Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Φασιστικός νόμος

(πηγή)
του Κώστα Καναβούρη
από την  

Εν όσω ζούσε η μητέρα μου, μου είχε διηγηθεί διάφορες ιστορίες από τη φυλακή. Συγκρατώ ως πολύτιμο πετράδι στη μνήμη μου τη σταθερή μέχρι τέλους άρνησή της -με εξαίρεση μία και μοναδική φορά που στα δεκαοκτώ μου χρόνια μού εξήγησε τι εστί φάλαγγα- να μιλήσει για τα βασανιστήρια τα οποία υπέστη σε ηλικία εικοσιπέντε ετών. Βασανιστήρια τα οποία υπέστη επειδή είχε διαφορετική άποψη από το καθεστώς. Συγκρατώ επίσης απ' όσα μου διηγήθηκε δύο φρικαλέες ιστορίες.

Η πρώτη: Συγκρατούμενή της στη φυλακή ήταν -ως υπόδικη- μια δεκαεξάχρονη κοπελίτσα από χωριό. Η μητέρα μου θυμόταν και δάκρυζε πάντοτε στην ανάμνηση ενός χαρούμενου κοριτσιού με φοβερή ενέργεια, που της έλεγε: "Ελενίτσα, εγώ δεν έχω υπόθεση (σ.σ.: δηλαδή δεν εκατηγορείτο για κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα απ' όσα φρικωδώς εθεωρούντο αδικήματα, έως και βαριά εγκλήματα εκείνη την εποχή του Εμφυλίου), αλλά, επειδή δεν θα υπογράψω δήλωση, θα φάω καμιά εικοσαριά χρόνια, μπορεί και ισόβια". Ποια ισόβια; Τοίχος. Εκτέλεση. Πάει εκείνο το δεκαεξάχρονο κορίτσι για μια άποψη που είχε την υπερηφάνεια -αίσθημα μεγαλύτερης ισχύος ακόμα και από την ίδια την άποψη- να την υπερασπιστεί μέχρι τον θάνατο και με θάνατο. Για μια άποψη.

Η δεύτερη φρικαλέα ιστορία της μητέρας μου: Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής της πέθανε ο πατέρας της ξαφνικά από καρδιά. Πιθανώς δεν ήταν τυχαίο ότι από καλοστεκούμενος έμπορος είχε οδηγηθεί στην ένδεια, ενώ δύο από τα τέσσερα παιδιά του ήταν η μία στη φυλακή και ο μοναχογιός στη Μακρόνησο. Η μητέρα μου ζήτησε, παρακάλεψε, ικέτεψε τη διεύθυνση της φυλακής να της επιτραπεί να παραστεί στην κηδεία του πατέρα της. Έστω σιδηροδέσμια και με συνοδεία. Δεν της επετράπη. Μέχρι που πέθανε διατηρούσε άσβεστο καημό για το ότι δεν ήταν εκεί, στην ιερότατη στιγμή της ταφής. Για μια άποψη που ήταν αντίθετη από το καθεστώς.

Ο πατέρας πάλι είχε έναν υποδόριο εξαγνιστικό σαρκασμό καθώς έλεγε με το σταγονόμετρο τις περιπέτειες ξυλοδαρμού και άλλων βασανιστηρίων του στην Ασφάλεια Καβάλας, μεταξύ των οποίων και το βασανιστήριο της σταγόνας (αυτό το τελευταίο δεν το έλεγε, το έμαθα από τη μητέρα μου το βράδυ μετά την κηδεία του). Για μια άποψη. Που ήταν αντίθετη από το καθεστώς. Σε μία μόνο φρικαλέα ιστορία συννέφιαζε ο σιωπηλός μου πατέρας: "Το χειρότερο βασανιστήριο είναι να σε βάζουν να παρακολουθείς τα βασανιστήρια άλλων". Και διηγιόταν την ιστορία ενός ψηλού παλικαριού που το σκοτώσανε στο ξύλο μπροστά στα μάτια του πατέρα μου οι ασφαλίτες στα υπόγεια της Ασφάλειας Καβάλας. Ο πατέρας μου δεν έμαθε ποτέ το όνομά του. Θυμόταν μονάχα την άγρια, την ανείπωτα άγρια φράση που έλεγαν οι βασανιστές: "Ρε τον ρουφιάνο, ούτε ένα ξύλο δεν άντεξε". Και τον σκότωσαν δηλαδή χωρίς να το ευχαριστηθούν. Τον σκότωσαν επειδή είχαν κι αυτοί μια άποψη. Που συμφωνούσε με το καθεστώς.

Και όλα τούτα καθόλου δεν είναι "ιστορίες παλιές, που δεν ενδιαφέρουν πια κανέναν", όπως θα έλεγε και ο Γιώργος Σεφέρης. Γιατί σε τέτοιες ιστορίες παλιές αλίμονο αν πούμε πως "δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε", όπως και πάλι ο Σεφέρης θα έλεγε στο ίδιο ποίημα. Αν το πούμε τούτο, σημαίνει ότι εμείς, εμείς που ζήσαμε στο πετσί μας την απολύτως άγρια πληρωμή της διαφορετικής -από την καθεστηκυία- άποψης, έχουμε ξηρανθεί έως νεκρότητας ώστε επιτρέπουμε την ποινικοποίηση της διαφορετικής άποψης την οποία επιχειρεί ο φαιός νόμος Καστανίδη. Η αριστερά οιασδήποτε μορφής, η αριστερά που ακόμα και σήμερα στήνεται στον τοίχο των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων από διάφορα φασιστοειδή και ηλίθια ανδράρια και γύναια, για τις απόψεις της, αυτή η αριστερά οφείλει όχι να διαμαρτυρηθεί, αλλά να εγερθεί με σθένος και να αγωνιστεί ώστε να μην περάσει ο φασιστικός νόμος Καστανίδη. Να μην περάσει αυτή η ντροπή της αυτάρεσκης προοδευτικότητας που μόνο εγκάθετοι της εξουσίας, μέθυσοι και αλκοολικοί του πλειοψηφικού λόγου μπορούν να εμπνευστούν.

Και μάλιστα ξεχνώντας τη μέγιστη συνταγματική αρχή, την οποία γνωρίζουν και οι νεοσσοί του Συνταγματικού Δικαίου: ότι τα Συντάγματα δεν γίνονται για να προστατεύονται οι πλειοψηφίες. Γίνονται ακριβώς για να προστατεύονται οι μειοψηφίες και να κατοχυρώνονται τα δικαιώματά τους. Μεταξύ των οποίων είναι και το δικαίωμα της άποψης, καθώς και το ταυτόσημο δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης αυτής της άποψης. Κάθε εμπόδιο είναι φασισμός. Και η αριστερά οφείλει να τον αντιπαλέψει με όλες της τις δυνάμεις. Κάθε ολιγωρία, κάθε "ναι μεν, αλλά" είναι άνοιγμα της κερκόπορτας στον φασισμό.

Δεν υπάρχει προοδευτικός και αντιδραστικός ρατσισμός. Δεν υπάρχει προοδευτικός και αντιδραστικός περιορισμός της ελευθερίας. Και είναι μεταφυσική -τουλάχιστον- ερμηνεία του κόσμου και του λόγου με νομική επιβολή, άρα τιμωρητικό περιεχόμενο, κατίσχυση ενός γενικού και αφηρημένου καλού επί ενός γενικού και αφηρημένου επίσης κακού. Έτσι αναιρούμε όλες τις κατακτήσεις, αισθητικές, λογικές και ηθικές του ανθρώπινου πνεύματος. Εγκαταλείπουμε την ευθύνη της σκέψης σε άλλους, που αποφασίζουν επ' αυτού. Όμως ακριβώς αυτό, όπως διδάσκει ο Έριχ Μαρία Ρέμαρκ στη "Νύχτα της Λισσαβώνας", είναι η πηγή του φασισμού. Να μην αφήσουμε να περάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου