Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Κωλότοπος...

πηγή: το βυτίο
8/3/11

Τις τελευταίες μέρες περιφέρομαι στους δρόμους και απ’ το στόμα κρέμεται αυτό ακριβώς το «κωλότοπος» που λέει ο δύτης. Απόγνωση, θλίψη, μιζέρια όλα σε ένα κι όλα μαζί στη εξώπορτα περιμένουν βράδυ πρωί μήπως τους ξεφύγω καθώς φεύγω για τη δουλειά. Στο τραπέζι της κουζίνας δεν έχω πια το κουράγιο να υποστηρίξω ότι οι μετανάστες δεν πρέπει να πεθάνουν. Αυτό μόνο. Δεν μιλάμε για δικαιώματα, νομιμοποίηση, πολιτικό αίτημα. Δεν έχω καν τη δύναμη να ψελλίσω «κρίμα οι άνθρωποι να πεθάνουν».

Ταυτόχρονα, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω ότι είμαι αρκετά άθλιος τύπος, ώστε να με τρομάζουν εξίσου ο κίνδυνος να πεθάνουν οι απεργοί πείνας, με τους Παπαχρήστους και τις Ακριβοπούλου αυτού του κόσμου, που γράφουν και μιλούν, χρησιμοποιώντας αντί για λέξεις, σφαίρες, οβίδες, μαχαίρια. Η πολυαγαπημένη μου ειρωνεία μοιάζει στο κείμενο ενός συντάκτη των Νέων, δυσβάστακτη. Ο ρεαλισμός στο στόμα τους, γδέρνει χειρότερα από το να δοκίμαζα να καταπιώ όλα τα βάτα του χωριού. Με τρομάζει πιο πολύ και απ’ τα ίδια τα γεγονότα, ότι εκφράζουν τις απόψεις, ντυμένες το κοστουμάκι του αυτονόητου, της λογικής, του «έτσι είναι τα πράγματα». Τα πράγματα είναι έτσι, ο παρασυρμένοι, οι άβουλοι, οι απρόθυμοι να πεθάνουν, οι ψευτοαπεργοί πρέπει να πακεταριστούν, να επαναπροωθηθούν, να σταλθούν από εκεί που ήρθαν. Το αυτονόητο είναι αυτό. Δεν θέλουμε να γίνουμε μουσουλμανική χώρα. Δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε τρόπο ζωής (που σημαίνει ότι μπορούμε ακόμη να χρησιμοποιούμε ξένους εργάτες που δουλεύουν μαύρα, απλά τώρα έχει κρίση. Προσεχώς θα σας ξαναεκμεταλλευτούμε καλύτερα)

Το Σάββατο το απόγευμα, στο μπαρ μέσα σε 15τμ πρέπει να υπάρχουν πέντε (5) εκπληκτικά όμορφες γυναίκες. Αληθινά και σπάνια όμορφες. Κι όμως μια ξεχασμένη οθόνη έχει κολλήσει στις απογευματινές ειδήσεις της ΝΕΤ. Τα μάτια διαφόρων, πχ. του τύπου δίπλα μου, πάνε εκεί. Είμαστε σ’ αυτό το σημείο, που η σπάνια ομορφιά κινδυνεύει να χάσει τον αγώνα. Την επόμενη, κυκλοφορούν εφημερίδες με τις επερχόμενες περικοπές. Μιλάω με κόσμο. Κάποιοι δεν ξέρουν ποιοί απεργούν, γιατί ή πώς. Κάποιοι σχολιάζουν κάποια ημιδιάσημη καρικατούρα τραγουδιστή. Κάποιοι λένε «καλά τους κάνει ο Μπερλουσκόνι. Τολμάνε να δοκιμάσουν ξανά;». Την Κυριακή περνάω έξω απ’ τη Νομική. Οι μετανάστες ενοχλούσαν τη μισή κοινωνία. Τώρα άστεγοι απλώνουν τις κουβέρτες τους. Στ’ αρχίδια μας, είναι τριήμερο, είναι άστεγοι, είναι βρώμικοι, είναι πρεζάκια. Είναι πολλοί.

Νεκροζώντανοι, αδίστακτοι, φοβισμένοι, αδιάφοροι. Απόψε, τέτοιοι είμαστε, τέτοιους μας βλέπω. Αλλάζω τέσσερα μπαρ για να απολαύσω το ουισκάκι μου. Σε μια άλλη παρέα, αποφεύγω με ελιγμούς και ντρίπλες τις όποιες συζητήσεις. Ας αποφύγουμε για απόψε τις εντάσεις. Ας μεθύσουμε λιγάκι χωρίς να λέμε κάτι το ιδιαίτερο. Μίλα μου για τον καιρό.

Για πρώτη φορά αδυνατώ να σκεφτώ μια λαϊκίστικη υπερβολική βερμπαλιστική ψευτοποιητική μαλακία, που θα γυρίσει τις σκέψεις τούμπα. Δεν έχω άλλο τέλος, πέρα απ’ αυτό το μόνιμο, διαρκές φορτίο που δεν συντρίβει μα πιέζει. Κούραση.

Ξαναπροσπαθώ με τα χίλια ζόρια. Θα πιαστώ από ένα πρόσωπο.
η Παναγία των κουκουλοφόρων δια χειρός Γ. Λαουτάρη (πηγή)
Κοιτάζω την φωτογραφία. Προσπαθώ να δω ελπίδα ή αισιοδοξία. Να δω την αρχή ενός κύματος που θα μας παρασύρει. Την ομορφιά που θα μας σώσει, που θα δείξει το δρόμο, που θα μας γλυκάνει. Την Παναγία των κουκουλοφόρων, των ξεκουκούλωτων, των αποκαρδιωμένων και των ανήμπορων να ψελλίζουν ένα απλό λόγο υπέρ της ζωής. Επιστρέφω στον Camus. (Μ’ ενδιαφέρει το χαμόγελο του Σίσυφου καθώς σπρώχνει στην ανηφόρα το αιώνιο φορτίο του, ή κάτι τέτοιο). Πιάνομαι από ένα πρόσωπο που εδώ και τώρα μοιάζει και είναι αθώο. (Καταφεύγω σε παλιές μεγαλοστομίες) «φέρτε μου τη θάλασσα να την προσκυνήσω, φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ». Πιάνομαι από ένα πρόσωπο. Αθώο, πονηρό, ζωντανό, αυριανό. Αφήνοντας κουράγια και αξιοπρέπεια στους δρόμους της πόλης, έχω συντροφιά μόνο πρόσωπα και μερικά τραγούδια. Την Παναγία των κουκουλοφόρων, δυο τρία καθαρά πρόσωπα με τα οποία συνομιλώ κατά καιρούς, δυο τρία καθαρά πρόσωπα τυχαία σε μπαρ, γραφεία και κόκκινα φανάρια. Κι όπως μου τελειώνει η αισιοδοξία, αρχίζει η σκέτη, ορφανή, παράλογη πίστη. Σε μια φωτογραφία, σε μια Παναγία (αληθινή, απ’ αυτές που περπατάνε στους ίδιους δρόμους με τους δικούς μου), στα καθαρά πρόσωπα. Κοιτάνε μες το φακό, λες και δεν υπάρχει τίποτα πια να φοβηθούν. Λες και όλα είναι βλέμματα και στιγμές και μια αποκαρδιωμένη συνύπαρξη. Για όσο κρατήσει κι αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου