν, το αν η απεργία πείνας των 300 θα απομείνει μια μοναχική ηρωική στιγμή, μια έκλαμψη μες στο σκοτάδι ή θα αποτελέσει απαρχή νέων κατακτήσεων σε μια διαδικασία νομιμοποίησης και ένταξης των μεταναστών –της μόνης ρεαλιστικής επιλογής για την κοινωνία μας– θα εξαρτηθεί από τη συνέχεια. Πολύ θα ήθελα να γράψω ότι είναι στο χέρι μας, ότι εξαρτάται από εμάς και τις δράσεις μας, δεν θα ήταν όμως αλήθεια. Δεν είναι στο χέρι μας, ας κάνουμε όμως ό,τι περνάει από το χέρι μας γι’ αυτό, με τη χαρά και τα φτερά, αλλά όχι την έπαρση, της νίκης. Και αν η προχθεσινή επιτυχία δώσει στους μετανάστες που ζουν στη χώρα μας μια, μικρή έστω, ώθηση για πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης και συντονισμού, το κέρδος θα είναι ανυπολόγιστο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου