Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Νεκροζώντανοι

(πηγή)
του ΚΙΜΠΙ

«Δώστε μου 20 κιλά ζωή και 10 κιλά αυτοδιάθεση. Να τα στείλετε στο σπίτι. Τι χρωστάω;». Μα, μπαίνουν στο ζύγι τα έννομα αγαθά, τα δικαιώματα; Φυσικά. Στο νομικό μας σούπερ μάρκετ ζυγίζονται και τιμολογούνται. Θεωρητικώς, το απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στη ζωή, όλα τα άλλα είναι παρελκόμενα. Κάπως έτσι, οι δικαστές που άσκησαν δίωξη εναντίον όσων υποτίθεται ότι ξεπέρασαν τα όρια αλληλεγγύης στους μετανάστες απεργούς πείνας έκριναν ότι η άρνηση των μεταναστών να σιτισθούν ήταν μεν δικαίωμά τους, έκφραση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, αλλά υποδεέστερο του δικαιώματος στη ζωή. Και σωστά, κατά την κρατούσα ερμηνεία του συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα.
«Όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων», 
λέει το άρθρο 5 παρ. 2 του συντάγματος. Κι αυτή η παράθεση των δικαιωμάτων ερμηνεύεται και σαν κάποιου είδους ιεράρχησή τους, παρ’ ότι η αμέσως προηγούμενη παράγραφος 1 μοιάζει να βάζει στο πρώτο σκαλί των αστικών δικαιωμάτων το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση: 
«Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του». 
Πλην όμως η αυτοδιάθεση εμετρήθη εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής. Όπως το βάρος των απεργών πείνας που ήρθαν αντιμέτωποι με τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Τελικά, ποιος νίκησε στην Υπατία; Η ζωή ή η αυτοδιάθεση; Η κυβέρνηση, που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε την πρώτη, ή οι μετανάστες που τόλμησαν να διαλέξουν τη δεύτερη, φλερτάροντας με τον θάνατο; Ή έληξε με ισοπαλία; 
Παρ’ ότι ελάχιστοι μπορούν να αμφισβητήσουν ανοικτά την ηθική νίκη που πέτυχαν οι απεργοί πείνας, έχει σημασία να αναρωτηθούμε αν η νίκη αυτή επιτεύχθηκε στο έδαφος του διλήμματος «ζωή ή αυτοδιάθεση;». Θαρρώ πως η αναμέτρηση έγινε σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο. Στην αναίρεση του διλήμματος. 
«Είμαστε μόνοι, ασυγχώρητα μόνοι. Αυτό εκφράζω λέγοντας πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Καταδικασμένος γιατί δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του κι ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος γιατί από τη στιγμή που βρέθηκε στον κόσμο είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει…», 
έγραφε ο Σαρτρ, υποδεικνύοντας ότι το δίλημμα «ζωή ή αυτοδιάθεση» δεν υπάρχει. Η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς την αυτοδιάθεση, και η δεύτερη είναι το απόλυτο, αδιαμφισβήτητο περιεχόμενό της. Ακόμη κι όταν ο καταδικασμένος σε ανίατη, θανατηφόρα αρρώστια επιλέγει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Ή όταν ο απελπισμένος Άραβας του Μαγκρέμπ αυτοπυρπολείται στέλνοντας ένα δυναμικό μήνυμα χειραφέτησης σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά και όταν ένας μετανάστης βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του για να εξασφαλίσει τους απλούστερους όρους της ύπαρξής του: το δικαίωμα να βρίσκεται σε μια χώρα, να αναζητήσει δουλειά, να αμειφθεί και να ασφαλιστεί νόμιμα γι’ αυτήν.

Στον αντίποδα αυτής της απόλυτης σύζευξης ζωής και ελευθερίας, βρίσκεται η κυβερνητική και δικαστική διάζευξη που, ανεξάρτητα από τις πολιτικές σκοπιμότητες και ιδιοτέλειές της, καταλήγει σε έναν φιλοσοφικό παραλογισμό: Σημασία έχει να ζεις, όχι πώς ζεις. Ακόμη κι αν ο τρόπος που ζεις, τα ασφυκτικά όρια ελευθερίας-ανελευθερίας αναιρούν τη δυνατότητα να ζεις (αυτό έγινε οδυνηρή κυριολεξία στα Χανιά, όταν την περασμένη Κυριακή δεκάδες μισθωτοί σκλάβοι από το Μπαγκλαντές, υπάλληλοι νοτιοκορεάτικης εταιρείας με έδρα τη φλεγόμενη Λιβύη που ναύλωσε ελληνικό πλοίο θεωρούμενο ξένο έδαφος -όλες οι «ελευθερίες» του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού συμπυκνωμένες σε μια πλωτή φυλακή-, έπεσαν στα παγωμένα νερά στη θέα των αστυνομικών και της βέβαιης απέλασης. Να πώς ο περιορισμός της αυτοδιάθεσης αναιρεί την ίδια τη ζωή).

Σε τελευταία ανάλυση, το να στρέφεις την ελευθερία ενάντια στη ζωή και αντιστρόφως καταλήγει στο να καταδικάζεις τους δικαιούχους των δύο εννόμων αγαθών σε μια κατάσταση ζωντανών-νεκρών. Ήτοι ζόμπι. Σκάσε και τρώγε. Σου εξασφαλίζουμε την ελευθερία να ζεις, σε εξαναγκάζουμε μάλιστα να ζεις, αν και δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα έχεις τα μέσα για να ζεις. Σκάσε και τρώγε, λοιπόν. Και πιες, ανάσανε, βήξε, μάσα, φτύσε, ρούφα, φύσα, κουνήσου, σήκω, κάτσε, περπάτα, κοιμήσου, ξύπνα, κατούρα, δες, άκου, μίλα, ξανασκάσε, για να βεβαιωθούμε ότι είσαι ζωντανός, ότι όλες οι ζωτικές σου λειτουργίες είναι ακμαίες, κι αν κάποιες απ’ αυτές υπολειτουργούν, εν ανάγκη θα σε διασωληνώσουμε, θα υποστηρίξουμε μηχανικά την αναπνοή του. Σε θέλουμε ζωντανό, τουλάχιστον τόσο ζωντανό όσο και ένας κλινικά νεκρός.

Αυτή την κατάσταση «νεκρής ζωής» αρνήθηκαν οι επαναστάτες Έλληνες του 1821 – για να τους θυμηθούμε, μέρες που έρχονται, όταν επέλεγαν το εμβληματικό σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», παρ’ ότι και η ανοχή του τουρκικού ζυγού άφηνε κάποια περιθώρια επιβίωσης, μαζί με μια μίζερη ποσόστωση αυτοδιάθεσης. Αυτή την υπόσταση «ζόμπι» απέρριπτε κι ο Ρήγας, που δεν είχε καμιά ταλάντευση για το πώς θα ζυγίσει ποιητικά ελευθερία και θάνατο στον «Θούριό» του, γράφοντας το περίφημο 
«καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».
Και την ίδια κατάσταση ζωντανού-νεκρού αρνούνται οι εξεγερμένοι του Μαγκρέμπ, τρέφοντας αφειδώς με θάνατο τον αγώνα για χειραφέτηση, αυτοδιάθεση, ελευθερία.

Σας ακούγονται λίγο γραφικά, υπερβολικά ηρωικά, κάπως μετα-υλιστικά όλα αυτά; Ακούστε και το παρακάτω. 

Προσωπικώς, βλέπω μια ενδιαφέρουσα αναλογία ανάμεσα στην κατάσταση «νεκροζώντανου» που προτείνεται ως επιλογή επιβίωσης σε άτομα, συλλογικότητες, υποτελείς τάξεις και στην κατάσταση «ζόμπι» στην οποία έχουμε περιέλθει ως κοινωνία εδώ και ενάμιση χρόνο. 

Στο δίλημμα «ζωή ή αυτοδιάθεση» μπορεί κανείς να αντιστοιχήσει το δίλημμα που τέθηκε εκβιαστικά «μνημόνιο ή χρεοκοπία», με το μνημόνιο να εκπροσωπεί τη συντήρηση μιας οικονομίας και μιας ολόκληρης κοινωνίας στη νεκροζώντανη κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Έχουμε, υποτίθεται, αποφύγει τον «ξαφνικό θάνατο» μιας κρατικής χρεοκοπίας, αλλά υποβαλλόμαστε στο μαρτύριο ενός αργού θανάτου, με αλλεπάλληλα κύματα λιτότητας και περιστολής δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, έχουμε απεμπολήσει το δικαίωμα στην οικονομική αυτοδιάθεση, τη χειραφέτηση από την παγίδα του χρέους και τελικά τη δυνατότητα να πούμε στη Διεθνή της τοκογλυφίας, στους πιστωτές, «δεν πληρώνω». 

Έναν χρόνο από την ώρα που η ελληνική κοινωνία εγκαταστάθηκε στην εντατική, πηγαινοέρχεται στο χειρουργείο όπου της αφαιρούνται ένα προς ένα ζωτικά όργανα, πλην όμως διατηρείται στη ζωή. Διασωληνωμένη. Με μια υπόκωφη, μηχανικά υποστηριζόμενη ανάσα. Κι αυτό λέγεται ζωή. 

Αυτή είναι η απάντηση που δίνουν στο κατασκευασμένο δίλημμα η Moody’s, οι τράπεζες κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων, οι ευρωκράτες, ο Στρος-Καν που κυνικά ομολογεί πως «οι Έλληνες έχουν χωθεί μέσα στα σκατά», η γερμανική πολιτική ηγεσία και οι συνοδοιπόροι της που έχουν επιβάλει στην ελληνική κοινωνία μιαν ελεγχόμενη ζωή, έναν ελεγχόμενο αργό θάνατο, μιαν ελεγχόμενη χρεοκοπία. 

Ποια ήταν η εναλλακτική λύση; Αυτή που δαιμονοποιήθηκε πριν από έναν χρόνο και σήμερα ενδέχεται να γίνει -αλλά με πολύ χειρότερους όρους- μονόδρομος. Η άρνηση του χρέους, η διαγραφή εκείνου του μέρους του που βασίζεται στις σχέσεις οικονομικής δουλείας με τους πολυεθνικούς προμηθευτές της μίζας και της εξαγοράς, η χειραφέτηση από την τοκογλυφία εις βάρος του δημόσιου πλούτου, η αυτοδιάθεση της κοινωνίας από τους πιστωτές της. 

Είναι απλή και ακίνδυνη η λύση αυτή; Όσο απλή και ακίνδυνη ήταν η απεργία πείνας των μεταναστών της Υπατίας. Το ρίσκο ήταν εξαρχής γνωστό, αλλά και η επιλογή του απόλυτη. «Ζωή ή αυτοδιάθεση;». Αυτοδιάθεση. Για να υπάρξει ζωή μετά την Υπατία, μετά τη χρεοκοπία.

Σε κάθε αγώνα -ατομικό, συλλογικό, κοινωνικό, εθνικό-, σε κάθε αίτημα και διεκδίκηση υπάρχει ένας ηθικός πυρήνας που δεν περιγράφεται με όρους δούναι και λαβείν, επένδυσης και απόδοσης, αξίας και υπεραξίας, αλλά με τους όρους που υπονοεί ο Σαρτρ στο απόσπασμα που προαναφέραμε. Είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία, με όποιο τίμημα μπορεί να επιφυλάσσει αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου