Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Τζαμπατζήδες που δεν πληρώνουν

«Η πόρτα προς την ελευθερία»,
Ρενέ Μαγκρίτ,
1933
του Νίκου Σαραντάκου 
από τα "Ενθέματα"
της Κυριακάτικης Αυγής

 

Ο μήνας που πέρασε έφερε μπόλικη επικαιρότητα που αξίζει να λεξιλογηθεί, σε σημείο που να έχω αμηχανία εκλογής -- αλλά τελικά αποφάσισα να κρατήσω σειρά αρχαιότητας κι έτσι να αφιερώσω το σημερινό σημείωμα στο κίνημα «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», από λεξιλογική βέβαια άποψη.

Οι τίτλοι κινηματογραφικών και θεατρικών έργων δεν είναι σπάνιο να αποκτούν παροιμιακή αξία και να μετατρέπονται σε σλόγκαν, σε τίτλους άρθρων σε εφημερίδες ή σε συνθήματα, αλλά συνήθως αυτό γίνεται αμέσως μετά την προβολή του αντίστοιχου έργου· από αυτή την άποψη, το «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!» του Ντάριο Φο αποδείχτηκε εξόχως βραδυφλεγές, μια και έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από το πρώτο του ανέβασμα, από τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου (το 1979, όπως μας θύμισε η Αυγή της περασμένης Κυριακής που είχε την καλή ιδέα να μοιράσει το έργο)· βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια ακουγόταν αραιά και πού το σύνθημα -- αλλά μόνο τώρα πέρασε στο προσκήνιο, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες αρνούνται να πληρώσουν τις εξωφρενικές τιμές διοδίων και εισιτηρίων, σε σημείο που η… άρση μπαρών να κοντεύει να γίνει το νέο εθνικό άθλημα.

Στο πρωτότυπο ιταλικό, ο τίτλος εκφράζεται απρόσωπα (non si paga) -- στα ελληνικά, ο Στ. Ληναίος διάλεξε το πρώτο πρόσωπο, που δίνει μεγαλύτερη ζωντάνια στο σύνθημα: δεν πληρώνω. Το σημερινό πληρώνω είναι μεσαιωνική εξέλιξη του αρχαίου ρήματος πληρώ, που σημαίνει «γεμίζω, ολοκληρώνω» και που προέρχεται από το επίθετο πλήρης, που ανάγεται τελικά στην πολυμελή οικογένεια του πίμπλημι (ομόριζά του είναι τα: πλήθος, πλέον, πλησμονή κτλ.) Το πληρώ ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε πάρει και τη σημασία «καταβάλλω χρέος», και από τον αόριστο (πλήρωσα) φτιάχτηκε ο τύπος πληρώνω. Σήμερα το πληρώ το χρησιμοποιούν ακόμα μερικοί επειδή τους γοητεύει, στο τρίτο πρόσωπο, η κατάληξη -οί των εις -όω συνηρημένων ρημάτων, αλλά δεν παύει να είναι νεκροζώντανο ρήμα -- προσωπικά το αποφεύγω.

Στη φρασεολογία μας πληρώνουμε πολλά πράγματα: πληρώνουμε τα σπασμένα, τη νύφη, το μάρμαρο, τα κερατιάτικα, περίπου συνώνυμες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται όταν θεωρούμαστε υπεύθυνοι και υφιστάμεθα τις συνέπειες για λάθη άλλων· πληρώνουμε τα μαλλιά της κεφαλής μας, δηλαδή πάρα πολλά· πληρώνουμε κάποιον με το ίδιο νόμισμα, όταν του ανταποδίδουμε τα ίσα, του συμπεριφερόμαστε τόσο άσχημα όσο κι ο ίδιος μας είχε φερθεί· απειλούμε κάποιον ότι θα μας το πληρώσει, ακριβά μάλιστα, το κακό που μας έκανε· κι όταν βασανιζόμαστε άδικα, απορούμε «ποιες αμαρτίες πληρώνουμε».

Κι έτσι πολλοί άρχισαν να λένε «Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω», και δεν άργησαν να χαρακτηριστούν τζαμπατζήδες από τον υπουργό κ. Ρέππα, ο οποίος τόνισε ότι προέχει να απαξιωθεί κοινωνικά το «κίνημα των τζαμπατζήδων», μήνυμα που ελήφθη αμέσως κι έτσι εδώ και πολλές μέρες έχει γεμίσει ο τόπος με υπεύθυνες φωνές που εξηγούν πόσο αντικοινωνική, εγωιστική και γενικά επιζήμια είναι η συμπεριφορά των τζαμπατζήδων.

Ο τζαμπατζής προέρχεται από το τζάμπα, που είναι λέξη τούρκικη (caba). Και στα τούρκικα το caba σημαίνει δωρεάν, αν και αρχικά σήμαινε τον ακτήμονα εργένη, που ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει, αντί για φόρο, απλήρωτη εργασία -- να δουλεύει τζάμπα δηλαδή. Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, το ηχηρό τζ- το βρίσκει κανείς και αποηχηροποιημένο, τσ-, τσάμπα, που είναι τύπος σχεδόν εξίσου συχνός και που ίσως φαίνεται κοσμιότερος σε κάποιους.

Τζάμπα όμως δεν θα πει μόνο «δωρεάν», θα πει επίσης «άδικα, χωρίς λόγο». Για να το τονίσουμε ακόμα περισσότερο, χρησιμοποιούμε μαζί μιαν άλλη παρεμφερή λέξη: τζάμπα και βερεσέ, παναπεί εντελώς άδικα, χωρίς καμιάν αιτία. Δυο μέτρα παλικάρι, πήγε τζάμπα και βερεσέ με το μηχανάκι. Το σχήμα αυτό της λαϊκής γλώσσας είναι πολύ συχνό (φωτιά και λαύρα, στάχτη και μπούρμπερη κτλ.).

Υπάρχει επίσης ο τζάμπα μάγκας, αυτός που κάνει τον μάγκα εκ του ασφαλούς, στα λόγια και όχι στην πράξη. Την έκφραση αυτή, θυμάμαι, την είχε χρησιμοποιήσει κάποτε και ο Κ. Σημίτης, και ήταν έκδηλη η απέχθειά του την ώρα που έλεγε δυο λαϊκές λέξεις στη σειρά, σαν να καταπίνει πικρό γιατρικό έκανε. Η έκφραση αυτή πρέπει να είναι παλιότερη, αλλά δεν μπορώ να τη χρονολογήσω με ασφάλεια· εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω αν είναι γνήσια λαϊκή έκφραση ή απλώς λαϊκοφανής. Πάντως, στην πρόσφατη διατεταγμένη αρθρογραφία, ο όρος έχει επιστρατευτεί και πάλι για να χαρακτηρίσει όσους αρνούνται να πληρώσουν.

Αν όμως τζαμπατζής είναι αυτός που δεν πληρώνει, τζαμπατζήδες θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς και πολλούς άλλους, λογουχάρη βουλευτές ή υπουργούς, που βέβαια μετακινούνται τζάμπα με τα μέσα μεταφοράς, όπως επίσης έχουν τζάμπα τηλέφωνα, υπολογιστές, υπαλλήλους και μια σειρά από άλλα προνόμια, για να μη μιλήσουμε για τους θεσμικούς τζαμπατζήδες, εννοώ εφοπλιστές, βιομηχάνους και τραπεζίτες, όλους εκείνους τους ισχυρούς που ενθυλακώνουν θηριώδη ποσά σε επιχορηγήσεις, φοροαπαλλαγές, εισφοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις, αυτούς που έχουν εισπράξει δισεκατομμύρια τζάμπα (και με τις δυο σημασίες της λέξης). Κι όμως, αυτοί οι τζαμπατζήδες πολυτελείας μένουν μονίμως στο απυρόβλητο. Οι διατεταγμένοι δημοσιογράφοι τούς ξεχνούν και προτιμούν να γίνονται τιμητές σε όσους μετράνε και το δεκάλεπτο του ευρώ. Μήπως αυτοί είναι οι τζάμπα μάγκες;




- Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου