Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Όψεις της Συνόδου Κορυφής

σκίτσο του Στάθη από την Ελευθεροτυπία (πηγή)
του Σπύρου Λαπατσιώρα
από τις "Συναντήσεις"
στην Αυγή

Δεν θα εξετάσουμε όλα τα θέματα που συζητήθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής της 11ης Μαρτίου· θα περιοριστούμε σε δύο ζητήματα.

Η ελληνική κυβέρνηση είχε ένα άμεσο και πιεστικό πρόβλημα πριν τη Σύνοδο. Ένα μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών για το 2012 ύψους 66,9 δισ., όπως καταγράφονται στο Μνημόνιο, θα καλυπτόταν από την έκδοση μακροπρόθεσμων ομολόγων αξίας 27,3 δισ. (13,6 δισ. από βραχυπρόθεσμο δανεισμό, 24 δισ. από την τρόικα και 2 δισ. από ιδιωτικοποιήσεις). Με άλλα λόγια, ένα μέρος των πηγών χρηματοδότησης θα προερχόταν από την επιστροφή στις αγορές χρήματος, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, όπως είχε θέσει ως στόχο η ελληνική κυβέρνηση. Είναι βέβαιο πλέον ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει -το πιο πιθανό- ή, αν γινόταν, θα γινόταν με πολύ δυσμενείς όρους.

Η εύρεση αυτού του ποσού από τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας (το σχέδιο των 50 δισ.) συνιστά μάλλον πιο ουτοπικό σχέδιο από την επικράτηση του σοσιαλισμού σε όλη την Ευρώπη... Επομένως, το αδιέξοδο για τον τρόπο με τον οποίο θα καλύπτονταν οι ανάγκες χρηματοδότησης σήμαινε την αναζήτηση κατάλληλων σχημάτων πέραν των υπαρχόντων.

Αυτό το άμεσο και πιεστικό πρόβλημα το έλυσε η Σύνοδος Κορυφής της 11ης Μαρτίου, επιτρέποντας στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να αγοράσει ομόλογα από την πρωτογενή αγορά ομολόγων, δηλαδή από τα ίδια τα κράτη. Πρόκειται για «μη-αναμενόμενο» (δηλαδή μη προαναγγελθέν) αποτέλεσμα, εν αντιθέσει με τα αναμενόμενα αποτελέσματα για την επιμήκυνση των δανείων των 110 δισ. του μηχανισμού στήριξης (από 3 σε 7,5 χρόνια) και την οριακή μείωση των επιτοκίων αυτών των δανείων κατά 1%. Αναμενόμενα ήταν μόνο τα στοιχεία της «κόκκινης γραμμής διαπραγμάτευσης» της κυβέρνησης, η οποία είχε αποσύρει από αυτή τη διαπραγμάτευση τη δυνατότητα του Ταμείου να χρηματοδοτήσει την επαναγορά ομολόγων.

Τα αποτελέσματα προφανώς επιλύουν άμεσες και επείγουσες δυσκολίες χρηματοδότησης, ωστόσο, συγχρόνως, μεταθέτουν στο μέλλον -όχι πολύ μακρινό- τις αναγκαίες αποφάσεις για την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της Ελλάδας και του τρόπου με τον οποίο θα συμβεί.

Σε αυτό το αποτέλεσμα βάρυναν αφενός οι αναμενόμενες και απολύτως λογικές (από την οπτική των χρηματοπιστωτικών αγορών) υποβαθμίσεις ή αναγγελίες υποβαθμίσεων της πιστωτικής αξιοπιστίας της Ελλάδας, της Ισπανίας και άλλων χωρών από τους οίκους αξιολόγησης, αφετέρου το ταξίδι-αστραπή στην Ευρώπη του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, που είχε ως κύριο -αν όχι αποκλειστικό- αντικείμενο την εξασφάλιση μιας απόφασης από τη Σύνοδο η οποία να σηματοδοτεί την αντιμετώπιση των πιεστικών προβλημάτων διαχείρισης του δημόσιου χρέους, έτσι ώστε να μην υπάρξει νέος κύκλος αναταραχών στις αγορές χρήματος.

Αλλά αυτά τα δύο δεν θα μπορούσαν να έχουν κανένα αποτέλεσμα, αν δεν υπήρχε αυτό που υποδεικνύει με εμφατικό τρόπο το ανακοινωθέν της Συνόδου: η πολιτική «βούληση» των ηγεμονικών τάξεων, σε κάθε χώρα της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. ως όλου, να μην διαρραγεί η Ευρωζώνη.

Αυτή η «βούληση» αποτυπώνεται και στη μετονομασία του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας σε Σύμφωνο για το Ευρώ. Δια της μετονομασίας αυτής υποστηρίζεται ότι ο μόνος τρόπος που μπορούν να φανταστούν οι ηγεμονικές τάξεις την ύπαρξη του ευρώ είναι μέσω ενός συνόλου υπερσυντηρητικών νεοφιλελεύθερων μηχανισμών που εγγυώνται τη διεύρυνση της εξουσίας του κεφαλαίου επί των εργαζόμενων.

Από αυτή τη Σύνοδο, επομένως, προκύπτουν δύο πολιτικά συμπεράσματα:

Πρώτον, ότι πλέον η υλοποίηση της «μεταρρύθμισης» της Ευρώπης σε μία κοινωνία περισσότερο συμβατή με τις απαιτήσεις των αγορών έχει μόνο εσωτερικούς, σε κάθε χώρα, αντιπάλους. Οι ηγεμονικές δυνάμεις δείχνουν ότι τις όποιες εξωτερικές δυσκολίες, που ανακύπτουν από την πίστη τους στην αποκεντρωμένη χρηματοδότηση μέσω των αγορών χρήματος θα τις διαχειριστούν με τις «μορφές αλληλεγγύης» που αντιλαμβάνονται σε έναν ήδη κηρυγμένο ταξικό πόλεμο.

Δεύτερον, ότι απέναντι σε αντικειμενικά αδιέξοδα ο καπιταλισμός ως σύστημα και οι ηγεμονικές τάξεις έχουν αρκετή φαντασία στο να οργανώνουν όρους επίλυσης διά της μετάθεσης και μεταμόρφωσης των αδιεξόδων, ώστε η πεισματική επιμονή στο ότι η μόνη λύση είναι η «δημιουργική» (για το κεφάλαιο) καταστροφή απλώς να αποτελεί συμπληρωματική δύναμη στην οργάνωση της συναίνεσης διαμέσου του φόβου που προκαλεί στους πολλούς η κρίση.




- Ο Σπ. Λαπατσιώρας διδάσκει Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου